Monday, 30 April 2012

Ἀφορμὲς γιὰ διάλογο... [B]

Στὸν Π.Β. Πάσχο, χαιρετισμὸς
 

Κυριακὴ τῶν Βαΐων

Σοῦ εἶναι εὔκολο, Κύριε,
νὰ ζωστεῖς ξανὰ τὰ ἰμάτια
καὶ ἐπί πώλου ὄνου
νὰ εἰσοδεύεις, χάριν ἀναψυχῆς μας,
στὴν πρωτεύουσα;
Ἔτσι, γιὰ μιὰν ἀναμνηστικὴ
φωτογραφία Σου…

 
Μεγάλη Ἑβδομάδα

Σταλαγμοὶ δρόσου
μὲ ντύμα ἐρυθρὸ,
ραντίζουν κι ἐφέτος τὴν ψυχή σου.
Θὰ τὴν βάψουν, ἄραγε;

π. Κων. Ν. Καλλιανός

Σημείωση: Αυτή είναι δεύτερη σειρά ποιημάτων του αγαπητού αδελφού και φίλου π. Κ.Ν.Κ. που δημοσιεύουμε στο παρόν ιστολόγιο. Η πρώτη σειρά είχε δημοσιευθεί στις 12 Δεκεμβρίου 2011. Κι εκείνα τα ποιήματα, αλλά και τούτα, τα αφιερώνει ο π. Κ.Ν.Κ. στον Π.Β. Πάσχο.

Sunday, 29 April 2012

Φωτο-στιγμές

...απo το Ιερατικo Συνεδριο

της Ιερας Αρχιεπισκοπης Θυατειρων και Μεγ. Βρετανιας


Πραγματοποιήθηκε από την Τρίτη 24η Απριλίου έως την Πέμπτη 26η Απριλίου το Ιερατικό Συνέδριο των Θυατείρων.


Το Συνέδριο φιλοξενήθηκε από την Ελληνορθόδοξη Κοινότητα Αγ. Νικολάου του Southampton στη Νότια Αγγλία.


Περίπου 100 Σύνεδροι Κληρικοί (Επίσκοποι, Ιερείς και Διάκονοι) έλαβαν μέρος. Επίσης, αρκετές Πρεσβυτέρες και Διακόνισσες συνόδευαν τους συζύγους τους.

Το γενικό θέμα του Συνεδρίου ήταν: "Η ανατομία της Ιερατικής Διακονίας". Πολλοί Κληρικοί και κάποιοι λαϊκοί προσέφεραν τις σκέψεις και προτάσεις τους γύρω από το γενικό θέμα.

Μέσα στο πλαίσιο του Συνεδρίου έγινε και επίσκεψη στον ιστορικό Καθεδρικό Ναό του Winchester, που ήταν η πρώτη πρωτεύουσα της Αγγλίας.

Thursday, 26 April 2012

O Ευαγγελιστής Μάρκος

...και το Ιερό του Ευαγγέλιο

          Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ !

          Στο Συναξάρι της ημέρας διαβάζουμε σήμερα, ότι: «τη KE΄ του αυτού μηνός, μνήμη του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Μάρκου».

          Αξίζει οπωσδήποτε να αναφερθούμε σήμερα για λίγο σε αυτή την μεγάλη προσωπικότητα της Καινής Διαθήκης και της Οικουμενικής Χριστιανοσύνης, στον λέοντα της πίστης, τον παμμακάριστο και πάνσοφο, τον ποταμό της ειρήνης, ο οποίος, σύμφωνα με τον ιερό υμνωδό, περιέκλυσε και κατήρδευσε της γης το πρόσωπο με τα νάματα του ευαγγελικού του κηρύγματος.

          Σεβασμιώτατε Δέσποτα, Θεοφιλέστατοι Άγιοι Αρχιερείς,
          Σεβαστοί Πατέρες, Αγαπητοί αδελφοί,

          Η Αγία Εκκλησία μας τιμά σήμερα την ιερή μνήμη του Έλληνα και ελληνόφωνου Ευαγγελιστή Μάρκου, που μπορεί να μην ήταν μέλος της ομάδας των 12 Αποστόλων, έγινε όμως αφοσιωμένος και φιλότιμος συνεργάτης των Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, καθώς και του Απ. Βαρνάβα. Έδρασε ιεραποστολικά και κηρυκτικά, θαυματούργησε και μαρτύρησε στην Αλεξάνδρεια, την Εκκλησία της οποίας -σύμφωνα με την Παράδοση- ίδρυσε και στερέωσε.

Η μεγαλύτερη προσφορά του είναι αναμφισβήτητα το Ιερό Ευαγγέλιο, το οποίο ο ίδιος συνέγραψε, το επονομαζόμενο «Ευαγγέλιο των θαυμάτων του Ιησού Χριστού». Στο ιερό αυτό κείμενο ο πανεύφημος Απόστολος θέλησε να δώσει έμφαση στην εξιστόρηση των υπερφυσικών έργων του Χριστού! Αυτός προφανώς ήταν ένας τρόπος με τον οποίο ήθελε ο Μάρκος να κάνει αισθητή τη θεϊκή δύναμη του Ιησού. Κι αυτή η ευαγγελική μέθοδος συνέβαλε έτσι ώστε να γίνει καλύτερα αναγνωρίσημη η παρουσία του Θεού ανάμεσα στους ανθρώπους, οι οποίοι βιώνοντας κατ’ αρχάς και μελετώντας αργότερα τα σχετικά με την υπερφυσική δύναμη του Χριστού καταλαμβάνονταν από έκπληξη, δέος, ευγνωμοσύνη κι ευλάβεια!

          Ο Ιησούς του Ευαγγελίου του Μάρκου είναι -όπως τον ονομάζει ο Απ. Παύλος- «ο Υιός του Θεού εν δυνάμει» (Ρωμ. 1, 4)! Είναι Αυτός στον οποίο οι άνθρωποι προσέβλεπαν με σκοπό να γευθούν και να απολαύσουν την ευεργετική Του δύναμη. Είναι Αυτός στον οποίο πλήθη ασθενών κατέφευγαν με την βέβαια ελπίδα της θεραπείας. Τα θαύματα δε που πραγματοποιούνταν γεννούσαν πρώτα κι ύστερα στήριζαν την πίστη των ανθρώπων στο Θεό, καθώς και την εμπιστοσύνη και αναγνώριση του θείου μεγαλείου και της ουράνιας προέλευσης του Λυτρωτή και Σωτήρα του κόσμου.

          Σύγχρονοι σχολιαστές του εν λόγω Ευαγγελίου αναφέρουν ως το πιο εμφανές χαρακτηριστικό του την αντικειμενικότητα των αφηγήσεών του. Για τον λόγο αυτό ένας απ’ αυτούς (Westcott) ονόμασε το Ευαγγέλιο του Μάρκου «αντίγραφο ζωής»! Ιουδαίοι σχολιαστές της Αγίας Γραφής, που εξέδωσαν πρόσφατα ένα ογκώδες, εξαιρετικά ενδιαφέρον και βέβαια άκρως πρωτότυπο υπόμνημα στην Καινή Διαθήκη, αναφέρονται με ιδιαίτερα κολακευτικά λόγια στον ευπρεπή και εύκοσμο Μάρκο και στο Ιερό του Ευαγγέλιο. Λένε, λοιπόν, χαρακτηριστικά οι Ιουδαίοι σχολιαστές πως «Η παραπλανητική απλότητα του Μάρκου εκτιμήθηκε πλήρως προς τα τέλη του 20ου αιώνα, όταν θεωρητικοί της λογοτεχνίας και θεολόγοι σημείωσαν την σύλληψη του ρεαλισμού της αφήγησης του Ευαγγελίου του». Συνεχίζουν δε, υποστηρίζοντας πως, «Οι ιστορίες περιγράφονται ρεαλιστικά και με υποβλητικές λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής. Ο Μάρκος, περισσότερο από τους άλλους Ευαγγελιστές, δεν χάνει ποτέ επαφή με τον τρόπο ζωής των απλών ανθρώπων»!

          Κι επειδή ευρισκόμεθα αυτή την εποχή εντός του πλαισίου της Λαμπροφόρου Αναστάσεως του Κ.η.Ι.Χ., αξίζει να δούμε -έστω επιγραμματικά- τι αναφέρει ο σήμερα εορταζόμενος Άγιος Ευαγγελιστής για το υπερφυσικό αυτό γεγονός. Το συνολικό κείμενο του Ευαγγελίου του Μάρκου εκτείνεται σε 16 μόνο κεφάλαια ή 106 παραγράφους. Έτσι τα περί της Αναστάσεως ευρίσκονται αποκλειστικά στο τελευταίο κεφάλαιο του Ευαγγελίου.

          Η Ανάσταση του Ιησού παρουσιάζεται με τις εξής λέξεις και φράσεις: «ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε» (16, 6), «Αναστάς πρωΐ πρώτη σαββάτων» (16, 9), «ζη και εθεάθη» (16, 11). Και οι τρεις αυτές εκφράσεις είναι σαφέστατα έντονες και εμφατικές, και αποκαλύπτουν την θαυματουργική και μεταφυσική πραγματικότητα της φυσικής Αναστάσεως του Κυρίου.

Ο Μάρκος συμβάλλει με τον τρόπο αυτό κατ΄αρχάς στην καταγραφή ενός γεγονότος που άλλαξε την ιστορία του κόσμου ολόκληρου, και οπωσδήποτε με το προφορικό κήρυγμα και τη γραπτή κατάθεσή του βεβαιώνει την πρώτη Εκκλησία, καθώς και τα μέλη της στρατευομένης Εκκλησίας διαχρονικά, για την υπέρτατη αυτή προσφορά του Κυρίου, που είναι η νίκη της ζωής επί του θανάτου και της φθοράς. Είναι αυτό που είχε ανάγκη και που απαραίτητα χρειαζόταν ο άνθρωπος την εποχή εκείνη αλλά και πάντοτε. Ας θυμηθούμε και τον σοφό λόγο του Γάλλου φιλοσόφου Σατωβριάνδου, ο οποίος είπε πως αν αργούσε λίγο να έλθει ο Χριστός στη γη θα εύρισκε το πτώμα της ανθρωπότητας.

Παράλληλα με τη σαφή βεβαιότητα της Αναστάσεως ο Μάρκος μας προσφέρει μια αναγγελία συνάντησης, λέγοντας εκείνο το «εκεί αυτόν όψεσθε» (16, 7), κι επίσης μας ενημερώνει και για κάποιες εμφανίσεις του Αναστημένου Ιησού. Αλλού μας λέγει πως «εφάνη» (16, 9) κι αλλού πως «εφανερώθη» (16, 12 & 14).

          Αξίζει κανείς να συλλογισθεί τη σημασία που είχαν τότε και που έχουν και σήμερα οι εμφανίσεις του Κυρίου:

·        Ο Διδάσκαλος, γνωρίζοντας καλά τους μαθητές Του, ήξερε πως έπρεπε να φανερωθεί μπροστά τους ζωντανός, για να τους προσφέρει τη βιωματική εμπειρία της αναστημένης ζωής, που αργότερα θα αποτελούσε τη βάση και το κέντρο του κηρύγματός τους.

·        Ο Μάρκος, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά σε τροπάριο των αίνων της εορτής του, «Δογμάτων των θείων συγγραφεύς, του Χριστού γενόμενος, πάσαν την γην κατεφώτισας, αυτού την σάρκωσιν, και τα θεία πάθη, την σεπτήν ανάστασιν, και την προς τον Πατέρα ανάβασιν, κηρύξας πάνσοφε, και τα έθνη προς επίγνωσιν, αληθείας, ελκύσας Απόστολε». Γνώριζε καλά ο θεόληπτος Ευαγγελιστής πως οι εμφανίσεις έχουν μεγάλη αξία για την ψυχολογική στήριξη των μαθητών, οι οποίοι είχαν ανάγκη να δουν με τα μάτια τους και να ψηλαφίσουν εμπειρικά το έκτακτο αυτό γεγονός της Αναστάσεως. Για τούτο αναφέρει και υπογραμμίζει τις εμφανίσεις αυτές του Αναστημένου Χριστού.

·        Η Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία μας επίσης, αναγνωρίζοντας τη μεγάλη σημασία της εμφάνισης και συνεχούς ζωντανής παρουσίας του Μεσσία και Λυτρωτού ανάμεσά μας, καθιέρωσε, με μεγάλη σοφία, την παράδοση των ιερών εικόνων. Οι εικόνες του Κυρίου και των Αγίων, διακονούν πάντα αυτό καθ’ αυτό το μυστήριο της εμφάνισης του Θεού στη ζωή των ανθρώπων και της διαρκούς επικοινωνίας μεταξύ του ουράνιου και του επίγειου. Η εμφάνιση δε και η παρουσία συμβάλλει σαφώς όχι μόνο στη μνημοσύνη (δεν γίνεται δηλαδή μόνο για να μην ξεχνούμε), αλλά κυρίως στη διαδικασία της εμπέδωσης των αληθειών της πίστεώς μας, έτσι ώστε να φθάσουμε -όπως και ο Θωμάς- στη σωτήριο ομολογία «ο Κύριός μου και ο Θεός μου»!

Μια σπουδαία προσωπικότητα τιμά λοιπόν σήμερα η Αγία Ορθοδοξία, αλλά και σύνολος ο Χριστιανισμός, και μας καλεί, ιδιαίτερα εμάς τους κληρικούς, να του ομοιάσουμε στο δυναμισμό, στη δράση, στην αφοσίωση και στον ιεραποστολικό ζήλο.

Είθε, με την βοήθεια και ευλογία του Μεγάλου Θεού μας και τις πρεσβείες του παμμακάριστου Αγίου Μάρκου, να αποδειχθούμε κι εμείς άξιοι συνεχιστές του έργου των Αποστόλων, των Ευαγγελιστών και των Ομολογητών της Εκκλησίας μας, προσφέροντες μαρτυρία πίστεως, αληθείας και ευσεβείας παντού και πάντοτε!

          Αμήν! Γένοιτο!

Σημείωση: Η παραπάνω ομιλία εκφωνήθηκε από τον Πρωτοπρ. Αναστάσιο Δ. Σαλαπάτα, στη Σύναξη του Ιερού Κλήρου της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Θυατείρων και Μεγ. Βρετανίας, την 25η Απριλίου 2012. Η εν λόγω Σύναξη έλαβε χώρα στο Southampton της Νότιας Αγγλίας, από την Τρίτη 24η έως και την Πέμπτη 26η Απριλίου 2012.

Tuesday, 24 April 2012

Αντιγόνη 2012

Το Θέατρο Τέχνης του Λονδίνου (Theatro Technis, 26 Crowndale Road, London, NW1 1TT), μετά την παράσταση Οιδίπους επί Κολωνώ, παρουσιάζει την Αντιγόνη 2012.

Τρίτη, 17 Απριλίου - Σάββατο, 28 Απριλίου 2012, 7.30 μ.μ. 

Την προσαρμογή από το πρωτότυπο του Σοφοκλή επιμελήθηκε ο Γιώργος Ευγενίου.

Πληροφορίες για παραστάσεις και εισιτήρια: 020 - 7387 6617, e-mail: info@theatrotechnis.com

This final chapter in the myth of Oedipus strikes particular resonance with the current economic crisis and austerity dilemma in Greece. The destructive confrontation between an experienced but unimaginative politician and an unrelenting idealist is an astonishingly relevant commentary on democracy and the interaction of people and government. The questions of morality and authority in Antigone 2012 draw parallels between the occurrences in Greece and the global values of humanity.

Monday, 23 April 2012

Πασχαλινὲς μέρες τοῦ 1970

Μὲ τὴν ἔλευση τῆς ἄνοιξης ἔφυγε ὁ Πατέρας. Σὲ ἡλικία ἰκανὴ νὰ δεῖ τὰ πράγματα πιὸ σωστὰ, ἀφοῦ οἱ ἐμπειρίες τοῦ εἶχαν πληρώσει τὴν ψυχή, τὸ εἶναι ὅλο.

Κοιτάζεις τὸ Χρόνο, τὸν συλλαβίζεις ἀριθμητικὰ καὶ τὸν μεταποιεῖς σὲ ἀριθμούς. Σαραντατρία χρόνια συμπληρώνονται σήμερα, ἀπό κείνη τὴν ἡλιόλουστη Μ. Τρίτη, ὅταν πήγες, πρωΐ-πρωΐ, στὸ τηλεφωνεῖο-παντοπωλεῖο τοῦ μπαρμπα Κωστή τοῦ Μπερδάνη καὶ σοῦ ἔδωσε τὸ σκληρὸ ἐκεῖνο καὶ τραγικὸ μήνυμα: «Ὁ πατέρας σου χάθηκε...»

Λέξεις μπερδεμένες μὲ τὴν ἐπιφάνεια μιᾶς ἄνοιξης ποὺ ἔξω κλάδωνε τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὸ κάλλος της πάνω στὰ δέντρα, στὴ φύση, ἀκόμα καὶ στὰ φρεσκοασβεστωμένα τὰ σπίτια, ἀφοῦ, ὕστερ᾿ ἀπό λίγες μέρες, θὰ εἴχαμε Πάσχα. Ποὺ σημαίνει Ἀνασταση, τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ εἶναι ὁλάκερου, μάλιστα ὕστερ᾿ ἀπό τὴν κοπιώδη Μ. Σαρακοστή. Καὶ τὸ κυριώτερο... Περιμέναμε τὴν ἔλευσή του, μέρες ποὺ ἔρχονταν. Κι ἡ ἀναμονὴ μεταποιήθηκε σὲ θρῆνο καὶ ἀπουσία, σὲ ἀναζήτηση κάποιου μέσου νὰ σταθεῖ κανεὶς ὅρθιος αὐτὲς τὶς ὧρες.  Κι εὐτυχῶς ποὺ ἦταν Μ. Ἑβδομάδα μὲ ὅλα τὰ θαυμαστά ποὺ φέρει, εὐτυχῶς ποὺ βρέθηκε κι ὁ J. S. Basch μὲ τὰ κορυφαῖα «Κατὰ Ματθαῖον Πάθη», μουσικὴ θεόπεμπτη καὶ θεραπευτική, ποὺ μεταποιεῖ τὸ πένθος σὲ προσευχὴ καὶ τὴν ἀγωνία σὲ κατάνυξη. Ὅλ᾿ αὐτὰ συνέδραμαν τὴν ψυχή μου τότε, ποὺ τὴν πότιζε κάθε χρόνο τὸ δοξαστικὸ τοῦ Ἑσπερινοῦ τῶν Ἀποστίχων τῆς Ἀποκαθηλώσεως «Σὲ τὸν ἀναβαλόμενον τὸ φῶς...», μὲ βεβαιωμένη κορωνίδα ἐκεῖνο τὸ, «Πῶς Σὲ Κηδεύσω, Θεέ μου...».

Συλλαβίζω καὶ σήμερα τὸ Χρόνο μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἐπετείου καὶ ξαναβλέπω τὴν τραγικὴ Μορφὴ τῆς Μάνας, ὅπως ἐπίσης ξαναζῶ κι ἐκεῖνο τὸ σιωπηλὸ ἀπόγευμα τῆς Μ. Πέμπτης, ὅταν εἴχαμε μείνει δυό μας στὸ σπίτι, ἀφοῦ ὅλοι εἴχανε ἀναχωρήσει, ὁ καθένας στὴ δουλειά του.

Τέλος, ἐκεῖνο ποὺ ἔχει χαραχτεῖ στὴ μνήμη, πρῶτα εἶναι καὶ τὸ ἀγνάντεμα ἀπό ψηλὰ, ἀπό τὸ χτήμα μας τῆς λιτανείας τοῦ Ἐπιταφίου, ἀπόγευμα τῆς Μ. Παρασκευῆς, γιατὶ δὲν εἶχε τὸ χωριὸ ἱερέα μόνιμο. Βλέπεις ὑπῆρχε ἡ ἀντίληψη στὸ χωριὸ ὅτι ἦταν ἀπρέπεια νὰ πάω στὴν Ἐκκλησία. Κι ἐγὼ, ὑπάκουσα... Τὸ ἄλλο ἦταν ἡ πρωϊνὴ ἐπίσκεψη στὴ Γλώσσα, ὄχι μέχρι μέσα στὸ χωριό, ἀλλὰ μέχρι τοῦ «Καζαμία», ὅπου σὲ ὧρα περασμένη -ἀπολείτουργα- μιὰ παρέα παιδιῶν ἑτοιμάζονταν νὰ γιορτάσουν τὸ Πάσχα… Μέσα στὸ πένθος ποὺ ζοῦσες ἐκεῖνες οἱ στιγμὲς βαφτισμένες μέσα στὸ λευκὸ καὶ ἔκπαγλο κάλλος ποὺ ἀνάσαινε ἡ Γλώσσα, λευκοφορεμένη, ἡλιόλουστη, πασχαλινή, γίνονταν ξαφνικὰ άνάχωμα πνευματικῆς ἀγαλλίασης καὶ ψυχικῆς ὀξυγόνωσης…

Παρ. 8-4-2011, Στή μνήμη τοῦ Πατέρα μου Νικολάου...


π. Κων. Ν. Καλλιανός

Sunday, 22 April 2012

Μαθήματα αγιογραφίας

Για τον σπουδαίο Αγιογράφο Λευτέρη Φουλίδη, ο οποίος δραστηριοποιείται καλλιτεχνικά στο Λονδίνο έχουμε κάνει αφιερώματα και στο παρελθόν.
Στο αρχείο μου βρήκα πρόσφατα και δημοσιεύω σήμερα μερικά σχέδια από τα μαθήματα αγιογραφίας, που είχε στο παρελθόν διδάξει ο Λευτέρης στην Κοινότητα Αγ. Παντελεήμονος ΒΔ Λονδίνου.
Σήμερα διδάσκει ανάλογα μαθήματα σε άλλες Ελληνορθόδοξες Κοινότητες του Λονδίνου με μεγάλη επιτυχία.

Saturday, 21 April 2012

Το νέο μέλος


Η οικογένειά μας απέκτησε χθες βράδυ ένα νέο μέλος. Ο «πελαργός» έφερε στην αδελφή μου Μαρία - Δήμητρα ένα υγιέστατο κοριτσάκι. Η αδελφή μου γέννησε στην Αθήνα, εν μέσω των περισσότερων μελών των οικογενειών μας.

Τα νέα μας μετέδωσε τηλεφωνικώς ο σύζυγός της και ευτυχής πατέρας Δημήτρης. Εμείς είχαμε εκείνη την ώρα συνεδρίαση με τους εκπαιδευτικούς του Ελληνικού Κολεγίου μας στο ΒΔ Λονδίνο. Διακόψαμε βέβαια και ακούσαμε τα θαυμάσια νέα, τα οποία μας χαροποίησαν πολύ.

Η χαρά μας γίνεται ακόμα μεγαλύτερη γιατί η νεογέννητη θα έχει γενέθλια την ίδια ακριβώς ημέρα με τον δικό μας πρωτότοκο Δημήτριο - Φίλιππο.

Η Εκκλησία μας εύχεται την πρώτη ημέρα της γέννησης ενός παιδιού:

«Δέσποτα, Κύριε, Παντοκράτορ, αυτός και την παρούσαν την σήμερον τέξασαν δούλην σου Μαρία - Δήμητρα ανάστησον αυτήν από κλίνης, ης επίκειται... Φύλαξον ταύτην και το παρόν νήπιον, ο έτεκε. Σκέπασον αυτήν υπό την σκέπην των πτερύγων σου...»!

Ας ευχηθούμε ολόψυχα να ζήσει ευτυχισμένο το νεογέννητο με τους γονείς και συγγενείς του, να έχει πάντα υγεία, χαρά, προκοπή και κάθε ευλογία από τον Δωρεοδότη Χριστό μας.

Friday, 20 April 2012

Σύμβολα και συμβολισμός [Β΄]

…στα πλαίσια της Ελληνικής Επανάστασης

του Δρα Ανδρέα Ανδρεόπουλου

Εκτίμηση των συνθηκών - Ανάλυση

Αφού παρουσιάσαμε, έστω και περιληπτικά, κάτι για τις τρεις κύριες πηγές των συμβόλων που επικρατούσαν γύρω στο 1821 στην Ελλάδα, πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στις συνθήκες που επικρατούσαν τότε. Ανεξάρτητα από τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, ανάμεσα στους οπλαρχηγούς και τις άλλες επαναστατικές δυνάμεις δεν υπήρχε η έννοια του έθνους όπως την καταλαβαίνουμε αργότερα. Οι Ρωμιοί ήταν φυσικά πολίτες δεύτερης κατηγορίας, που εξαρτιόντουσαν από την κεντρική εξουσία του Σουλτάνου, καθώς και από τις τοπικές εξουσίες διαφόρων πασάδων, μερικοί από τους οποίους, όπως ο Αλή Πασάς της Ηπείρου, καλλιέργησαν αποσχιστικές τάσεις από την Οθωμανική αυτοκρατορία, που τελικά ευνόησαν αποφασιστικά την επανάσταση. Οι Ρωμιοί κατά κανόνα διατήρησαν πολλά στοιχεία της δικής τους παράδοσης αλλά και κατώτερης και μέσης μόρφωσης. Βέβαια η έννοια του έθνους δεν εφευρέθηκε το 19ο αιώνα, αλλά μάλλον τότε, και μετά τη Γαλλική Επανάσταση, άρχισε να παίζει κεντρικό ρόλο στον αυτοπροσδιορισμό και στην ταυτότητα ενός λαού. Έτσι, όταν λέμε ‘Ρωμιοί’ σε αντιδιαστολή με τους ‘Τούρκους’, πρέπει να θυμόμαστε ότι αυτός ο διαχωρισμός γινόταν σχεδόν αποκλειστικά με κριτήριο τη θρησκεία, και όχι την φυλετική καταγωγή – εξ’ άλλου η φυλετική καταγωγή δεν είχε απασχολήσει σοβαρά ούτε τους αρχαίους Έλληνες που ενδιαφερόντουσαν πολύ περισσότερο για την παιδεία του ανθρώπου και τη συμμετοχή του ατόμου στον κοινό νου, ούτε τους εκχριστιανισμένους Ρωμαίους της Ανατολής, που δενόντουσαν από την πίστη στο Χριστό και τον αυτοκράτορα, και που πολλές φορές είχαν δει και είχαν αποδεχτεί αυτοκράτορες με βαρβαρική φυλετική καταγωγή.

Βέβαια το θέμα της ονομασίας του έθνους ήταν κάτι που γεννιόταν τότε, μαζί με την εθνική συνείδηση, αν και ο αυτοπροσδιορισμός ‘Ρωμιός’ ήταν μάλλον ο μοναδικός ανάμεσα στις άλλες δυο επιλογές (Γραικός και Έλληνας) που παρείχε την αίσθηση της συνέχειας του κράτους. Το ‘Έλληνας’, που για πολλούς αιώνες δε σήμαινε την εθνική ταυτότητα αλλά είχε συνδεθεί με την ειδωλολατρεία, άρχισε να χρησιμοποιείται πάλι μόνο λίγο πριν την επανάσταση. Το δε ‘Γραικός’ που αν και έχει αρχαία καταγωγή, ποτέ δεν είχε χρησιμοποιηθεί σε ευρεία κλίμακα στον ελλαδικό χώρο, παρεισφρύει από τη Δύση, μαζί με προ-κοραϊκές λέξεις όπως μινίστρος, παντιέρα, κτλ. Πάντως ο Κοραής απέριψε το ‘Ρωμιός’ ενώ προτιμούσε το ‘Γραικός’ ως γνωστό στη Δύση, αλλά το ‘΄Ελληνας’ τελικά επεκράτησε. Από την άλλη μεριά, η ρωμαλέα υπεράσπιση του οθωμανικού έθνους ως το μόνο έθνος της περιοχής (μέσα στο οποίο μπορούμε να διακρίνουμε διάφορα γένη, όπως το γένος των Ελλήνων) από Φαναριώτες που μετείχαν σε υψηλές θέσεις της οθωμανικής διοίκησης, όπως ο Στέφανος Καραθεοδωρής και ο Κωνσταντίνος Μουσούρος (μετέπειτα πρέσβης του Οθωμανικού κράτους στην Ελλάδα), δείχνουν πόσο ρευστές ήταν ακόμα αυτές οι έννοιες.

Σε τελική ανάλυση όμως, και παρά τις λίγες εξαιρέσεις, ενώ μπορούμε να πούμε ότι από τη μια μεριά έχουμε τους Μουσουλμάνους (Τούρκους, Αλβανούς ή Αιγύπτιους) και από την άλλη τους Χριστιανούς (Έλληνες, Σέρβους, Βλάχους ή επίσης Αλβανούς), αρχικά είναι δύσκολο να διακρίνουμε αυστηρά φυλετικά κριτήρια στην αίσθηση της ταυτότητας των Χριστιανών. Βλέπουμε άλλωστε και στο έργο του Ρήγα Φεραίου αλλά και την πρώτη διακήρυξη της επανάστασης, που δεν έγινε στην Αγία Λαύρα στις 23 ή τις 25 Μαρτίου αλλά στη μακρινή Μολδαβία, στις 22 Φεβρουαρίου του 1821, όταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης διέβη τον ποταμό Προύθο προς τον νότο, για να αρχίσουν έτσι οι πρώτες στρατιωτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων. Η περιοχή δεν ήταν καθόλου τυχαία, αφού οι Υψηλάντηδες κατείχαν κληρονομικά τη διοίκηση της Μολδοβλαχίας, ενός κράτους κατά βάση χριστιανικού, που βρισκόταν ανάμεσα στην τουρκική και τη ρωσική επιρροή. Οι Τούρκοι κατά κανόνα εμπιστεύθηκαν ή μάλλον πούλησαν τη διοίκηση της Μολδοβλαχίας σε πλούσιους Φαναριώτες, πολλοί από τους οποίους αντιμετώπισαν μάλλον τυραννικά το ντόπιο πληθυσμό, έτσι ώστε να μην καταφέρουν να τον ξεσηκώσουν στο πλευρό τους (κάτι που φαίνεται στην άτυχη συνεργασία του Υψηλάντη με τον Θεόδωρο Βλαδιμηρέσκου). Παρ’ όλα αυτά, η απαρχή του επαναστατικού αγώνα έγινε όταν ένας Ρουμάνος πρίγκηπας Φαναριώτικης καταγωγής με εμπειρία στο ρωσικό στρατό, αποφάσισε να πλήξει τους Τούρκους μέσα στην, έστω υποτελή, επικράτειά του, προσβλέποντας στη βοήθεια της ισχυρής Ρωσίας από τη μια, και στην εξέγερση των Ρωμιών στο νότο, από την άλλη.

Τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο δύσκολα σε μερικές περιοχές της υπόδουλης Ελλάδας, όπου βλέπουμε τη σύρραξη ομάδων που ήταν σχεδόν ταυτόσημες φυλετικά, αλλά με διαφορετική θρησκεία, όπως οι Σουλιώτες και οι Λιάπηδες. Και οι δύο ομάδες είχαν, τουλάχιστον μερικώς, αλβανικές καταβολές, αλλά εντελώς διαφορετικό πολιτικό, πολιτιστικό και θρησκευτικό προσανατολισμό.

Από την άλλη μεριά, η επίσημη Εκκλησία δε μπορούσε να παίξει ενοποιητικό ρόλο. Οι Πατριάρχες ήταν κατά κανόνα υποχείρια της Τουρκικής διοίκησης, και όταν γινόντουσαν ενοχλητικοί ή όταν οι Σουλτάνοι ήθελαν να απομυζήσουν χρήματα από τους επισκόπους, καθαιρούνταν, εξορίζονταν ή εκτελούνταν χωρίς πολλές διαδικασίες. Τελευταίο τέτοιο δείγμα ο Γρηγόριος Ε’ που αν και συμμορφώθηκε με τις πιέσεις των Οθωμανών πριν την επανάσταση, θεωρήθηκε υπαίτιος γιατί δεν μόρεσε να τη σταματήσει, και οδηγήθηκε στο δήμιο λίγες μέρες μετά την έναρξη της επανάστασης. Αντί για εκτελεστικό απόσπασμα όμως, ζήτησε ο ίδιος από τους εκτελεστές του, να τηρήσουν την παράδοση κατά την οποία οι Πατριάρχες εκτελούνταν δι’ απαγχονισμού. Ο κατώτερος κλήρος και οι μοναχοί από την άλλη μεριά απετέλεσαν μέρος του αγώνα από την αρχή. Πάντως, με μια Εκκλησία που δεν είχε δημόσια φωνή, αυτό δεν αρκούσε για την ενοποίηση των τοπικών οπλαρχηγών.

Τελικά ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες που κατέστησαν δυνατή την επανάσταση ήταν ο δυτικοευρωπαϊκός αρχαιοελληνικός ρομαντισμός. Η μελέτη της αρχαιότητας που ενέπνευσε τον Μπετόβεν να γράψει μουσική πάνω στα αρχαία ερείπια των Αθηνών, του λόρδου Μπάυρον που ήρθε στην Ελλάδα για να ξετυλίξει μια νοηματική συνοχή που συνέδεε την αμαρτωλή του ποιητική με την αρχαιότητα, αλλά ακόμα περισσότερο που έπεισε τους Άγγλους και τους Γάλλους να στείλουν οικονομική βοήθεια και στρατό στην υπόδουλη Ελλάδα, ήταν, ουσιαστικά το καλύτερο προϊόν του υπόδουλου ελληνικού Χριστιανισμού. Βέβαια, παρά την αμφισβήτηση ιστορικών όπως ο Φαλμεράγιερ, που έπεσε επίσης θύμα μιας φανταστικής Ελλάδας που βρέθηκε, ή μάλλον σα να έπρεπε να είχε βρεθεί στον 19ο αιώνα σαν να είχε μεταφερθεί με χρονομηχανή από τον 5ο αιώνα π.Χ., δεν υπήρξε ποτέ σοβαρή αμφισβήτηση της ελληνικότητας των ίδιων των Ρωμιών από τη μεριά τους. Απλώς, αυτή η ελληνικότητα ήταν κάτι που για πολλούς αιώνες δεν τους είχε ενδιαφέρει. Η δυτική διανόηση και κοινωνία ήταν ταυτόχρονα φιλική προς την αρχαιότητα, που την είχαν ανακαλύψει σε διάφορες αναγεννήσεις, και εχθρική προς τον χριστιανικό πολιτισμό, αυτόν που μας έμαθαν δυστυχώς να ονομάζουμε Βυζαντινό και με αυτό τον τρόπο να μη συνειδητοποιούμε και εμείς οι ίδιοι, πόσο φυσική και οργανική συνέχεια του αρχαιοελληνικού πολιτισμού υπήρξε.

Ο όρος Βυζάντιο, Βυζαντινή αυτοκρατορία, κτλ, δεν υπήρξαν ποτέ όροι εθνικού αυτοπροσδιορισμού. Το ‘Ρωμιός’ σήμαινε τον πολίτη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, που επέζησε στην Ανατολική και ελληνόφωνη εκδοχή της μετά την κατάληψη της Ρώμης από τα γοτθικά φύλα τον 5ο αιώνα. Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και ο τελευταίος αυτοκράτορας των Ρωμαίων έπεσαν το 1453, και όχι το 476. Για αιώνες όμως, η φραγκική και γερμανική δύση – και όχι η λατινική, που τα καταλάβαινε αυτά – προσπάθησε να δώσει την εντύπωση ότι η συνέχεια της Ρώμης είχε χαθεί, και μόνο με μια πολιτική ανασύσταση στη Δύση μπορούσε να ανακτήσει τον πολιτισμό της. Ο όρος ‘Βυζαντινή αυτοκρατορία’ είναι δημιούργημα του γερμανού ιστορικού Ιερώνυμου Wolf το 1557, και έπαιξε ακριβώς αυτό το ρόλο: να δείξει ότι άλλο η χριστιανική και εξελληνισμένη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία της Ανατολής, και άλλο η γνήσια κληρονομιά της Ρώμης στη μεσαιωνική και σκοτεινή Δύση. Περιέργως, αυτή η διαπίστωση απουσιάζει από την ίδια μας την εκπαίδευση, που έχει απορροφήσει άκριτα δυστυχώς, τη γερμανική εφεύρεση.

Τι σημασία έχει αυτό; Πρώτον, ότι αντίθετα με την Βυζαντινοκρατική, ούτως ειπείν, άποψη, που βρήκε θερμότατους υποστηρικτές σε δυτικαναθρεμμένους λόγιους όπως ο Κοραής (μπορούμε να δούμε τις απόψεις του σε πολλά γραπτά του, όπως στον «Διάλογο μεταξύ δύο Γραικών», που γράφτηκε το 1805), ο πολιτισμός της αρχαίας Ελλάδας δε σταμάτησε να υπάρχει. Ο Χριστιανισμός εξελίχθηκε θεολογικά και φιλισοφικά δίπλα στη ζωντανή συνέχεια της σχολής του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και των Στωϊκών, και αν επεκράτησε, αυτό δεν το χρωστάει τόσο στην πολιτική Χριστιανών αυτοκρατόρων όπως ο Θεοδόσιος που προσπάθησαν να συνυφάσουν την κρατική νομιμότητα με το Χριστιανισμό, αλλά σε θεολόγους όπως οι Καππαδόκες Πατέρες, ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και ο Μάξιμος ο Ομολογητής, που διαλέχθηκαν με την ελληνική φιλοσοφία και την απελευθέρωσαν από τα όριά της, προχωρώντας τα ερωτήματά της και τις αναζητήσεις της μέσα στο δρόμο του Χριστιανισμού. Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία του Ηράκλειου, του Λέοντος του Σοφού, του Φιλιππικού Βαρδάνη που ίδρυσε τον 8ο αιώνα την πρώτη σχολή στην Ευρώπη που μπορεί να λέγεται πανεπιστήμιο σύμφωνα με τα κριτήρια που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα, και του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου, δεν πέρασε από Σκοτεινούς αιώνες όπως η Δύση, ούτε έχασε ποτέ τη συνέχεια του αρχαιοελληνικού παρελθόντος της. Ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης μελετούνταν κανονικά για αιώνες, στην ολότητά τους, εναρμονισμένοι με το γενικότερο πλαίσιο του Χριστιανισμού – κάτι που ουσιαστικά ποτέ δεν κατέκτησε η Δύση. Η ταυτότητα του Ρωμιού ήταν πιο γνήσια συνέχεια της πολιτείας του Πλάτωνα από την ρομαντική εφέυρεση των γερμανών ιστορικών.

Δυστυχώς, η υπόδουλη Ελλάδα δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην παγίδα, και αντί να αναζητήσει την ταυτότητα που θα την ενοποιούσε ως έθνος στο παρόν της, εισήγαγε το παραμύθι που έγραψαν γι’ αυτήν στη Δύση, και άρχισε να παίζει αυτό το ρόλο. Είναι σκληρή η κρίση μας σήμερα, αλλά είναι πιθανό να μην τα είχε καταφέρει ποτέ να ελευθερωθεί η Ελλάδα αν δεν δεχόταν να παίξει αυτό το θεατρικό ρόλο. Εδώ ο συμβολισμός υπήρξε σωτηρία και παγίδα μαζί. Πάντως αυτή η διαφορά υπήρξε και η κατάρα του νεοελληνικού κράτους από την ίδρυσή του, που μας κυνηγάει μέχρι σήμερα. Οι Βαυαροί αρχαιολάτρες επιστήμονες και πολιτικοί που κατέφθασαν μαζί με τον Όθωνα, δεν μπόρεσαν, παρά την ομολογουμένως καλή τους θέληση, να διακρίνουν την παρούσα και ζωντανή συνέχεια του αρχαιοελληνισμού, που είχε επιζήσει μέσα από τραυματισμένους θεσμούς, όπως οι δημογεροντίες της Μάνης και σε άλλα μέρη, ένας θεσμός που βγαίνει κατευθείαν από την πολιτική αντίληψη της Εκκλησίας του Δήμου, όπως η οργανική σύνδεση της Εκκλησίας με το λαό, και όπως η τοπική, οριζόντια συμμετοχή στην εξουσία. Αφού δεν τα κατάλαβαν και δεν τα αναγνώρισαν, προσπάθησαν να οργανώσουν το νεοελληνικό κράτος με αυτά που ήξεραν, δηλαδή σύμφωνα με πολιτικές, κοινωνικές και μεταφυσικές αρχές που δεν ίσχυαν στην παράδοση και τη συνείδηση των Ρωμιών. Αντί για ανεξαρτησία της Εκκλησίας γύρεψαν την αποκοπή από την οικουμενική της πηγή, και τη δημιουργία εθνικής Εκκλησίας, υποδουλωμένης στο κράτος. Αντί για τοπική αυτοδιοίκηση επέβαλαν την κάθετη διοίκηση που πήγαζε από τον βασιλιά που δεν ήταν πλέον ο βασιλεύς, η βάση και ο υποστηρικτής του λαού του, αλλά αυτός που τον τραβούσε με το ζόρι σε έναν εκσυγχρονισμό ή μάλλον σε ένα κρατικισμό που δεν άνθησε ποτέ.

Αυτή τη σύγχυση τη βλέπουμε στη δυναμική των συμβόλων. Πριν την επανάσταση βλέπουμε τις διάφορες ομάδες των οπλαρχηγών να αυτοπροσδιορίζονται κατ’ αρχήν με χριστιανικούς όρους και σύμβολα, με αρκετά αρχαιοελληνικά και σύμβολα της σύγχρονης Ευρώπης, αλλά όχι πια με σύμβολα που παραπέμπουν στο τελευταίο ελεύθερο ελληνικό κράτος. Δεν υψώθηκε ο δικέφαλος αετός ποτέ, δεν κυμάτισε ποτέ ξανά δίπλα στο σταυρό το τετραπλό Β των Παλαιολόγων, το σύμβολο του Βασιλέως Βασιλέων Βασιλεύων Βασιλευόντων. Αυτό που βλέπουμε μετά την επανάσταση και με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους είναι ότι οι εγγενείς δυνάμεις παραμερίζονται. Η εκκλησία άρχισε να αλλοιώνεται, έγινε ηθικιστική και θρησκειακή αντί πνευματική και κοινωνική – κάτι για το οποίο διαμαρτύρεται μοναχικά σχεδόν στον καιρό του ο άγιος των γραμμάτων Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Τα κρατικά σύμβολα εναρμονίζονται σύντομα με τα ανάλογα δυτικοευρωπαϊκά, κάτι που φαίνεται από την αλλαγή του χρώματος της σημαίας στη συγκεκριμένη απόχρωση που χρησιμοποιούσαν οι Βαυαροί βασιλείς, ως τους επισήμους πολιτικούς πλέον παλιούς αγωνιστές, που εγκατέλειψαν την τελευταία ενσάρκωση του αρχαιοελληνικού χιτώνα, τη φουστανέλλα, για να φορέσουν το φράγκικο παντελόνι, και την ανώτατη εκπαίδευση που οργανώνεται σύμφωνα με το προτεσταντικό πρότυπο του πανεπιστημίου του Βερολίνου.


Το σημερινό πρόβλημα

Τι σημασία έχουν όλα αυτά σήμερα; Ακόμη κι αν αναγνωρίσουμε τα λάθη του παρελθόντος, ακόμη κι αν παραδεχτούμε τα κακώς κείμενα, μπορούμε να γυρίσουμε πίσω το χρόνο και να τα διορθώσουμε αναδρομικά; Όχι βέβαια. Όμως και σήμερα η ελληνική κρίση βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε μια κρίση ταυτότητας. Τελικά τι είμαστε, Έλληνες, Ρωμιοί, Χριστιανοί Ορθόδοξοι, ή Βυζαντινοί; Είμαστε ανατολικοί ή δυτικοί; Ή μήπως όλα αυτά μαζί; Πώς χάσαμε το έδαφος κάτω από τα πόδια μας, και ενώ οι πρόγονοί μας εφηύραν τη δημοκρατία με τους κανόνες της πολιτικής συνύπαρξης, εμείς οι απόγονοί τους λειτουργούμε εικοσιπέντε αιώνες αργότερα με πολιτικούς όρους βαρβαρικούς ή προελληνικούς; Το κράτος τελικά είναι ο διαρκής αντίπαλός μας, ή είμαστε εμείς οι ίδιοι;

Φοβάμαι πως αν δεν ασχοληθούμε με αυτά τα ερωτήματα δεν πρόκειται να ξεπεράσουμε την κρίση που μας μαστίζει. Κρίση αξιών και αυτοσεβασμού είναι το βασικό μας πρόβλημα, παρά έλλειψη χρημάτων. Μέχρι να ανακτήσουμε ολόκληρη την ιστορία μας, μέχρι να δούμε μέσα μας την αδιάκοπη συνέχεια της ελληνικής σκέψης που ξεκινά από τον Όμηρο, περνάει από τον Ιωάννη Χρυσόστομο και φτάνει ως τους Μανιάτες δημογέροντες, με τα καλά της και με τα προβλήματά της, δε θα μπορέσουμε να σταθούμε ούτε στο εσωτερικό της χώρας σα λαός με αυτοσυνείδηση, ούτε σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, αφού πάντα θα περηφανευόμαστε για ένα παρελθόν που έχουμε ανακτήσει μόνο μέσα από τη μετα-αναγεννησιακή Δύση. Η κατανόηση των προβλημάτων και των προκλήσεων του ελληνισμού κατά την επανάστασή του, μπορεί να μας βοηθήσει να καθαρίσουμε σιγά σιγά την εικόνα της ελληνικής κληρονομιάς, όχι μόνο στο επίπεδο του νεοελληνικού κράτους που στήθηκε με αμέτρητες θυσίες και σχεδόν το ίδιο αμέτρητες προδοσίες, αλλά και στο επίπεδο που μας επιτρέπει να δούμε το 1821 σαν μια αρχή για μια απελευθέρωση που δεν έχει ακόμα περατωθεί.

Σας υποσχέθηκα μια ομιλία για τα σύμβολα της ελληνικής επανάστασης, και είναι αλήθεια ότι άρχισα με αυτό τον τρόπο, κάπως περιγραφικά, κάπως ερμηνευτικά. Τα σύμβολα όμως μας λένε πάντα μια βαθύτερη ιστορία, μας δείχνουν ένα τρόπο να εκτιμήσουμε το παρελθόν μας που δεν προσδιορίζεται μόνο από κρατικές συμφωνίες και στρατιωτικές συνθηκολογήσεις. Τα σύμβολα μιλούν με την καταγωγή τους, και στον τομέα του ξεχασμένου Βυζαντίου φωνάζουν με την μαρτυρική απουσία τους. Μπορούμε να δούμε όμως ότι η αληθινή σημασία των οπλαρχηγών που ήταν μανικά παθιασμένοι με την ελευθερία και τη Χριστιανοσύνη τους δεν εξαντλείται στο επίπεδο μιας πολιτικής ή εθνικής εξέγερσης. Η γλώσσα των συμβόλων μας δείχνει ότι πριν την εθνική εξέγερση έπρεπε να αναστηθεί η ίδια η έννοια του έθνους. Αυτό έγινε όπως έγινε, με άθλους και με λάθη. Στο χέρι μας, ή μάλλον πρόκληση της γενιάς μας και κάθε γενιάς είναι να θεωρήσουμε αυτή την επανάσταση ως μια διαρκή πορεία προς την ελευθερία, και όχι σαν το εγκώμιο ενός αποτυχημένου κρατισμού.

Thursday, 19 April 2012

Σύμβολα και συμβολισμός [A΄]

…στα πλαίσια της Ελληνικής Επανάστασης

του Δρα Ανδρέα Ανδρεόπουλου

Γιατί να μας ενδιαφέρει το θέμα των συμβόλων και των συμβολισμών τόσο πολύ, σε σχέση με την ελληνική επανάσταση; Τι μπορεί άραγε να μας αποκαλύψει και γιατί μπορεί να είναι σημαντικό σήμερα; Γενικά η γλώσσα των συμβόλων μας αποκαλύπτει ένα επίπεδο σκέψης και ζωής πέρα από την επίσημη ρητορική είτε του κράτους είτε της επιστήμης, κι έτσι μπορεί πολλές φορές να μας δώσει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για αυτό που σκέφτεται και αισθάνεται ένας λαός – για αυτό που μπορούμε ίσως να προσεγγίσουμε ως την αλήθεια του ελληνικού λαού. Ουσιαστικά η προσέγγιση της ιστορίας μας με αυτό τον τρόπο προτείνει και οδηγεί σε μιαν άλλη ιστοριογραφία, μιαν άλλη αξιολόγηση της ιστορίας μας, και σε μιαν άλλη αντίληψη για το τι ακριβώς συνιστά το παρελθόν και το παρόν μας.

Κατ’ αρχάς, η σημασία των συμβόλων της επανάστασης του 1821 μας αποκαλύπτεται σε τρία επίπεδα:

· Έτσι ώστε να κατανοήσουμε τις κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτιστικές συνθήκες μέσα στις οποίες συνέβηκε η επανάσταση. Αυτό το θέμα είναι ουσιαστικά η εξερεύνηση της ταυτότητας του εξεγερμένου λαού, η ταυτότητα του 1821.
· Έτσι ώστε να κατανοήσουμε τη σημασία της κληρονομιάς που μας άφησε η επανάσταση του 1821, η απόσχιση από το Οθωμανικό κράτος, και η ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους. Για αυτό το σκοπό η κριτική μας ανάλυση μπορεί να μας φανερώσει όχι μόνο τις αναπόφευκτες ίσως ιστορικές συνθήκες και επιλογές, αλλά και τα λάθη που έγιναν τότε, πολλά από το οποία διορθώθηκαν αργότερα ή μπορούν να διορθωθούν.
· Τελικά αυτό έχει σημασία για τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε το ιστορικό παρελθόν μας αλλά και το παρόν μας. Για άλλη μια φορά, το ερώτημα είναι ουσιαστικά η ψηλάφηση της πολιτιστικής, κοινωνικής, πολιτικής και θρησκευτικής μας ταυτότητας. Η κρίση της ταυτότητάς μας ως λαού είναι σήμερα πιο επίκαιρη από ποτέ, και πιο σημαντική από οποιαδήποτε οικονομική κρίση.

Για ποια σύμβολα μιλάμε; Και εδώ μπορούμε να τα κατατάξουμε σε τρεις βασικές κατηγορίες.


Σύμβολα Χριστιανικής προέλευσης

Πρώτα πρώτα, μπορούμε να διακρίνουμε σύμβολα χριστιανικής προέλευσης, καθώς και σύμβολα που θυμίζουν το ελληνικό κράτος πριν από την κατάλυση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Βυζαντίου). Τέτοια σύμβολα είναι πρώτα πρώτα ο σταυρός που ακόμα και τώρα υπάρχει στην ελληνική σημαία και υπήρχε στις οικογενειακές ή στρατιωτικές σημαίες πολλών οπλαρχηγών. Ο συνδυασμός γαλάζιας και άσπρης σημαίας με σταυρό υπήρχε στον Κολοκοτρώνη (γαλάζιος σταυρός σε άσπρο φόντο) και άλλους οπλαρχηγούς. Σε πολλές άλλες σημαίες οπλαρχηγών βρίσκουμε διάφορες παραλλαγές του σταυρού, γαλάζιου, κόκκινου, λευκού, ή μαύρου.

Παράλληλα, σε πολλές σημαίες οπλαρχηγών βρίσκουμε εικόνες αγίων όπως ο Άγιος Γεώργιος ο Δρακοκτόνος στη σημαία του Αθανάσιου Διάκου, του Μάρκου Μπότσαρη και άλλων ηπειρώτικων ομάδων, οι Άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη στη σημαία των Υψηλάντηδων, και οι Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Βρίσκουμε επίσης και συνθήματα που μας θυμίζουν τις πρώτες στρατιωτικές επιτυχίες των Χριστιανών, όπως το ‘Εν τούτω Νίκα’.

Η πρώτη ελληνική σημαία με τη σημερινή της μορφή (γαλάζιο φόντο και λευκός σταυρός) σχεδιάστηκε, ευλογήθηκε και υψώθηκε το 1807 στη Μονή Ευαγγελιστρίας στη Σκιάθο. Σ’ αυτή ο ηγούμενος Νήφων όρκισε τους οπλαρχηγούς Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, Ανδρέα Μιαούλη, Παπαθύμιο Βλαχάβα, Γιάννη Σταθά, Νικοτσάρα και πολλούς άλλους. Παραλλαγή της ήταν η σημαία του Παπαφλέσσα, φτιαγμένη με πιο σκούρο γαλάζιο χρώμα. Αυτή η τελευταία έχει πολύ ενδιαφέροντα συμβολισμό, καθώς φτιάχτηκε από το αντερί ενός παπά και τη φουστανέλα ενός συμπολεμιστή του, του Παναγιώτη Κεφάλα. Επεκράτησε ως το κατ’ εξοχήν ελληνικό σύμβολο το 1822, όταν ο Μαυροκορδάτος, πρόεδρος τότε του εκτελεστικού, εγκατέλειψε τα προηγούμενα σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας που προξενούσαν ανησυχία στις συντηρητικές ξένες δυνάμεις, και επέβαλε τη γαλανόλευκη ως σημαία του ελληνικού κράτους.

Το πιο γνωστό σύμβολο που είναι συνδεδεμένο με την επανάσταση είναι το λάβαρο της Αγίας Λαύρας, που απεικονίζει την Κοίμηση της Θεοτόκου. Η μονή της Αγίας Λαύρας είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση, και αρχικά το λάβαρο είχε χρησιμοποιηθεί ως παραπέτασμα της Ωραίας Πύλης. Στην επανάσταση ήταν ήδη περίπου εκατό χρονών και θεωρούνταν κειμήλιο. Κατά μία αναφορά όμως το λάβαρο που χρησιμοποιήθηκε στα Καλάβρυτα είχε από τη μια μεριά την Ανάσταση και από την άλλη τον Άγιο Γεώργιο, κάτι που συνάδει και με το χαρακτήρα της επανάστασης ως ανάστασης του έθνους, και με τη θέση του Αγίου Γεωργίου ως στρατιωτικού αγίου. Πιθανόν να χρησιμοποιήθηκαν και τα δύο λάβαρα.

Χριστιανικό σύμβολο είναι και η ημερομηνία που συμβατικά δίνεται ως η έναρξη της επανάστασης, δηλαδή η 25η Μαρτίου. Εδώ, πρώτα πρώτα, αντιμετωπίζουμε ένα ιστορικό πρόβλημα. Οι διάφορες ιστορικές αναφορές που έχουμε από την εποχή δε φαίνεται να υποστηρίζουν την άποψη που επεκράτησε αργότερα, δηλαδή ότι η επανάσταση άρχισε στις 25 Μαρτίου με όρκο που δόθηκε στην Αγία Λαύρα πάνω στο λάβαρο. Όμως αυτού του είδους η έρευνα δεν υποβιβάζει ούτε τη σημασία της ημερομηνίας, ούτε τη σημασία του λαβάρου – ίσα ίσα που δείχνει αυτά τα δύο στοιχεία επεκράτησαν ακριβώς λόγω της σημασίας του συμβολισμού τους. Η 25η Μαρτίου ως ημερομηνία συνδέθηκε τελικά με την επανάσταση όχι λόγω κάποιας συγκεκριμένης στρατιωτικής πράξης που απετέλεσε την απαρχή της (γιατί διάφορες άλλες ημερομηνίες αναφέρονται, σε σχέση με τέτοιες πράξεις, όπως στις 23 Μαρτίου, και ίσως πιο σωστά στις 22 Φεβρουαρίου όπως θα δούμε παρακάτω), αλλά ακριβώς λόγω της Χριστιανικής διάστασής της, που ήταν αναπόσπαστο μέρος του ξεσηκωμού.


Σύμβολα σύγχρονης δυτικής προέλευσης

Δεύτερη κατηγορία συμβόλων είναι αυτά που σχετίζονται ή μοιάζουν με σύγχρονα δυτικά σύμβολα, πολλές φορές με κάποια αναφορά σε επαναστατικές και ριζοσπαστικές ιδέες. Έτσι έχουμε πολλές παραλλαγές, ιδιαίτερα στους αγωνιστές που σχετίστηκαν με τις παραδουνάβιες επαρχίες όπως οι Υψηλάντηδες και ο Ρήγας Φεραίος, μιας τρίχρωμης σημαίας αποτελούμενη από τρεις οριζόντιες λωρίδες με κόκκινο, λευκό και μαύρο χρώμα. Κατ’ αναλογία με πολλές δυτικοευρωπαϊκές σημαίες όπου κάθε χρώμα συμβολίζει κάποια ιδέα που θεωρείται θεμελιώδης για το συγκεκριμένο έθνος (με πιο γνωστό το συμβολισμό της γαλλικής σημαίας που σημαίνει την ελευθερία, την αδελφοσύνη και την ισότητα), η κόκκινη, λευκή και μαύρη σημαία σήμαινε, κατά τους Υψηλάντηδες, αυτά: «Το άσπρον σημαίνει την αθωότητα της δίκαιας ημών επιχειρήσεως κατά των τυράννων, το μαύρο τον υπέρ πατρίδας και ελευθερίας θάνατον ημών και το κόκκινον την αυτεξουσιότητα του Ελληνικού λαού και την χαράν αυτού διότι πολεμεί δια την ανάστασιν της πατρίδας» (Στρατιωτικοί Νόμοι του Νικόλαου Υψηλάντη, άρθρο 11).

Αυτός ο τρόπος του συμβολισμού της ταυτότητας ενός έθνους μέσα από τρία, συνήθως, χρώματα, είναι κάτι γνωστό από πολύ καιρό στη Δύση. Βέβαια ολόκληρος σχεδόν ο συμβολισμός της Φιλικής Εταιρείας έχει δυτικές ρίζες. Όλη η οργάνωση της Εταιρείας ήταν δανεισμένη από τη μυστική δομή του Τεκτονισμού, και, μάλλον ακόμα πιο άμεσα, από τη δομή της μυστικής επαναστατικής οργάνωσης των Καρμπονάρων της αρχής του 19ου αιώνα, με την οποία είχαν σχέση μέλη της Φιλικής Εταιρείας καθώς και άλλοι φιλέλληνες, όπως ο λόρδος Μπάυρον. Τα τέσσερα στάδια μύησης (σε αδελφοποιτούς, βλάμηδες, ιερείς και ποιμένες) και η Αόρατος Αρχή, κορυφή μιας πυραμίδας που δεν ήταν ορατή στα μέλη της οργάνωσης, παραπέμπουν στην αυτοπροστασία οποιασδήποτε μυστικής και παράνομης οργάνωσης, αλλά περισσότερο από όλα συνετέλεσαν στο να δοθεί η εντύπωση ότι η Αόρατος Αρχή, ο κρυφός αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας δεν ήταν άλλος από τον τσάρο της Ρωσίας, κι έτσι ότι η Ρωσική υπερδύναμη θα πολεμούσε, αργά ή γρήγορα, για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Η Φιλική Εταιρεία πάντως ταυτίστηκε με το σύνθημα ‘Ελευθερία ή Θάνατος’ που υπήρχε στη σημαία της, αλλά ήταν ήδη γνωστό από ένα λόγο του Patrick Henry στα πλαίσια της Αμερικανικής επανάστασης το 1775 (“Give me liberty or give me death”), αν και φαίνεται ότι το σύνθημα είχε χρησιμοποιηθεί τουλάχιστον στην αρχή του 18ου αιώνα, στην πολιορκία της Βαρκελώνης από τους Γάλλους και τους Ισπανούς. Το σύνθημα Ελευθερία ή Θάνατος πέρασε στις σημαίες πολλών οπλαρχηγών, ενώ πιθανό είναι να διαμόρφωσε έμμεσα και την ελληνική σημαία με τις εννέα λευκές και γαλάζιες λωρίδες, όσες και οι συλλαβές της φράσης.

Όμως όπως προανέφερα, οι επιφυλάξεις των μεγάλων δυνάμεων για το ριζοσπαστισμό των Καρμπονάρων ανάγκασαν τους Φιλικούς να παραμερίσουν την επιρροή τους σύντομα μετά την επανάσταση, κάτι που δεν ήταν πολύ σημαντικό πλέον για την ιστορική συνέχεια, αφού η Φιλική Εταιρεία είχε προσφέρει όσα θα μπορούσε, και η συνέχεια έπρεπε να ακολουθήσει σε φανερά, θεσμικά επίπεδα, και όχι στα μυστικά υπόγεια όπου γίνονταν με τελετουργικό τρόπο οι μυήσεις μπροστά σε ένα κερί και ένα κρανίο, έτσι ώστε να θυμίζουν ότι ελευθερία και θάνατος δεν απείχαν πολύ αναμεταξύ τους.

Μαζί με την επιρροή της Φιλικής Εταιρείας, ένα άλλο στοιχείο που ήρθε από τη Δύση, ή μάλλον πιο πολύ από την εκδυτικισμένη Ανατολή, ήταν μια συγκεκριμένη αντίληψη περί πολιτικής ισχύος που ήταν συνδεδεμένη με τις μοναρχίες και τις βασιλικές οικογένειες της εποχής. Έτσι, μαζί με την κρυφή (και ανακριβή, όπως φάνηκε σύντομα) αναφορά στον τσάρο, οι Υψηλάντηδες και ο Μαυροκορδάτος, παρά τη σχετικά περιορισμένη τους στρατηγική ικανότητα, επεβλήθησαν στα πολιτικά και τα διπλωματικά πράγματα ως κατέχοντας τον τίτλο του πρίγκηπα ή του υπουργού Εξωτερικών (ποστέλνικου) στη Μολδοβλαχία. Ήταν παρόμοιας φύσης η έλλειψη αντίστασης από τη μεριά των Ελλήνων που συνέβαλε στην εγκατάσταση του Όθωνα από τις Μεγάλες Δυνάμεις – ενός πρίγκηπα, ενός βασιλικού οίκου και ενός συστήματος που καμμία σχέση δεν είχε με την επανάσταση, την Ελλάδα και τις ανάγκες της. Εδώ μπορούμε να θυμηθούμε ότι ανεξάρτητα από το πώς θα μπορούσαμε να δούμε το ρόλο της μοναρχίας ως θεσμού στην Ελλάδα του 19ου ή και του 20ου αιώνα, ένα από αυτά που στέρησε η Τουρκοκρατία από την υπόδουλη Ελλάδα ήταν και η αριστοκρατία της, δηλαδή η συνέχεια των ισχυρών και ικανών ηγετών (και οικογενειών, αλλά ποτέ με το φεουδαρχικό τρόπο που έδωσε δύναμη στις ισχυρές οικογένειες των δυτικοευραπαϊκών βασιλείων) που θα μπορούσε, με συμβολικό έστω τρόπο, να δείξει ότι το ελληνικό κράτος υπήρχε πριν από την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Δεν υπήρχαν πλέον Παλαιολόγοι, Καντακουζηνοί, Σκληροί, Άγγελοι, για να δώσουν βασιλικό οίκο που θα έπειθε τα δυτικοευρωπαϊκά κράτη για αυτή τη συνέχεια, κι έτσι όλες οι δυναστείες της σύγχρονης Ελλάδας είχαν είτε Γερμανική είτε Δανική καταγωγή.


Αρχαιοελληνικά σύμβολα

Η Τρίτη κατηγορία συμβόλων προσπαθεί να δείξει κάποια σχέση με την αρχαία Ελλάδα. Έτσι έχουμε τη σύσταση του Ιερού Λόχου δίπλα στους Υψηλάντηδες, που κατ’ όνομα τουλάχιστον αντλούσε την έμπνευσή του από το ομώνυμο στρατιωτικό σώμα της αρχαίας Θήβας. Έχουμε επίσης διάφορα αρχαιοελληνικά συνθήματα στις σημαίες των οπλαρχηγών, όπως το Ταν ή επί τας, τον μυθολογικό φοίνικα που αναγεννάται από τις στάχτες του, την προσπάθεια για αναβίωση της ελληνικής γλώσσας, κάτι που βλέπουμε, ενδεικτικά, τόσο στον Αδαμάντιο Κοραή όσο και στον Μάρκο Μπότσαρη, για να μιλήσουμε για δύο πολύ διαφορετικούς ανθρώπους. Στον Κοραή αυτό πήρε τη μορφή της καθαρεύσουσας, μιας γλώσσας που αν και δε μπορούσε να απαρνηθεί τις αλλοιώσεις και την εξέλιξη που είχε υποστεί ειδικά τους τελευταίους αιώνες, μπορούσε τουλάχιστον να αποτινάξει κάποιες από τις πιο πρόσφατες προσμίξεις. Στον Μπότσαρη, από την άλλη μεριά, που έγραψε το ‘Λεξικό της Ρωμαϊκής και της Αρβανιτικής απλής’ σε νεαρή ηλικία, βλέπουμε την προσπάθεια να μιληθεί πιο πολύ, όσο γινόταν, η ελληνική γλώσσα.

Βέβαια, το στοιχείο που έδειχνε πιο έντονα από όλα τα άλλα προς τα πού θα πήγαινε η κατάσταση πριν από την επανάσταση, ήταν κάτι που δεν πέρασε απαρατήρητο από τους Τούρκους: Αντί για τα πιο συνηθισμένα ονόματα και τα υποκοριστικά τους που τα έκαναν αγνώριστα ακόμα και για Χριστιανικά μη ελληνικά ονόματα (όπως Τσάμης, Γώγος, Κίτσος, κτλ), μια γενιά πριν την επανάσταση οι υπόδουλοι Έλληνες άρχισαν να δίνουν αρχαιοελληνικά ονόματα στα παιδιά τους – δείγμα αυτής της τάσης ανάμεσα στους οπλαρχηγούς ήταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Οι Τούρκοι πίεσαν το Πατριαρχείο να κρατήσει αποστάσεις από αυτό το φαινόμενο και να συστήσει στους Έλληνες να μην πράττουν με αυτό τον τρόπο. Γενικά όμως, όπως θα δούμε στη συνέχεια, η ταύτιση του υπόδουλου και ύστερα εξεγερμένου ελληνισμού, με την αρχαιοελληνική παράδοση απευθείας, δημιούργησε τόσα προβλήματα όσα είχε λύσει.

Σημείωση: Το παραπάνω κείμενο είναι από την ομιλία του Δρα. Ανδρεόπουλου, που έδωσε κατά τον Εθνικό Εορτασμό που οργάνωσε στις 25 Μαρτίου τ.έ. στο Λονδίνο η Εταιρεία Πελοποννησίων Μεγ. Βρετανίας, για να τιμηθεί η 25η Μαρτίου 1821. Η συνέχεια και το τέλος αύριο.

Wednesday, 18 April 2012

Σχολικά ανέκδοτα

Ο δάσκαλος:
-Κωστάκη, κλείνε μου το ρήμα τρέχω.
Και ο Κωστάκης:
-Τρέχω, έτρεχα, σκόνταψα, έπεσα. Χτύπησα, έκλαψα, σηκώθηκα και έφυγα.

Στο μάθημα της Γεωγραφίας:
- Τάκη, για δείξε μας στο χάρτη πού είναι η Αμερική.
- Εδώ!
- Μπράβο παιδί μου.
- Τώρα εσύ Νατάσσα, για πες μας, ποιος ανακάλυψε την Αμερική;
- Ο Τάκης!!!

Ο Τοτός προσεύχεται το βράδυ στο σπίτι και τον ακούει η μητέρα του:
"Θεέ μου, κάνε να γίνει το Μιλάνο πρωτεύουσα της Ιταλίας".
Μπαίνει απορημένη μέσα και τον ρωτάει:
-"Γιατί παιδί μου θέλεις να γίνει το Μιλάνο πρωτεύουσα της Ιταλίας;"
-"Γιατί έτσι έγραψα στο τεστ γεωγραφίας".

Η δασκάλα, αρκετά συντηρητική, που είναι της άποψης να μένουν αναλλοίωτα τα βαφτιστικά ονόματα, κάποια στιγμή ρωτά τα ονόματα των παιδιών.
- Πώς σε λένε εσένα; ρωτά ένα από τα παιδιά της τάξης.
- Μάικλ κυρία απαντά ο μικρός.
Η δασκάλα ταράζεται και δίνοντας ένα χαστούκι στο παιδί και φωνάζει...
- Μάικλ;;; Ο παπάς σε βάφτισε ΜΙΧΑΗΛ, τ’ ακούς;
Το παιδί στραβοκαταπίνει ενώ η δασκάλα ρωτάει ένα άλλο αγόρι.
- Εσύ πώς λέγεσαι;
- Γαβρίλος κυρία.
Η δασκάλα χτυπά το παιδί και ωρύεται:
- Τι θα πει Γαβρίλος; Ο παπάς σε βάφτισε ΓΑΒΡΙΗΛ!
Απευθύνεται, λοιπόν, και σ’ ένα τρίτο αγόρι.
- Εσένα πώς σε λένε;
Το παιδί φοβισμένο απαντά.
- Εμένα κυρία με λένε ΠΕΤΡΟΥΗΛ!!!

Tuesday, 17 April 2012

Πασχαλινές κάρτες

Όπως και σε άλλη ανάλογη περίπτωση έχουμε αναφέρει, οι άνθρωποι στις μεγάλες και σημαντικές στιγμές της θρησκευτικής και κοινωνικής ζωής, ανταλλάσσουν ευχές μέσω καρτών. Φίλοι μας έστειλαν και φέτος το Πάσχα τις ωραίες ευχές τους μέσω μηνυμάτων διαφόρων ειδών, των καρτών συμπεριλαμβανομένων.

Η πρώτη κάρτα της παρούσας ανάρτησης μας ήλθε από τη Γερόντισσα Χαραλαμπία, Καθηγουμένη του βυζαντινού μοναστηριού της Αγίας Μονής Ναυπλίου.

Η δεύτερη μας ήλθε από την Αθήνα, από τον φίλο αγιογράφο Μιχαήλ Ακάλεστο, και απεικονίζει έργο του ιδίου.

Η τρίτη, που απεικονίζει την δυτικότροπη Ανάσταση, έργο του Ολλανδού Hans Memling (c. 1435-1494), μας ήλθε από τον φίλο Αγγλικανό Ιερέα Εδουάρδο, ο οποίος είναι ο Εφημέριος της Βασιλίσσης της Αγγλίας Ελισάβετ (Chaplain to Her Majesty the Queen).

Η τελευταία πολύ όμορφη -δυτικότροπη και αυτή- κάρτα μας εστάλη από Έλληνα Ομογενή του Λονδίνου.

Monday, 16 April 2012

Ἀπελπισμοῦ ἀνάσχεσις

Σχό­λια στό Ε᾿ Ἐ­ω­θι­νό (Λκ. κδ΄, 12-35)

Στὀν π. Ἀναστάσιο, φιλάδελφος, πασχάλιος χαιρετισμός
.
Κά­θε ἄ­νοι­ξη, μέ τόν Ἀ­σπα­σμό τῆς Ἀ­νά­στα­σης, ἀ­νο­ί­γε­ται στόν κα­θέ­να μας ἡ ἀ­να­πά­ντε­χη εὐ­και­ρί­α κα­τά τήν ἔγ­κο­πο ὁ­δοι­πο­ρί­α μας "εἰς κώ­μην ἀ­πέ­χου­σαν στα­δί­ους ἑ­ξή­κον­τα ἦ ὄ­νο­μα Ἐμ­μα­ο­ύς".

Μιά ὁ­δοι­πο­ρί­α κά­τω ἀ­πό τίς συ­στοι­χί­ες τῶν αἰ­ω­νό­βι­ων δέ­ντρων, μέσ᾿ ἀπ᾿ τίς φυλ­λω­σιές τῶν ὁ­πο­ί­ων φιλ­τρα­ρι­σμέ­νος ραν­τί­ζει μέ τίς ἀ­κτῖ­νες του ὁ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κος ἥ­λιος το­ύς δύ­ο μα­θη­τές καί τόν Κύριο, πού ἀ­σφα­λῶς, μή­τε ἐ­κεῖ­νοι Τόν ἀ­να­γνώ­ρι­σαν, ἀλλ᾿ οὔ­τε καί μεῖς. Μέχρι σή­με­ρα...

"Καί ἤγ­γι­σαν εἰς τήν κώ­μην...", σέ ὥ­ρα δει­λι­νή, μέ φω­τει­νά πολύ­χρω­μα ση­μά­δια νά στο­λί­ζουν τό στε­ρέ­ω­μα. Ἐ­κεῖ­νος "προ­σποι­εῖ­ται πο­ρω­τέ­ρω πο­ρε­ύ­ε­σθαι", κά­τι πού δέν τό ἐ­πι­θυ­μοῦν μή­τε οἱ Μα­θη­ταί, ἀλλ᾿ οὔ­τε κι εμεῖς.

"Μεῖ­νον μεθ᾿ ἡ­μῶν, ὅ­τι πρός ἑ­σπέ­ραν ἐ­στί καί κέ­κλι­κεν ἡ ἡ­μέ­ρα." Τόν πα­ρα­κα­λοῦ­με, κι ἡ φω­νή μας ἄ­νε­βα­ί­νει ἀ­πό τά σπλά­χνα μας ὅ­πως ἡ προ­σευ­χή.

"Μεῖ­νον..."

Νυ­χτώ­νει.

Ἐ­κεῖ­νος "εἰ­σῆλ­θε τοῦ μεῖ­ναι σύν αὐ­τοῖς", ἀλ­λά καί μα­ζί μας.

Τώρα πιά δέ φο­βό­μα­στε πού "σκό­τος ἐ­γέ­νε­το". Ἀ­ναμ­μέ­νη ἡ λαμ­πά­δα τῆς Ἀ­νά­στα­σης, τῆς Πα­ρου­σί­ας καί τῆς εὐ­λο­γί­ας Του" ἐν τῇ κλά­σει τοῦ ἄρ­του", κα­τα­λύ­ει κά­θε σκο­τει­νιά, συ­γνε­φιά καί ἄλ­γος. Κι ἄς ἀκολουθεῖ ἡ Ἀνάληψη. Ἡ Γιορτὴ ποὺ προμηνύει τὴν Πεντηκοστή. Δηλαδὴ τὴν ἔλευση τοῦ Παρακλήτου. Παναπεῖ, ἐκείνου ποὺ ξέρει νὰ μᾶς παρηγορεῖ. Ἀκόμα καὶ σήμερα...

π. Κων. Ν. Καλ­λια­νός

Sunday, 15 April 2012

Πατριαρχική Εγκύκλιος

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ ΕΠΙ Τῼ ΑΓΙῼ ΠΑΣΧΑ

Ἀριθμ. Πρωτ. 237

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ ΤΩι ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
* * *

Πρωτότοκος τῶν νεκρῶν ἐγένετο
(Ἀναστάσιμον ἀπολυτίκιον γ΄ ἤχου).

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Ἐὰν ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ ἀφεώρα μόνον εἰς Αὐτόν, ἡ σημασία της δι’ ἡμᾶς θὰ ἦτο μηδαμινή. Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς δὲν ἀνέστη μόνος. Συνανέστησε μεθ' Ἑαυτοῦ καὶ πάντας τοὺς ἀνθρώπους. Βροντοφωνεῖ σχετικῶς ὁ ἐκ τῶν προκατόχων ἡμῶν Ἱερὸς Χρυσόστομος: "Ἀνέστη Χριστός, καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐν τῷ μνήματι∙ Χριστὸς γὰρ ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο"∙ ἀπαρχὴ δηλονότι τῆς ἀναστάσεως πάντων τῶν κεκοιμημένων καὶ τῶν ἐφεξῆς κοιμηθησομένων, καὶ τῆς μεταβάσεως αὐτῶν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν. Τὸ μήνυμα εἶναι χαροποιὸν δι' ὅλους, διότι ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ κατήργησε τὴν δύναμιν τοῦ θανάτου. Οἱ πιστεύοντες εἰς Αὐτὸν προσδοκοῦν ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ διὰ τοῦτο βαπτίζονται εἰς τὸν θάνατον Αὐτοῦ, συνανίστανται μετ’ Αὐτοῦ, καὶ ζοῦν ζωὴν αἰώνιον.

Ὁ μακρὰν τοῦ Χριστοῦ κόσμος προσπαθεῖ νὰ συσσωρεύσῃ ὑλικὰ ἀγαθά, διότι στηρίζει ἐπ’ αὐτῶν τὴν ἐλπίδα τῆς ζωῆς του. Ἐλπίζει ἀκρίτως ὅτι διὰ τοῦ πλούτου θὰ ἀποφύγῃ τὸν θάνατον. Καὶ ὁ πλανώμενος ἄνθρωπος διὰ νὰ συσσωρεύσῃ πλοῦτον, ἐπιμηκύνοντα δῆθεν τὴν ζωήν του, σκορπίζει τὸν θάνατον εἰς τοὺς ἄλλους. Ἀφαιρεῖ ἀπὸ αὐτοὺς τὴν οἰκονομικὴν δυνατότητα τῆς ἐπιβιώσεως, καὶ πολλάκις διακόπτει βιαίως τὸ νῆμα τῆς ζωῆς των, ἐλπίζων ὅτι οὕτω θὰ διασώσῃ τὴν ἰδικήν του ζωήν.

Ἀλλά, ἀλλοίμονον! Ἡ πλάνη του εἶναι μεγάλη. Ἡ ζωὴ κερδίζεται μόνον διὰ τῆς πίστεως εἰς τὸν Χριστόν καὶ διὰ τῆς εἰς Αὐτὸν ἐνσωματώσεως.

Ἡ ἐμπειρία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας βεβαιοῖ ὅτι οἱ ἑνωθέντες μετὰ τοῦ Χριστοῦ ζοῦν καὶ μετὰ θάνατον, συνυπάρχουν μετὰ τῶν ζώντων, συνδιαλέγονται μετ’ αὐτῶν, ἀκούουν αὐτοὺς καὶ πολλάκις ἱκανοποιοῦν θαυματουργικῶς τὰ αἰτήματά των.

Δὲν χρειάζεται πλέον ἡ ἀναζήτησις τοῦ μυθολογικοῦ "ἀθανάτου ὕδατος". Ἡ ἀθανασία ὑπάρχει ἐν τῷ Χριστῷ, καὶ προσφέρεται δι' Αὐτοῦ πρὸς ὅλους.

Δὲν χρειάζεται νὰ ἐξολοθρεύωνται λαοὶ διὰ νὰ ἐπιβιώσουν ἄλλοι λαοί. Οὔτε χρειάζεται νὰ ἐξολοθρεύωνται ἀνυπεράσπιστοι ἀνθρώπιναι ὑπάρξεις διὰ νὰ ζήσουν ἀνετώτερον ἄλλαι ἀνθρώπιναι ὑπάρξεις. Εἰς ὅλους ὁ Χριστὸς προσφέρει τὴν ἐπίγειον καὶ τὴν ἐπουράνιον ζωήν. Ἀνέστη, καὶ ὅσοι ἐπιθυμοῦν ἀκολουθοῦν Αὐτὸν εἰς τὸν δρόμον τῆς Ἀναστάσεως. Ἀντιθέτως, ὅσοι ἐμμέσως ἢ ἀμέσως σκορπίζουν τὸν θάνατον, νομίζοντες ὅτι οὕτω θὰ παρατείνουν ἢ θὰ διευκολύνουν τὴν ἰδικήν των ζωήν, καταδικάζουν ἑαυτοὺς εἰς τὸν αἰώνιον θάνατον.

Ὁ Ἀναστὰς Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον ἵνα πάντες οἱ ἄνθρωποι ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσιν. Ἀποτελεῖ μεγάλην πλάνην ἐὰν πιστεύωμεν ὅτι θὰ προέλθῃ εὐημερία εἰς τὸ ἀνθρώπινον γένος διὰ τῶν ἀλληλοσπαραγμῶν. Ὁ Χριστὸς ἀνιστᾷ τοὺς νεκροὺς καὶ ἀκυρώνει τὴν θανάτωσιν αὐτῶν. Ἔχει τὴν δύναμιν τῆς ὑπερβάσεως τοῦ θανάτου. Τὸ γεγονὸς δὲ ὅτι ἐνίκησε τὸν θάνατον, ἐπιβεβαιοῖ τὴν ἀπέχθειαν Αὐτοῦ πρὸς αὐτόν. Ὁ Χριστὸς ὁδηγεῖ εἰς τὴν ζωήν, καὶ ἐπαναχορηγεῖ αὐτήν, τυχὸν διακοπεῖσαν, διότι Ἐκεῖνος εἶναι "ἡ Ζωὴ καὶ ἡ Ἀνάστασις ἡμῶν". Διὰ τοῦτο οἱ πιστοὶ δὲν φοβούμεθα τὸν θάνατον. Ἡ δύναμις ἡμῶν δὲν ἔγκειται εἰς τὸ ἄτρωτον τῆς ὑπάρξεώς μας ἀλλὰ εἰς τὸ ἀναστάσιμον αὐτῆς.

Χριστὸς ἀνέστη! Καὶ ἡμεῖς θὰ ἀναστηθῶμεν!

Ἂς ἀκολουθήσωμεν, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά, τὸν Ἀναστάντα Χριστόν, εἰς πάντα τὰ ἔργα Αὐτοῦ. Ἂς βοηθήσωμεν τοὺς στερουμένους τῶν μέσων τῆς ἐπιβιώσεως νὰ συντηρηθοῦν εἰς τὴν ζωήν. Ἄς διακηρύξωμεν εἰς τοὺς ἀγνοοῦντας τὴν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ ὅτι δι’ αὐτῆς κατηργήθη ὁ θάνατος καὶ ὅτι συνεπῶς δύνανται καὶ αὐτοὶ νὰ μετάσχουν τῆς Ἀναστάσεως Αὐτοῦ, πιστεύοντες εἰς Αὐτόν καὶ ἀκολουθοῦντες τὰ ἴχνη Του. Ἡ ἰδικὴ μας ἀνάστασις τότε μόνον εἶναι δυνατή, ὅταν προσφέρηται διὰ τὴν ἀνάστασιν τῶν ἄλλων ἀδελφῶν μας. Τότε μόνον ἡ νικητήριος διακήρυξις “Χριστὸς Ἀνέστη” θὰ ἐνεργῇ σωστικῶς δι’ ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα. Γένοιτο!

Ἅγιον Πάσχα 2012
+ Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος
διάπυρος πρὸς Χριστὸν Ἀναστάντα εὐχέτης πάντων ὑμῶν

Saturday, 14 April 2012

Καλὴ Ἀνάσταση...

Μεγάλο Σάββατο σήμερα καὶ ἡ εὐχὴ ποὺ κυριαρχεῖ, μαζὶ μὲ τὰ ὐπόλοιπα δρώμενα τῆς προετοιμασίας γιὰ τὴ Γιορτὴ είναι: «Καλὴν Ἀνάσταση». Δυὸ λέξεις μὲ ἐκρηκτικὸ, ὄντως περιεχόμενο, ἕνα λιτὸ μὲν ἀλλὰ κορυφαῖο εὐχετήριο, ποὺ ἀδειάζει τὸ φαρμάκι τῆς ψυχῆς καὶ σταλάζει μέσα της ἐνθουσιασμὸ καὶ τῆς παραμυθίας τὸ χαμόγελο. Δυὸ λέξεις, λοιπόν, λέξεις, ἴσως, γιὰ κάποιους ἀνίδεους, μαγικὲς, ὡστόσο τόσο χρήσιμες. Γιατὶ μονάχα τὸ ἐπίθετο «καλὸς-ή-ὸ» νὰ λάβει ὑπόψη του ὁ καθένας, ἕνα ἐπίθετο δηλαδή, ποὺ μεταδίδει / μετακενώνει στὸν ἄλλον ἀυτὴ τὴν εὐχὴ, τοῦτο μονάχα, ἄν σκεφτοῦμε, πόση σημασία κρύβει μέσα του, θὰ νοιώσουμε διαφορετικά. Κι αὐτὸ, ἐπειδὴ μέσα στὴν κοινωνία τοῦ σήμερα τὸ μόνο ποὺ τελικὰ ἀπομένει νὰ στερεύει, σὰν τὸ νερὸ στὴν πηγὴ σὲ καιρὸ ξηρασίας εἶναι τὸ καλό, εἶναι ἡ καλωσύνη, ἡ εὐγένεια, ἡ ἐντιμότητα καὶ φυσικά ἡ φιλανθρωπία. Αὐτὰ δηλαδὴ ποὺ δαψιλῶς μᾶς προσφέρει Ἐκεῖνος ποὺ κι ἀπόψε θ᾿ ἀνοίξει τὶς Πύλες τοῦ Ἅδου, γιὰ νὰ ξεθάψει τὸ χαμόγελο, τὴν ἐλπίδα, τὸ φῶς. Αὐτὰ ποὺ ἔχουμε ἀνάγκη ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, ὅσοι θὰ συναχθοῦμε ν᾿ ἀκούσουμε τὸν «καλὸ τὸ λόγο», ὅπως λέγανε οἱ παλιότεροι τὸν οὐράνιο παιάνα «Χριστὸς Ἀνέστη». Λόγος καλός, λόγος ἀγαθός, πρόσφορα γιὰ νὰ χορτάσουν τὴν πείνα τὴν πνευματικὴ καὶ τὴν ἠθικὴ τοῦ Κόσμου, ὁ ὁποῖος νυχθημερὸν ὁδοιπορεῖ μέσα στὴν πονηρία, στὸ ψεῦδος, στὴν ἀπάτη καὶ στὸν ἐμπαιγμό. Ὁδοιπορεῖ κι ἀναζητᾶ τὸ φῶς ἐκεῖνο ποὺ θὰ τὸν ὁδηγήσει σιμὰ στὴν παραμυθία, στὴν εὐγένεια, στὸ κάλλος: στοιχεῖα ἑνὸς ἄλλου πολιτισμοῦ ποὺ δὲν βασίζεται στοὺς τυπικοὺς νόμους τῆς ἐπίπλαστης εὐγένειας, ἀλλὰ στὸ βασικὸ τὸ νόημα ποὺ θὰ δωρήσει ἀπόψε ὁ Μεγάλος Οἰκοδεσπότης Κύριος μὲ τὸ λόγο Του καὶ τὴ βιοτή Του. «Καὶ ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰω.1,14). Δηλαδὴ ἦλθε, εἶναι μέσα μας μὲ ὄλες Του τὶς εὐεργεσίες χορηγημένες μὲ δαψίλεια καὶ φιλανθρωπία. Ἄσχετα ἄν ὁ καθένας μας ἀπωθεῖ αὐτὲς τὶς εὐεργεσίες, τὶς ἀπορρίπτει, τὶς ἀπαξιώνει. Ὅπως ἀπαξιώνει τὴν ἴδια του τὴ ζωὴ ἐκεῖνος ποὺ αὐτοκτονεῖ. Ὁ Κύριος καὶ μάλιστα ὁ συγκεκριμένος, ὁ Ἀναστὰς Κύριος προσφέρει μὲ καλωσύνη τὰ πάντα τονίζοντας ἐμφατικὰ ὅτι τὰ δίνει «ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσόν» (Ἰω. 10, 10).

Μέγα Σάββατο λοιπὸν καὶ δή Σάββατον ὑπερευλογημένον μὲ τὴν εὐχὴ «Καλὴν Ἀνάσταση» ν᾿ ἀνθίζει στὰ χείλη καὶ στὰ πρόσωπα τῶν ἀνθρώπων. Καί τὸ ἐρώτημα ποὺ διαχέεται παντοῦ εἶναι τὸ ἑξῆς: Πόσοι συνειδητοποιοῦν αὐτὰ ποὺ λένε, αὐτὰ ποὺ θ᾿ ἀκούσουν ὅταν συναχθοῦν τὰ μεσάνυχτα στὶς πλατεῖες τῶν ἐκκλησιῶν, γιὰ νὰ χαροῦν, νὰ γευτοῦν τὴν ὑπέρλαμπρη Πανήγυρι, αὐτὴ τὴ μεγάλη καὶ κορυφαία δωρεὰ Του;

π. Κων. Ν. Καλλιανός

Friday, 13 April 2012

Εγκύκλιος του Πάσχα 2012

ΥΠΟ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΘΥΑΤΕΙΡΩΝ,
ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ KAI ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ κ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
.
Ευλαβεστάτους Ιερείς και Διακόνους, Αξιοτίμους Προέδρους και τα Μέλη των Επιτροπών των Εκκλησιών, των Βοηθητικών Αδελφοτήτων Κυριών και Δεσποινίδων, των Σχολικών Εφορειών, τα Σωματεία, τις Οργανώσεις και το Χριστεπώνυμο Πλήρωμα της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας.

Αγαπητοί μας εν Κυρίω,

«Πάσχα ιερόν ημίν σήμερον αναδέδεικται˙ Πάσχα καινόν, άγιον˙ Πάσχα μυστικόν˙ Πάσχα πανσεβάσμιον˙ Πάσχα Χριστός ο λυτρωτής» (Ύμνος Αναστάσεως)

Εορτάζουμεν και εφέτος τα Άγια Πάθη και την εκ Νεκρών Ανάσταση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ανακαλούμε εις την μνήμην μας την θείαν Αγάπη και φιλανθρωπία, η οποία με την θυσία του Θεανθρώπου Χριστού ανακαίνισε τον Κόσμο, αγίασε την Οικουμένην, εσυμφιλίωσε τον άνθρωπο με τον εν Τριάδι Προσκυνουμένον και Δεδοξασμένον Θεόν. «Το παρ’ημίν επιτελούμενον Πάσχα, απάντων ανθρώπων σωτηρίας εστιν αίτιον, αρξόμενον από του πρωτοπλάστου, ος εν άπασίν εστιν σωζόμενος και ζωογονούμενος» (Χρυσόστομος). Η Προδοσία, η Σύλληψη, η Δίκη, η Σταύρωση, ο Θάνατος και η Ταφή του Χριστού απησχόλησαν όχι μόνον τους Μαθητές και τους Ακολούθους Του, αλλά και τους Άρχοντες, και τον λαόν του Ισραήλ, οι οποίοι και απαίτησαν από τον Ηγεμόνα την θανατική καταδίκη Του. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, με τρόπο τραγικό και εν είδει διαλόγου, περιγράφει την συνάντηση του Χριστού με τον Πιλάτο και τους Άρχοντες του Ισραήλ «Άγουσιν ουν τον Ιησούν από του Καϊάφα εις το Πραιτώριον. Εξήλθεν ουν ο Πιλάτος προς αυτούς και είπε: Τίνα κατηγορίαν φέρετε κατά του ανθρώπου τούτου; Απεκρίθησαν και είπον αυτώ˙ει μη ην ούτος κακοποιός, ουκ αν σοι παρεδώκαμεν αυτόν» (Ιωάν. Κεφ. ΙΗ, Κεφ. 28-31).

H αιματηρά θυσία του Χριστού και η ένδοξη τριήμερη εκ των Νεκρών Ανάστασή Του «από το καινόν μνημείον», είναι το επίκεντρο της αμωμήτου Πίστεώς μας εις Αυτόν ως Θεόν Αληθινόν, Δεσπότην και Λυτρωτήν ημών από την αμαρτία και Ελευθερωτή από τον αιώνιο θάνατο και την φθορά. Η Ανάσταση του Χριστού ενέπνευσε και ενδυνάμωσε τους Αποστόλους για να μεταβούν στα πέρατα της Οικουμένης, να κηρύξουν το Ευαγγέλιο. Εστήριξε τους Μάρτυρες για να ομολογήσουν την πίστην τους εις τον Χριστόν ενώπιον των Αρχόντων τούτου του κόσμου. Η δύναμη και η χάρη της Αναστάσεως παραμένει η ίδια για τους Πιστούς, τους Φίλους και Ακόλουθους του Νεκραναστημένου Χριστού.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει αποθησαυρίσει μίαν πλουσία και μοναδική παράδοση, - λειτουργικήν, υμνολογικήν, κοινωνικήν και λαϊκήν, για να γιορτάζει και να εξυμνεί ιεροπρεπώς τα Πάθη και την Ανάσταση του Κυρίου. Με αυτήν την εμπνευσμένη Παράδοση, τρεφόμαστε οι Χριστιανοί και συνεχίζουμε την εκκλησιαστική μας ζωή όπου και εάν βρισκόμαστε. Με αυτήν την ιερή παράδοση και την φιλοσοφία διαπλέουμε του βίου την θάλασσα, - υπαρξιακά αναβαπτιζόμαστε, ψυχή τε και σώματι – με τα βιώματα της Αναστάσεως. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η λέξη Πάσχα σημαίνει όχι μόνο μετάβαση από την αμαρτίαν εις την δικαίωση και την σωτηρίαν, αλλά σημαίνει και διάβαση από τον θάνατο στην αιώνιον ζωή. Σημαίνει διάβαση από την δουλεία εις την ελευθερία των τέκνων του Θεού. Διαβαίνουμε μετά βεβαιότητος εις την Βασιλείαν του Θεού, την οποία η σοφία και η πρόνοια Του προετοίμασαν από καταβολής κόσμου για όλους εκείνους οι οποίοι επίστευσαν στις υποσχέσεις Του και με υπομονή και προφητικήν ενόραση ανέμεναν τον Χριστόν, ο οποίος «ως πρόβατον επί σφαγής ήχθη» για να ξεπλύνει από την αμαρτία και την παρακοή το Γένος των ανθρώπων. Με αυτές τις ιερές ελπίδες και τις προσδοκίες συνεχίζουμε την ζωή μας, χωρίς να χάνουμε τις ελπίδες μας, ούτε την πίστη μας εις την αγάπην και την φιλάνθρωπία του Θεού, ο οποίος «τόσον ηγάπησε τον κόσμον, ώστε τον Υιόν Αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μην απόλυται, αλλ΄ έχει ζωήν αιώνιον» (Ιωαν. Κεφ Γ, 16).

Στις μέρες μας υπάρχει μεγάλη φτώχεια, ανεργία και σύγχυση, και στις ψυχές εκατομμυρίων ανθρώπων κυριαρχεί ένας φόβος για την οικονομική και ηθική κρίση που δέρνει την Οικουμένη. Σ’ αυτή την κρίση, πρέπει να προβάλουμε την ακλόνητη εμπιστοσύνη μας εις την αγάπη και φιλανθρωπία του Νεκραναστημένου Χριστού, του οποίου η αγάπη προς το Ανθρώπινον Γένος «ουδέποτε εκπίπτει» (Α’ Κορ. Κεφ. ΙΓ).

Με την ευκαιρία των Αγίων τούτων Ημερών, θέλω να σας κάμω κοινωνούς δύο ζητημάτων που αφορούν την Ορθόδοξη Εκκλησία μας και τον λαό της.

(α) Φέτος, την Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα, την Μεγάλη Πέμπτη, στον Πατριαρχικό Ναό Αγίου Γεωργίου Κωνσταντινουπόλεως έγινε ο καθαγιασμός του Αγίου Μύρου. Στην κατανυκτική τελετή αυτή παρέστησαν Αρχιερείς από όλες τις Ορθόδοξες χώρες για να διατρανώσουν την ενότητα της Ορθοδοξίας και να δώσουν εναργέστερα το μήνυμα της Αναστάσεως και της ελπίδος στον σύγχρονο κόσμο.

(β) Τό δεύτερο ζήτημα είναι ο Έρανος υπέρ της Ελλάδος (Greek Appeal Fund). Η Αρχιεπισκοπή μας, σε συνεργασία με όλη, την οργανωμένη και μη, Ομογένεια του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, εκήρυξαν Έρανον για την συλλογή χρημάτων για τους εν Ελλάδι αδελφούς μας. Τέτοιοι είναι οι φτωχοί, οι άρρωστοι, οι ηλικιωμένοι, οι ξένοι, οι φυλακισμένοι και οι πιεσμένοι από την οικονομική κρίση. Τα χρήματα του Εράνου θα σταλούν στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών, η οποία οργανώνει καθημερινά συσσίτια για χιλιάδες άτομα και άλλες φιλανθρωπικές Εκδηλώσεις για ανακούφιση εκείνων που ελύγισαν από την κρίση που μαστίζει σήμερα την Ελλάδα. Σ’ αυτές τις Αναστάσιμες Μέρες, να σκεφτούμε και τους εμπερίστατους αδελφούς μας, οι οποίοι έχουν ανάγκη της δικής μας έμπρακτης και ενεργουμένης αγάπης μας. Γι’ αυτό ο καθένας και η καθεμιά καλείται να συνδράμει στον Έρανον αυτό γεναιόδωρα και με απλοχεριά, σεμνά και ταπεινά, γιατί «ιλαρόν δότην αγαπά ο Θεός».

Με αυτές τις σκέψεις και τις προσδοκίες της χαράς της Αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, σας απευθύνω θερμόν και εγκάρδιο χαιρετισμό. Προσεύχομαι για σας και τους οικείους σας και διατελώ μετά θερμών ευχών και της εν Χριστώ Αναστάντι αγάπης και τιμής. Σ’ Αυτόν ανήκει η δόξα, η Βασιλεία, η τιμή και η προσκύνηση εις τους αιώνες. Αμήν.

Λονδίνο, Πάσχα 2012

Ο Αρχιεπίσκοπος Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας Γρηγόριος

Σημείωση: Να αναγνωσθεί από Άμβωνος αντί Κηρύγματος την Μεγάλην Παρασκευήν 13 Απριλίου 2012 προ της ενάρξεως των Εγκωμίων

Thursday, 12 April 2012

Σεργιανώντας καὶ πάλι στὸ Παλιὸ τὸ Κλῆμα...

Ξε­κι­νᾶς καὶ πά­λι ἀ­π' τὸν βα­θὺ τὸν Ὄρ­θρο, τὸ μι­σο­σοφωτισμένο δη­λαδὴ το­πί­ο των παι­δι­κῶν σου χρό­νων· ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ, λευ­κὸ χω­ριό ξε­κι­νᾶς, χω­ριὸ φυ­τρω­μέ­νο ἀ­νά­με­σα σὲ πεῦ­κα καὶ ἐ­λι­ές, ποὺ ἀ­πὸ μα­κρυ­ὰ νο­μίζεις ὅ­τι εἶ­ναι ἄσπρα, θα­λασ­σι­νὰ βό­τσα­λα, σπαρ­μέ­να ἀ­πὸ χέ­ρι παι­δικό σέ γκρι­ζο­πρά­σι­νο φόν­το... Κι εἶ­ναι τὸ ξε­κί­νη­μα αὐ­τὸ μιὰ ἀ­να­γέν­νη­ση, μιὰ ἰ­σχυ­ρή ἀν­τι­βί­ω­ση στὸ ση­με­ρι­νό και­ρό τῶν πολ­λῶν καί πολ­λα­πλῶν μι­κρο­βί­ων πού ἀ­να­πνέ­ου­με. Για­τί αὐ­τό πού τε­λι­κά, με­τά τήν προ­σευ­χή, ξορ­κί­ζει τό κα­κό καί τό μα­κρα­ί­νει ἀ­πό σι­μά σου εἶ­ναι τά ἱ­ε­ρά βι­ώ­μα­τα πού κα­τέ­χεις ὡς ἄλ­λη κλη­ρο­νο­μί­α, βι­ώ­μα­τα στά ὁποῖ­α καί μπο­ρεῖς νά κα­τα­φε­ύ­γεις ἐν και­ρῷ λι­μοῦ καί ἐ­σω­τε­ρι­κῆς τρι­κυ­μί­ας, ὥ­στε ἀ­τε­νί­ζον­τας ἐ­κεῖ­να τά πρό­σω­πα πού στοι­χώ­νουν τίς μνῆ­μες σου νά πα­ρα­μυ­θεῖ­σαι, ἀλ­λά καί νά εἰ­ρη­νεύ­εις: Μέ λί­γα λό­για νὰ σοῦ χα­ρί­ζε­ται ἡ προσ­δο­κώ­με­νη θα­ρα­πε­ί­α στίς πλη­γές, πού τά μα­χα­ί­ρια τοῦ κό­σμου πα­σχί­ζουν νά σοῦ τίς κρα­τή­σουν αἱ­μάσ­σου­σες, ἀ­νοι­χτές.

Συ­νή­θως τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­να­γνώ­σμα­τα στὶς μέ­ρες μας φα­ί­νον­ται, ὡς ἀ­πό­κο­σμα, ὡς πα­ρα­μύ­θια ξε­κομ­μέ­να ἀ­πό ἄλ­λους και­ρο­ύς καί χρό­νους· κά­τι ὡ­σάν οὐ­το­πί­α. Ὡ­στό­σο ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὑ­πάρ­χει καί μά­λι­στα εἶ­ναι πλα­σμέ­νη μέ πολ­λά δά­κρυ­α, κα­ϋ­μο­ύς καί πό­νο. Για­τί τά χρό­νια τό­τε ἦ­ταν φαρ­μα­κω­μέ­να καί πνι­γη­ρά. Ὅ­μως εἶ­χαν μέ­σα τους, ὡς πυ­ρή­να καί ζω­τι­κό στοι­χεῖ­ο τήν εἰ­λι­κρί­νεια καί τή συ­νερ­γα­σί­α, χω­ρίς, φυ­σι­κά, νά λε­ί­πουν καί οἱ ἐ­ξαι­ρέ­σεις τοῦ κα­νό­να αὐ­τοῦ. Γιατὶ ἔ­τσι πο­ρε­ύ­τη­κε ἐ­κεῖ­νο τό μι­κρό καί ξε­χα­σμέ­νο χω­ριό, τό Κλῆ­μα, πού σή­με­ρα ἔ­χει πιά πε­ρά­σει σέ μι­άν ἄλ­λη ἐ­πο­χή μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κές συμ­πε­ρι­φο­ρές καί ἀ­ξί­ες ἀ­πό κεῖ­νες πού σέ­βον­ταν, δι­α­κο­νοῦ­σαν καί δι­α­κρα­τοῦ­σαν οἱ πα­λιοί του κάτοικοι.
.
Κέντρο τῆς ζω­ῆς τοῦ χω­ριοῦ, λοιπόν, ἦταν ἡ πα­λιά μας ἐκ­κλη­σί­α τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­ναρ­γύ­ρων, πού βρι­σκό­ταν στό πα­λιό, τό Κάτω Χω­ριό, ὅ­που γιά νά πᾶς ἔ­πρε­πε νά πε­ρά­σεις ἀ­πό τό Ρέ­μα, ὅ­που ὑπῆρ­χαν τά πα­λιὰ ἐ­λαι­ο­τρι­βεῖ­α τοῦ χω­ριοῦ, οἱ λε­γό­με­νες «καλ­λι­ά­γρι­ες». Καί πάν­τα θυ­μᾶ­σαι, πώς τίς φθι­νο­πω­ρι­νές καί τίς χει­μω­νι­ά­τι­κες τίς μέ­ρες ὁ τό­πος ἐ­κεῖ μο­σχο­μύ­ρι­ζε φρέ­σκο λά­δι, ποὺ βγάζανε οἱ «καλλιάγριες» καί κομμένο πορ­το­κά­λι, για­τί ἐ­κεῖ ἦ­ταν καί τά πε­ρι­βό­λια τῶν Κλη­μα­τια­νῶν, μέ τίς πορ­το­καλ­ι­ές, τίς λε­μο­νι­ές καί ἄλ­λα ὁ­πω­ρο­φό­ρα δέν­τρα.

Γιά νά φτά­σεις τώρα στήν πα­λιά τήν ἐκ­κλη­σιά, ἔ­πρε­πε ἀ­κό­μα νά περ­πα­τή­σεις στό λι­τό μά τό­σο ὄ­μορ­φα φτι­αγ­μέ­νο καλ­τε­ρί­μι, πά­νω στίς πέ­τρες τοῦ ὁ­πο­ί­ου πά­σχι­ζες νά δι­α­κρί­νεις τά βή­μα­τα τό­σων ἀν­θρώ­πων πού τό περ­πά­τη­σαν σέ δι­ά­φο­ρους και­ρο­ύς καί πε­ρι­στά­σεις, μέ τή χα­ρά ἤ τή θλί­ψη νά το­ύς συν­τρο­φε­ύ­ει. Ὅ­μως ἐ­κεῖ­νο πού ἀ­πο­μέ­νει στή μνή­μη ἦ­ταν τό τρι­ζο­βό­λη­μα πού ἔ­κα­νε τό χῶ­μα, στὸ δρομάκι ποὺ εἶναι ἀ­κρι­βῶς πά­νω ἀ­πό τό Κοι­μη­τή­ριο καί λί­γα μέ­τρα πρίν φτά­σεις τό ναό. Εἶ­χε κά­τι τό ἰδιαίτερο ἐ­κεῖ­νο τὸ περ­πά­τη­μα σ᾿ αὐ­τό τό δρο­μά­κι, πού πάν­τα θύ­μι­ζε τό βου­βό βά­δι­σμα τῶν συγχω­ρια­νῶν σου, ὅ­ταν συ­νό­δευ­αν κά­ποι­ον στή ἔ­σχα­τη κα­τοι­κί­α του. Ἐ­κε­ί­νη ἡ σι­ω­πή πού συ­νο­δε­ύ­ον­ταν ἀ­πό τόν ξε­ρα­κια­νό τόν ἦ­χο τοῦ χώ­μα­τος, ἀ­κο­ύ­γε­ται ἀ­κό­μα μέ­σα σου, ὅ­πως ἀκούγεται κι ὁ ἦ­χος τῆς με­γά­λης τῆς καμ­πά­νας σέ ὧ­ρες πι­κρές, σέ στιγ­μές ἐκ­δη­μί­ας κά­ποι­ου ἀ­πό τή μι­κρή τήν οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ ­χω­ριοῦ.

Ἡ εἴ­σο­δος τῆς ἐκ­κλη­σί­ας ἦ­ταν ἀ­πό τή με­ριά τῆς πλα­τε­ί­ας. Μάλιστα, γιά εἰ­σο­δε­ύ­σεις ἔ­πρε­πε νά κα­τε­βεῖς δυό σκα­λά­κια καί νά βρε­θεῖς σ᾿ ἕ­να κα­τα­νυ­χτι­κό χῶ­ρο, πάν­τα λει­ψά φω­τι­σμέ­νο, ὡ­στό­σο τό­σο οἰ­κεῖ­ο, ποὺ εὐ­ω­δίαζε καμ­μέ­νο λά­δι, με­λισ­σο­κέ­ρι καί λι­βά­νι. Καὶ μαζὶ μὲ ὅλ᾿ αὐτὰ ἔφτανε μέσα σου καί ἡ ἀ­νά­σα πού ἀ­νάδι­ναν τά πα­λιά τά ξύ­λα, ἴ­σως δέ καί οἱ κλει­σμέ­νες, αἰ­ῶ­νες τώ­ρα, ἀ­νά­σες τῶν προ­γόνων, προ­σδίδοντας στόν ἱ­ε­ρό τό χῶ­ρο μιά πρώ­τη γε­ύ­ση μυ­στη­ρί­ου καί θε­ϊ­κῆς πα­ρου­σί­ας, ἡ ὁ­πο­ί­α καί ἀ­πο­κα­λύ­πτει τό με­γα­λεῖ­ο Της μέ­σω αὐ­τῶν τῶν μι­κρῶν πραγ­μά­των, γιά σοῦ δώ­σει νά κα­τα­λά­βεις ὅ­τι ὁ τό­πος στόν ὁ­ποῖ­ο εἰ­σῆλ­θες "ἅ­γιος ἐ­στί" (πρβλ. Λευ­ιτ. 3, 6). Καί πράγ­μα­τι· σέ ὑ­πέ­βαλ­λε ὁ χῶ­ρος αὐ­τός. Για­τί ὅ­λα μέ­σα του εἶ­χαν μιά βα­θύ­τα­τη γνη­σι­ό­τη­τα, πού ἐν­τυ­πω­σίαζε, ἐπειδὴ ὅ­λα ἦ­ταν, βλέ­πεις, λι­τά καί πε­νι­χρά. Ὅ­πως ἐ­πί­σης δέν ὑ­πῆρ­χε δυ­να­τό­τη­τα νά μή συγκινηθεῖς, ὅταν εἰ­σόδευες στόν ἄ­χραν­το ἐκεῖνο χῶ­ρο τῆς ὄντως κα­τα­νύ­ξε­ως κά­ποι­ες βρο­χε­ρές χει­μω­νι­άτι­κες Κυ­ρια­κές ἤ γι­ορ­τές καὶ στή μο­σο­φω­τι­σμε­νη ἐκ­κλη­σιά ἄ­κου­γες τό Χε­ρου­βι­κό ἤ τό Κοι­νω­νι­κό νά τά ψάλ­λει ὁ μα­κα­ρι­στός ὁ μπάρμ᾿-Ἀ­λέ­κος ὁ Ξαν­θο­ύ­λης πάντα σέ τέ­ταρ­το ἦ­χο, "λέ­γε­τος", σέρ­νον­τας τή φω­νή του κα­τά τέ­τοι­ο τρό­πο, ὥ­στε νά ται­ρι­ά­ξει ἀ­πό­λυ­τα μέ τη μι­σο­σκό­τει­νη ἀ­τμό­σφαι­ρα τοῦ να­οῦ... Νόμιζες τό­τε, πώς μέ­σω αὐ­τοῦ τοῦ πα­ρα­πο­νι­ά­ρι­κου ψαλ­σί­μα­τος ἔ­βγαι­ναν στήν ἐ­πι­φά­νεια οἱ κα­ϋ­μοί, τά φαρ­μά­κια, ὁ πό­νος καί οἱ ἀ­γω­νί­ες τῶν ἁ­πλῶν καί φτω­χῶν χω­ρι­κῶν κι ἀ­νέ­βαι­ναν, ὡς κοι­νή προ­σευ­χή στήν θύ­ρα τοῦ Θε­οῦ... Καί σά νά μήν ἔ­φτα­νε αὐ­τό, ὅ­λα τοῦ­τα τά συμ­πλή­ρω­νε ἡ βι­βλι­κή Μορφή τοῦ γνή­σιου πα­πᾶ τῆς πα­λιᾶς ἀ­γρο­τι­κῆς κοι­νω­νί­ας, για­τί τέ­τοι­ος ἦ­ταν ὁ κα­λός πα­πα-Βαγ­γέ­λης Δι­ο­μῆς, χρό­νια ἐ­φη­μέ­ριος στό ναό ἐ­κεῖ­νο. Λι­τές οἱ κι­νή­σεις του, κά­πο­τε ἀ­δέ­ξι­ες, ἀλ­λά πάν­τα αὐ­θεν­τι­κές, μέ φω­νή νά πάλ­λε­ται ἀ­πό τή συγ­κί­νη­ση, μέ τά κε­νὰ χρο­νι­κά δι­α­στή­μα­τα, ὅ­ταν δι­ά­βα­ζε μέ­σα στό ἱ­ε­ρό τίς εὐ­χές τῆς Θε­ί­ας Λει­τουρ­γί­ας, μέ ἐ­γνω­σμέ­νη πάν­τα εὐ­λά­βεια, ὥ­στε νά μήν πα­ρα­λε­ί­ψει τί­πο­τε.

Ἡ μνή­μη, πού ξα­πο­στα­ί­νει στά το­πί­α τοῦ αἰ­ω­νί­ου, ὅπως λέει κι ὁ ποιητὴς, ψά­χνει μέ­σα στίς στοι­βά­δες τοῦ χρό­νου καί ἀ­να­κα­λύ­πτει κά­ποι­ες Με­γα­λο­βδο­μα­δι­ά­τι­κες βρα­δυ­ές τῶν Νυμ­φί­ων ἤ τῆς Μ. Πέμπτης (τῶν Δώδεκα Εὐ­αγ­γε­λί­ων) καί ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται ἐ­κε­ί­νη τήν ἀ­παγ­γε­λί­α τῶν Εὐ­αγ­γε­λι­κῶν πε­ρι­κο­πῶν, ἰ­δι­α­ί­τε­ρα ὅ­σων φόρ­τι­ζαν τήν ψυ­χή, δη­λα­δή τῶν ση­μα­δε­μέ­νων μέ τό Πάθος καί τή Στα­ύ­ρω­ση τοῦ Χριστοῦ. Καί τό­τε ἀ­ναρ­ρι­γᾶς, κα­θώς φτά­νει ὡς τὰ σήμερα ἡ ρα­γι­σμέ­νη ἀ­πό τή συγ­κί­νη­ση καί τήν κα­τά­νυ­ξη φω­νή τοῦ πα­πα-Βαγ­γέ­λη, ἀ­πό τήν Ὡ­ρα­ί­α Πύλη, ἡ ὁποία δί­χως τό πα­ρα­μι­κρό ἴ­χνος ἡ­θο­ποι­ί­ας καί θε­α­τρι­νι­σμοῦ κα­θή­λω­νε τό Ἐκ­κλη­σί­α­σμα, ἀ­νο­ί­γον­τας δρόμους προσευχῆς καὶ μεταφυσικοῦ ρίγους, ὅταν λ.χ. ἔλεγε ἐκεῖ­νο τό συγ­κλο­νι­στι­κό "Τε­τέ­λε­σται· καί κλί­νας τήν κε­φα­λήν πα­ρέ­δω­κε τό πνεῦ­μα" (Ἰ­ω. 19, 30).

Ἡ Μορφή τοῦ πα­πα-Βαγ­γέ­λη ἔ­χει ὑ­ψω­θεῖ μέ­σα σου σέ πε­ρί­ο­πτη θέ­ση, για­τί ἐ­κεῖ­νες, οἱ πρῶ­τες ἐμ­πει­ρί­ες λει­τουρ­γι­κῆς ζω­ῆς πού σοῦ πρό­σφε­ρε, πα­ρα­μέ­νουν δεῖ­κτες ἁ­γνῆς καί ἀ­ψε­γά­δια­στης δι­δα­χῆς, κα­θώς μέ τά χρό­νια πού περ­νοῦν εἶ­ναι πιά πο­λύ εὔ­κο­λο νά κα­τα­λά­βεις ποιό εἶ­ναι τό γνή­σιο ὕ­φος τῆς λει­τουρ­γι­κῆς δι­α­κο­νί­ας καί ποιό τό θε­α­τρι­νί­στι­κο, τό δί­χως ρί­ζες δη­λα­δή, προ­ο­πτι­κή καί πε­ρι­ε­χό­με­νο "ἔρ­γο μας".

Ὡ­στό­σο, στό βά­θος τῆς μνή­μης, στά ἑρ­μά­ρια τά τί­μια καί πο­λύ­τι­μα τῆς ψυ­χῆς εἶ­ναι φυ­λαγ­μέ­νη κι ἡ Μορφή τῆς νε­ω­κό­ρου, πού ἔ­με­νε στό ἀ­πέ­ναν­τι τό κελ­λί -ἐ­ρε­ί­πιο σή­με­ρα- κα­θώς ἔ­βγαι­νες ἀ­πό τή νό­τια θύ­ρα τοῦ ἱ­ε­ροῦ γιά τόν πα­λιό τό Νάρθηκα.

Τή γε­ρα­σμέ­νη καί κου­ρα­σμέ­νη αὐ­τή νε­ω­κό­ρο τήν ἐ­πι­σκε­πτό­μα­στε ἐ­μεῖς, τά παι­διά τοῦ ἱ­ε­ροῦ, γιά τήν προ­μή­θεια τοῦ κάρ­βου­νου, τό ὁ­ποῖ­ο χρη­σί­μευ­ε γιά τό ἄ­να­μα τοῦ θυ­μια­τοῦ, ἀλ­λά καί γιά τήν ἑ­τοι­μα­σί­α τοῦ ζε­στοῦ νε­ροῦ γιά τή Θε­ί­α Κοι­νω­νί­α, γιά τό "ζέ­ον" δη­λα­δή. Μάλιστα οἱ ἐ­πι­σκέ­ψεις μας στό κελ­λί, ἀ­πό τίς ὀ­χτώ πε­ρί­που τό πρωΐ, μέ­χρι τίς δέ­κα καί μι­σή πε­ρί­που πού τέ­λει­ω­νε ἡ ἐκ­κλη­σί­α, ἦ­σαν ἀρ­κε­τές, για­τί μᾶς ἄ­ρε­σε πο­λύ νά βγα­ί­νου­με καί νά πη­γα­ί­νου­με ἔ­ξω, δυό-δυό -ἔ­τσι κρα­το­ύ­σα­με τό πα­λιό τό μαγ­κά­λι: ἕ­νας ἀ­πό δῶ κι ἄλ­λος ἀ­πό κεῖ. Πολ­λές φο­ρές πού τά καρ­βου­να δέν ἦ­ταν ἕ­τοι­μα κα­θό­μα­σταν στό μι­κρό κελ­λί κι ἡ θειά ἐκείνη μᾶς ἔ­λε­γε δι­ά­φο­ρα, ἐ­νῶ ἐ­μεῖς κοι­το­ύ­σα­με ἕ­να γύ­ρω τό φτω­χι­κό νοι­κο­κυ­ριό τοῦ κελ­λιοῦ.

(Σήμερα πού ἀ­γναν­τε­ύ­εις ξα­νά, μέσ᾿ ἀ­πό τό βά­θος τοῦ χρό­νου, πού τό πα­σπα­λί­ζει τό χνῶ­το τοῦ μι­σοῦ αἰ­ῶ­να ὁ ὁ­ποῖ­ος πέ­ρα­σε, ἐ­κεῖ­να τά λι­τά καί πε­νι­χρά ἀν­τι­κε­ί­με­να τοῦ κελ­λιοῦ, τή μι­σο­μαυ­ρι­σμέ­νη λάμ­πα, τό χα­μη­λό τό τρα­πέ­ζι, τό ἀ­σκη­τι­κό τό γι­α­τά­κι, σκέ­φτε­σαι πό­ση πα­ρη­γο­ριά ἔ­βρι­σκε ἡ ψυ­χή ἐ­κε­ί­νης τῆς θειᾶς, κα­θώς γει­τό­νευ­ε μέ το­ύς Ἁ­γί­ους της, ἀλ­λά καί το­ύς προ­γό­νους της, πού ἡ­σύ­χα­ζαν σι­μά της, για­τί λί­γα μέ­τρα πιό πέ­ρα, ἀ­κρι­βῶς κά­τω ἀ­πό τό ἱ­ε­ρό τῆς ἐκ­κλη­σί­ας, ἦ­ταν τό Κοι­μη­τή­ριο τοῦ χω­ριοῦ. Ἐ­το­ύ­τη ἡ συν­τρο­φιά μέ το­ύς Ἅ­γί­ους καί το­ύς κε­κοι­μη­μέ­νους μέ δί­δα­ξε ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ξα­νά­ζη­σα στό Ὄ­ρος, καί ἰ­δι­α­ί­τε­ρα στά Κελ­λιά τοῦ Ὄ­ρους, τό κο­ρυ­φαῖ­ο αὐ­τό ζή­τη­μα πού σέ ἐ­ξοι­κει­ώ­νει ἀ­πό­λυ­τα μέ τή μνή­μη καί τή βί­ω­ση τοῦ θα­νά­του...).

Κρα­τᾶς ἀ­κό­μα στήν ψυ­χή σου τά πρό­σω­πα τῶν ὅ­σων γυ­ναι­κῶν δι­α­κο­νοῦ­σαν στήν πα­λιά τήν ἐκ­κλη­σιά, ὅ­πως τῆς θειᾶς τῆς Λε­νι­ῶς τῆς Ράπαινας, τίς ἀ­δελ­φές Ἀ­να­στα­σί­α καί Μα­γδα­λη­νή Κων­σταν­τά­κη, τή θειά τό Ἀ­ναρ­γυ­ρώ τοῦ κα­πε­τάν-Χρή­στου κ.ἄ. Αὐ­τές στό­λι­ζαν τήν ἐκ­κλη­σιά τίς κα­λές τίς μέ­ρες καί πιό πο­λύ τή Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα, ὅ­που καί μᾶς χά­ρι­ζαν ἐ­κεῖ­νον τόν ἀ­θά­να­το καί μυ­ρο­βό­λο Ἐ­πι­τά­φιο, τόν στο­λι­σμέ­νο ὄ­χι μέ τά λου­λο­ύ­δια τοῦ ἐμ­πο­ρί­ου, ὅ­πως γί­νε­ται σή­με­ρα, ἀλ­λὰ μέ τὰ ἄν­θη πού προ­έρ­χον­ταν ἀ­πό το­ύς κή­πους τῶν Κλη­μα­τια­νῶν.

Τή θειά τό Λε­νιώ τή Ράπαινα τή θυ­μᾶ­σαι καί στό ψαλ­τή­ρι νά ξε­λει­τουρ­γᾶ τόν πα­πά-Βαγ­γέ­λη, κά­ποι­ες μι­κρο­γι­ορ­τές, ἀ­φοῦ ὁ ψάλ­της ἔ­πρε­πε νά πά­ει στό με­ρο­κά­μα­το, γιά νά ζή­σει, ἐ­πει­δή ἡ ἐ­νο­ρί­α τοῦ χω­ριοῦ ἦ­ταν καί μι­κρή καί πο­λύ φτω­χή. Μα­ζί μέ τή θειά τό Λε­νιώ θυ­μᾶ­σαι καί τήν ἀ­δελφή της τή Μα­γδα­λι­νί­τσα, πού ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πι­τρό­πισ­σα στήν ἐκ­κλη­σί­α καί, μά­λι­στα, στή μνή­μη ἔρ­χε­ται ἡ Μορφή της κά­θε ἑ­σπε­ρι­νό τοῦ Πάσχα, στή Ἀ­γά­πη, ὅ­πως λέ­γε­ται, για­τί κά­τι τέ­τοι­ες ὧ­ρες τή βρί­σκεις κά­που ἐ­κεῖ κοντά στό ἀ­ρι­στε­ρό τό ψαλ­τή­ρι νά σα­ρώ­νει μα­ζί μέ τά κε­ριά καί τά τσό­φλια ἀ­πό τά κόκ­κι­να ἀ­βγά πού πέ­τα­ξαν τά παι­διά τή νύ­χτα τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως, ὅ­ταν ἄ­κου­σαν τό "Χρι­στός Ἀ­νέ­στη". Πρό­σω­πα, λοι­πὸν καὶ Μνῆ­μες ποὺ τὶς ἀ­να­σύ­ρει τὸ ἀ­γνάν­τε­μα ἤ ἡ θύ­μη­ση τῆς πα­λιᾶς ἐ­κεί­νης, σι­ω­πη­λῆς σή­με­ρα, ἐκ­κλη­σιᾶς...

π. Κ. Κληματιανὸς