Monday, 23 February 2015

Οἱ Κυριακὲς τῆς Τυρινῆς ποὺ (ὀφείλεις νὰ) θυμᾶσαι...


Θεοκλήτου Μοναχοῦ Διονυσιάτου ἱερὸ Μνημόσυνο

Μπορεῖ τὸ ἡμερολόγιο νὰ μὴν ἔγραφε τὴν ἴδια μηνολογία, ὡστόσο τὸ περιεχόμενο, ποὺ διακρατεῖ ὡς ἄλλο εἰδικὸ βάρος ἡ ἡμέρα αὐτή,  σημαδεύει τὴν ψυχὴ μὲ τὴν κορυφαία ὀνομασία ποὺ φέρει: Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς. Κυριακή, ντυμένη ὅμως μὲ  τὸ χαρμολυπικό της μανδύα. Κι ὕστερα εἶναι καὶ τὰ πρόσωπα ποὺ τὴν συντροφεύουν: πρόσωπα ποὺ ἄφησαν τὸ ἐκτύπωμα τῆς σφραγίδας τους νὰ ντύνει τὴν γυμνότυτα τῆς ψυχῆς, νὰ τὴν παραμυθεῖ, νὰ τῆς χαρίζει τὶς πρῶτες σταγόνες ἀπὸ μιὰν ἀλλόκοτη δροσιὰ ποὺ ραντίζει τὰ πρόσωπα σὲ καιροὺς αὐχμηρούς.


Ἀλήθεια, τὶ θυμᾶσαι ἀπ’ αὐτὲς τὶς περασμένες Κυριακές; Τὶ εἶναι αὐτὸ ποὺ τὶς ὐψώνει μέσα σου καὶ τὶς διατηρεῖ μαζὶ με τὰ γεγονότα ποὺ τὶς σημάδεψαν;

Εἶναι δύσκολο νὰ θυμηθεῖς τὰ παλιότερα τὰ χρόνια, ἐκεῖνα δηλαδὴ τῆς παιδικῆς σου ἡλικίας, τὰ ὁποῖα τυλίγει μιὰν ὀμίχλη πυκνή, ἕνα σύννεφο, ἕνας περίεργος γνόφος, ὁ ὁποῖος, ὡστόσο, εἶναι τόσο ἑλκυστικός, τρυφερός, οἰκεῖος κι ἄς μὴν ἔχει καμμιά, μὰ καμμιὰ σημασία γιὰ κανένα... Γιὰ μένα ὅμως ἔχει μιὰν ἄλλη ὄψη, μιὰν ἰδιαιτερότητα, ἕνα φῶς περίεργο, ποὺ φωτίζει τὰ μονοπάτια μου ἀπό τότε. Κι ἄς μὴ θυμᾶσαι λεπτομέρειες, παρὰ μονάχα τὰ ἡλιοφωτισμένα Σάββατα πρὶν τὴν Κυριακὴ αὐτὴ μὲ τοὺς μποσταντζῆδες ἀπό τὴ Σκόπελο, ποὺ ἔφταναν στὸ χωριὸ νὰ πουλήσουν τὰ χιονοπράσινα κουνοπίδια καὶ τὶς βαθυπράσινες λαχανίδες.

Ἀργότερα, ὅταν πιὰ πέρασες τὰ σύνορα τῆς ἐφηβείας, τότε τὰ πράγματα διαφοροποιήθηκαν. 

Οἱ Κυριακὲς ἐκεῖνες εἶναι χωνεμένες σὲ μιὰν τοιχογραφημένη, ἀχνοφωτισμένη ἐκκλησιὰ ποὺ εὐωδίαζε θυμίαμα καὶ κατάνυξη, μὲ τὸν Ἑσπερινὸ τῆς Συγχωρήσεως καὶ τὸν Ἐπίσκοπο νὰ συγυρίζει τὸν μώβ μανδύα του, λὲς κι ἦθελε τὸ χρῶμα τοῦτο τῆς Σαρακοστῆς ν᾿ ἁπλωθεῖ παντοῦ μαζὶ μὲ τὸ συγκινητκὸ Μεγάλο Προκείμενο, ποὺ ἄνοιγε δρόμους μέσα στὴ σκοτεινιά. Δρόμους φωτεινοὺς ὡστόσο γιατὶ αὐτὸ ποὺ ἐπαναλαμβανόταν μὲ ἐπιμέλεια καὶ μουσικὴ ἁρμονία, τό, «Μὴ ἀποστρέψεις τὸ Πρόσωπόν Σου ἀπὸ τοῦ παιδός Σου ὅτι θλίβομαι...» γινόταν παραμυθία ποὺ παραμέριζε κάθε σκυθρωπότητα καὶ τὴν ὅποια ἀγωνία ὅτι δηλαδὴ ξεκινᾶ ὁ καιρὸς τῆς νηστείας καὶ φυσικὰ τῆς κάθε ἐγκράτειας. Γιατὶ σιγορευόσουν πιά, πὼς μὲ τὸν ἰκέσιο αὐτὸ λόγο ἔνοιωθες μιὰ ἄλλη ἀσφάλεια. Ἀσφάλεια ποὺ προσπορίζει στὴν ψυχὴ ἡ Παρουσία Του. Κι αὐτὸ τὸ κατάλαβε καλύτερα πολὺ ἀργότερα, ἐκείνη τὴν Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς στὴν χιονοσκεπῆ καὶ πολιορκημένη ἀπὸ τὴν σφόδρα κυμμαινομένη θάλασσα στὸ Ὄρος, στοῦ Σταυρονικήτα τὸ Μοναστήρι. Γιατὶ διδάχτηκες ἀπὸ τὴν ἡρεμία καὶ τὴν παντοειδῆ νοικοκυρωσύνη τῶν πατέρων, ποὺ δὲν ἀγωνιοῦσαν γιὰ τὸν καιρό, δὲν βιάζονταν, δὲν ἄφηναν λογάριαζαν τὸ ψῦχος, τὸ χιονιᾶ, τὴν διακοπὴ κάθε ἐπικοινωνίας μὲ τὸν κόσμο, παρὰ μονάχα σκύβανε ὁ καθένας καὶ μετάνιζαν μὲ προσοχὴ καὶ σοβαρότητα, βιώνοντας πέρα γιὰ πέρα τὰ λόγια αὐτά.

Σαράντα τόσα χρόνια ἔχουν περάσει ἀπὸ τότε. Κι ἀκόμα νομίζεις ὅτι θ᾿ ἀκούσεις ἐκεῖνο τὸ μελωδικὸ Μέγα Προκέιμενο καὶ θ᾿ ἀφουγκραστεῖς ὕστερα τὴ Σαρακοστὴ νὰ βηματίζει σιωπηλή, σοβαρή, ἤρεμη ὅμως καὶ μὲ τὸ φῶς τῆς λαμπάδας τῆς Προηγιασμένης νὰ παραμερίζει τὰ ὅποια σκοτάδια. Ἰδιαίτερα ἐκεῖνα τῆς ψυχῆς...

Μ. Σαρακοστὴ 2013
παπα-Κων. Ν. Καλλιανός

Sunday, 22 February 2015

Εγκύκλιος Α.Θ.Π. για τη Σαρακοστή 2015


Ἀριθμ. Πρωτ. 133

ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΗΧΗΤΗΡΙΟΣ
ΕΠΙ Τῌ ΕΝΑΡΞΕΙ
ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ

ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ,
ΧΑΡΙΣ ΕΙΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ,
ΠΑΡ᾿ HΜΩΝ ΔΕ ΕΥΧΗ, ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ

***

«Τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέῳκται· οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε» (στιχηρὸν ἰδιόμελον τοῦ Τριῳδίου, Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς).


Ἀδελφοὶ καὶ Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἐγκεντρίζει ἡμᾶς εἰς τὸ σῶμα Του καὶ μᾶς καλεῖ νὰ γίνωμεν ἅγιοι «ὅτι ἐγώ», λέγει, «ἅγιός εἰμι» (Α΄ Πέτρ. α΄, 16). Ἐπιθυμεῖ ὁ Πλάστης μας νὰ ἔχωμεν κοινωνίαν μαζί Του καὶ νὰ γευθῶμεν τῆς χάριτός Του, νὰ μετάσχωμεν δηλαδὴ τῆς ἁγιότητός Του. Ἡ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸν εἶναι ζωὴ μετανοίας καὶ ἁγιότητος, ἡ δὲ ἀπομάκρυνσις ἐξ Αὐτοῦ, ἡ ἁμαρτία, ταυτίζεται ἀπὸ τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν «κακίαν τῆς καρδίας». Ἡ «ἁμαρτία οὐκ ἔστι τῆς φύσεως, ἀλλὰ τῆς κακῆς προαιρέσεως» (Θεοδωρήτου Κύρου, Διάλογος Α΄- Immutabilis, P.G. 83, 40D) ἢ τοῦ κακοῦ πνεύματος καὶ «οὐδεὶς πίστιν ἐπαγγελλόμενος ἁμαρτάνει», κατὰ τὸν Θεοφόρον Ἰγνάτιον.

Ἡ ἁγιότης εἶναι ἰδιότης τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ «προσφέρων καὶ προσφερόμενος καὶ προσδεχόμενος καὶ διαδιδόμενος». Ὁ κατὰ χάριν ἱερουργὸς τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας προσφέρει εἰς τοὺς πιστοὺς «τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις», Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, καὶ λαμβάνει ἀμέσως παρὰ τοῦ πληρώματος τῶν Ὀρθοδόξων τὴν ἀπόκρισιν εἰς τὴν προσφορὰν ὅτι: «εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός», ὁ «ἐσθιόμενος καὶ μηδέποτε δαπανώμενος, ἀλλὰ τοὺς μετέχοντας ἁγιάζων».

Εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐπιτύχῃ τὸ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» μὲ τὸν Θεόν, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη, τὴν ἁγιότητα δηλαδή, ἡ ἀποβλέπουσα ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἰς τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία «θεοπρεπῶς ἐδογμάτισε» μίαν περίοδον τοῦ ἔτους ὡς περίοδον ἰδιαιτέρας προσευχῆς καὶ δεήσεως πρὸς κατευνασμὸν τῶν παθῶν τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος.

Ἡ περίοδος αὕτη εἶναι ἡ ἀρχομένη ἀπὸ τῆς αὔριον σωτήριος προετοιμασία διὰ τὸ «Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον Χριστοῦ». Εἶναι ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ βιώσωμεν «δέησιν προσάγοντες καὶ ἄφεσιν αἰτοῦντες», ὥστε νὰ γευθῶμεν ἀληθῶς τὸ Πάσχα «μετὰ πάντων τῶν Ἁγίων», γινόμενοι «ἅγιοι», διὰ τῆς ὁμολογίας ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων ὅτι εἴμεθα «σκεύη κεραμέως» συνθλιβόμενα ὑπὸ τοῦ πονηροῦ καθ᾿ ἡμέραν, «πίπτοντες καὶ ἀνιστάμενοι». Νὰ ὁμολογήσωμεν δηλαδὴ τὴν ἀνθρωπίνην ἀτέλειαν καὶ ἀδυναμίαν μας καὶ τὴν ἐνώπιον Θεοῦ μηδαμινότητά μας, μετανοοῦντες καὶ ἐπαναλαμβά-νοντες ἐν ἑσπέρᾳ καὶ πρωὶ καὶ μεσημβρίᾳ καὶ ἐν παντὶ καιρῷ καὶ πάσῃ ὥρᾳ, καίτοι «ἅγιοι» διὰ τοῦ βαπτίσματος, ὅτι «εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός».

Καλοῦμεν, λοιπόν, πάντας τοὺς Ὀρθοδόξους πιστούς, κληρικούς, μοναχοὺς καὶ μοναχάς, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα, νὰ μεταβάλωμεν τὴν ζωήν μας, πάντοτε μέν, ἰδιαιτέρως δὲ κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, εἰς ἀγαπητικὴν πρὸς τὸν πλησίον προσπάθειαν προπαρασκευῆς διὰ τὴν μετοχὴν ἐκτυπώτερον ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν ἀνέσπερον Βασιλείαν τοῦ Κυρίου, τὸ «καινὸν Πάσχα». Προσκαλοῦμεν τοὺς πάντας εἰς ζωὴν ἁγιότητος καὶ πνευματικοῦ ἀγῶνος διὰ νὰ χαρισθῇ εἰς τὸν κόσμον καὶ εἰς ἡμᾶς ὡς «δόσις ἀγαθὴ» καὶ ὡς «δώρημα τέλειον» ἡ δυνατότης τῆς ὑπερβάσεως τῆς ἁμαρτίας, διότι «πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ ἁμαρτίαν οὐ ποιεῖ [...] καὶ οὐ δύναται ἁμαρτάνειν, ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται» (Α ́  Ἰωάν. γ΄, 9-10).

Ἂς εἰσέλθωμεν, λοιπόν, μὲ ὅλην τὴν ψυχήν μας, μὴ σκυθρωπάζοντες, ἀλλὰ χαίροντες καὶ ἀγαλλόμενοι, εἰς τὸ πνευματικὸν τοῦτο στάδιον τῶν ἀρετῶν καὶ ἂς καθοπλισθῶμεν «ἀγάπης τὴν λαμπρότητα, προσευχῆς τὴν ἀστραπήν, ἁγνείας τὴν καθαρότητα, εὐανδρίας τὴν ἰσχύν», καὶ ἂς συνοδοιπορήσωμεν μὲ τὸν Κύριον, δεόμενοι Αὐτοῦ νὰ μὴ «παρίδῃ ἡμᾶς κινδυνεύοντας τὴν ἀπ᾿ Αὐτοῦ διάστασιν» (Δοξαστικὸν τῆς Σταυροπροσκυνήσεως), ἀλλὰ νὰ μᾶς ἀξιώσῃ «ὅπως λαμπροφόροι προφθάσωμεν εἰς τὴν ἁγίαν καὶ τριήμερον Ἀνάστασιν, τὴν καταλάμπουσαν ἀφθαρσίαν τῷ κόσμῳ» (ποίημα Θεοδώρου, ἀκολουθία Δευτέρας Α΄ Ἑβδομάδος Νηστειῶν).


Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Χριστῷ,

Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ εἶναι ὡς περίοδος προετοιμασίας καὶ μετανοίας φωνὴ τῆς συνειδήσεώς μας, ἡ ὁποία, ἐσωτερικὴ καὶ ἀνέκφραστος, εἶναι προσωπικὴ κρίσις. Ὅταν μᾶς εὑρίσκῃ σφάλλοντας διαμαρτύρεται ἐντονώτατα, καθότι «οὐδὲν αὐτῆς βιαιότερον ἐν κόσμῳ», κατὰ τὸν βιωματικὸν κήρυκα τῆς μετανοίας Ἅγιον Ἀνδρέαν Κρήτης. Ὅθεν, πρέπει νὰ εἰρηνεύῃ μὲ τὴν συνείδησίν του ἕκαστος, διὰ τῆς μετανοίας, ὥστε «ἐν τῷ πυρὶ τῆς συνειδήσεως νὰ προσφέρωμεν μυστικὴν ὁλοκάρπωσιν», θυσιάζοντες τὰ πάθη μας καὶ προσφέροντες αὐτὰ θυσίαν ἀγάπης πρὸς τὸν συνάνθρωπον, ὅπως ὁ Κύριος ἑαυτὸν ὑπὲρ «τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας». Τότε μόνον θὰ ἀνατείλῃ καὶ δι᾿ ἡμᾶς ἐκ τοῦ τάφου ἡ συγγνώμη καὶ θὰ ζήσωμεν ὡς ἀνθρωπότης ἐν ἀλληλοσεβασμῷ καὶ ἀγάπῃ μακρὰν τῶν ὅσων βλέπομεν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας φρικτῶν ἐγκλημάτων νὰ πλήττουν τὴν οἰκουμένην ἅπασαν. Εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦτον ἔχομεν συμμάχους καὶ πρεσβευτὰς πάντας τούς Ἁγίους καὶ μάλιστα τὴν Παναγίαν Μητέρα τοῦ Κυρίου μας, τὴν διὰ τῶν ἱκεσιῶν της ὡς ἄλλος λουτὴρ «ἐκπλύνουσαν συνείδησιν».

Ὅθεν, προτρεπόμεθα καὶ παρακαλοῦμεν, ὡς πνευματικὸς Πατὴρ τῶν ἀνὰ τὴν οἰκουμένην Ὀρθοδόξων πιστῶν μας, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους, νὰ δράμωμεν μετὰ σπουδῆς εἰς τὸ ἀπὸ τῆς αὔριον ἀρχόμενον στάδιον τῶν ἀρετῶν, «μὴ ἄτοπα λογιζόμενοι, μὴ παράνομα πράττοντες», ἀλλὰ πορευόμενοι ἐν Χάριτι νὰ ἐκπλύνωμεν τὰς συνειδήσεις «γνώμῃ ἀγαθῇ» διὰ τῆς μετανοίας, ἔχοντες τὴν βεβαιότητα ὅτι οἱ οὐρανοὶ καὶ ἡ γῆ καὶ πάντα «τὰ ὁρατὰ καὶ ἀόρατα» θὰ καταυγασθοῦν ἐν τέλει ὑπὸ τοῦ φωτὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.

Ἡμεῖς δέ, «πρὸ τῶν θυρῶν τοῦ Ναοῦ τοῦ Κυρίου» ἱστάμενοι, ἐὰν ἀξίως πολιτευθῶμεν, θὰ περιβληθῶμεν χιτῶνα φωτεινὸν μιμήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ ἀξιωθῶμεν τοῦ «καινοῦ πόματος» ἐκ τῆς Πηγῆς τῆς ἀφθαρσίας, γευόμενοι τῆς χαρᾶς τοῦ ὀλβίου τάφου τοῦ Κυρίου καὶ συνωθούμενοι ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ «ἕως τῶν κεράτων τοῦ θυσιαστηρίου», ἐν τόπῳ ὅπου «τὰ φοβερὰ τελεσιουργεῖται». Γένοιτο.

Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ ,βιε´

† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος
διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

------------------------
Ἀναγνωσθήτω ἐπ᾿ ἐκκλησίας κατὰ τὴν Κυριακὴν τῆς Τυρινῆς, κβ΄ Φεβρουαρίου, ἀμέσως μετὰ τὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιον.