Showing posts with label Πόντος. Show all posts
Showing posts with label Πόντος. Show all posts

Tuesday, 18 August 2026

Eικόνα της Σουμελάς

 
Το καράβι «Κωνσταντινούπολις» - Σεπτέμβρης 1922
 

Την έλεγαν Γιαγιά-Ευγενία. 70 χρονών. Από το χωριό Λιβερά της Τραπεζούντας. Χήρα. Τα παιδιά της σφαγμένα το ’21. Της έμεινε μόνο ο εγγονός. Ο μικρός ο Βασίλης. 5 χρονών.
 
Όταν ήρθε η διαταγή «Φεύγετε», οι Τούρκοι έκαψαν το χωριό. Η Ευγενία πρόλαβε να πάρει τρία πράγματα: Το παιδί, το μαντήλι του άντρα της και την εικόνα.
 
Η εικόνα της Παναγίας Σουμελάς.
 
Όχι η πρωτότυπη - εκείνη έμεινε στο μοναστήρι, στον Μελά. Αυτή ήταν αντίγραφο. Ξύλο παλιό, ζωγραφισμένη στο χέρι, από καλόγερο, το 1800. Την είχε από τη μάνα της. Την είχε από τη γιαγιά της. 120 χρόνια στην οικογένεια.
 
Στο λιμάνι της Τραπεζούντας γινόταν το αδιαχώρητο. Χιλιάδες ψυχές. Τούρκοι χωροφύλακες έψαχναν τους πρόσφυγες. «Χρυσάφια! Λίρες! Όπλα!» φώναζαν. Και τα έπαιρναν. Εικόνες; Τις έσπαγαν. Τις έκαιγαν. «Ειδωλολατρία», έλεγαν.
 
Η Ευγενία κατάλαβε. Αν τη δουν, τη χάνει.
 
Τύλιξε την εικόνα στο μαύρο μαντήλι της. Μετά την έδεσε με σπάγκο, σφιχτά, στο στήθος της. Από πάνω φόρεσε το χοντρό το ζιπούνι της. Από πάνω τη μαύρη φούστα. Από πάνω το μαντήλι στο κεφάλι.
 
Έμοιαζε με μια γριά 100 κιλά. Καμπουριαστή.
«Τι έχεις εκεί, γριά;» φώναξε ο χωροφύλακας στο καράβι.
«Καμπούρα, αφέντη», είπε η Ευγενία. «Από τα χρόνια.»
Την έσπρωξε. «Πέρασε, βρωμόγρια!»
 
Πέρασε.
 
Στο αμπάρι, 2.000 ψυχές. Ο ένας πάνω στον άλλον. Βρώμα. Εμετός. Πείνα. Δίψα. Τα παιδιά έκλαιγαν. Οι μανάδες μοιρολογούσαν.
 
Η Ευγενία καθόταν σε μια γωνιά. Ακίνητη. Το στήθος την πονούσε. Η εικόνα ήταν σκληρή. Της έκοβε το δέρμα. Αλλά δεν μιλούσε.
 
Τη νύχτα, όταν όλοι κοιμόντουσαν, έλυνε λίγο το ζιπούνι. Έβαζε το χέρι μέσα. Άγγιζε το ξύλο. «Παναΐα μου, κράτα μας», ψιθύριζε. «Φέρε μας στην Ελλάδα.»
 
Ο μικρός ο Βασίλης ρώτησε: «Γιαγιά, τι έχεις εκεί;» «Την καρδιά μου, παιδί μου», είπε. «Την καρδιά του Πόντου. Κοιμήσου.»
 
Τρίτη μέρα. Τέλειωσε το νερό.
 
Ένα μωρό πέθανε στην αγκαλιά της μάνας του. Το πέταξαν στη θάλασσα. Οι άντρες άρχισαν να τρελαίνονται. Ένας πήγε να βουτήξει. Τον κράτησαν.
 
Η Ευγενία δεν έβγαλε την εικόνα. Ακόμα κι όταν λιποθύμησε από τη δίψα. Οι γυναίκες τη ράντισαν με θαλασσινό νερό. «Ξύπνα, μάνα!» Άνοιξε τα μάτια. Πρώτα έπιασε το στήθος. Η εικόνα ήταν εκεί. Μετά ήπιε μια γουλιά.
 
Πειραιάς. Έβδομη μέρα.
 
Όταν άνοιξε το αμπάρι, μπήκε φως και μυρωδιά λιμανιού. Οι άνθρωποι σπρώχνονταν. Έπεφταν. Πολλοί δεν μπορούσαν να περπατήσουν.
 
Η Ευγενία σηκώθηκε. Με το παιδί από το χέρι. Με την εικόνα στο στήθος. Κατέβηκε τη σκάλα. Πάτησε Ελλάδα.
 
Στο τελωνείο, ένας Έλληνας λιμενικός τη λυπήθηκε. «Γριά, τι κουβαλάς;» Η Ευγενία έλυσε το ζιπούνι. Έβγαλε την εικόνα. «Την Παναγία μας, παιδί μου. Από τη Σουμελά.»
 
Ο λιμενικός γονάτισε. Σταυροκοπήθηκε. «Καλώς την έφερες, μάνα.»
 
Το 1951, χτίστηκε η νέα Μονή Παναγίας Σουμελάς στο Βέρμιο. Η Γιαγιά-Ευγενία ήταν 99 χρονών. Την ανέβασαν με μουλάρι.
 
Έδωσε την εικόνα στον Ηγούμενο. «Ήταν στο στήθος μου 7 μέρες», είπε. «Τώρα να πάει στο θρόνο της.»
 
Πέθανε εκείνο το βράδυ. Στον ύπνο της. Με χαμόγελο.
 
Η εικόνα της Ευγενίας είναι σήμερα στο τέμπλο. Δίπλα στην πρωτότυπη που ήρθε το 1931 από τον Πόντο.
 
Από κάτω γράφει:
 
«Δωρεά Ευγενίας Κωνσταντινίδου, Λιβερά Τραπεζούντας. Την έσωσε στο στήθος της. 1922.»
 
Αυτές ήταν οι γυναίκες του Πόντου. Δεν έσωσαν μόνο παιδιά. Έσωσαν αγίους. Γιατί ήξεραν: «Χωρίς εικόνα, η παράγκα είναι στάβλος. Με την εικόνα, γίνεται εκκλησιά.»
 
Και ο μικρός ο Βασίλης; Έγινε παπάς. Παπα-Βασίλης στη Νέα Σουμελά. Και κάθε 15αύγουστο, όταν λιτανεύουν την Παναγία, λέει:
 
«Αυτή η εικόνα πέρασε θάλασσα πάνω σε καρδιά γιαγιάς. Προσκυνήστε την όρθιοι.»

Friday, 16 May 2025

Αστερομάτα


Χθες βράδυ πραγματοποιήθηκε ο δεύτερος ημιτελικός του Διαγωνισμού Τραγουδιού της Eurovision. Η Κλαυδία Παπαδοπούλου, που εκπροσώπησε την Ελλάδα μας, με το τραγούδι «Αστερομάτα», κατάφερε να προκριθεί στον Τελικό του Διαγωνισμού, που θα πραγματοποιηθεί αύριο Σάββατο, στη Βασιλεία της Ελβετίας.



Η Κλαυδία, που έχει ποντιακή καταγωγή, επέλεξε να μεταφέρει μέσα από το τραγούδι της ένα επίκαιρο και συγκινητικό μήνυμα: την προσφυγιά και τον ξεριζωμό, όχι μόνο των προγόνων της, αλλά και τόσων ανθρώπων που αναγκάζονται σήμερα να εγκαταλείψουν τη γη τους εξαιτίας των πολέμων και των συγκρούσεων. Ο σύγχρονος ήχος του «Αστερομάτα» συνδυάζεται αρμονικά με ethnic στοιχεία, ενώ οι ελληνικοί στίχοι ενισχύουν τον συναισθηματικό αντίκτυπο του τραγουδιού.
 
Η νεαρή ερμηνεύτρια αποκάλυψε σε πρόσφατη συνέντευξή της την αληθινή ιστορία που κρύβεται πίσω από το τραγούδι. Η οικογένειά της, λόγω της ποντιακής καταγωγής της, βίωσε από πρώτο χέρι την προσφυγιά, αναγκαζόμενη κάποτε να εγκατασταθεί στη Σοβιετική Ένωση, προτού αποφασίσει να μεταβεί στην Ελλάδα το 1991. Επηρεασμένη από τα βιώματα των προγόνων της, η Κλαυδία επιχειρεί να δώσει φωνή σε όσους αναγκάζονται -τότε και τώρα- να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να αναζητήσουν ένα καλύτερο αύριο.
 
Όπως έχει αποκαλύψει η ίδια, ο τίτλος «Αστερομάτα» αναφέρεται σε μια όμορφη γυναίκα που τα μάτια της λάμπουν σαν αστέρια, συμβολίζοντας ελπίδα και φως μέσα στην ζοφερή πραγματικότητα του ξεριζωμού. Με αυτόν τον τρόπο, η Κλαυδία αποτίει φόρο τιμής στην ιστορία της οικογένειάς της, ενώ παράλληλα στέλνει ένα οικουμενικό μήνυμα για όλους εκείνους που αναζητούν την ελευθερία και την ασφάλεια μακριά από την εμπόλεμη ζώνη της πατρίδας τους.
 
ΠΗΓΗ: Η Καθημερινή Κύπρου

Thursday, 13 March 2025

Τραγούδι για την Ελλάδα


Η νέα καλλιτέχνιδα Μαριάννα Γεωργιάδου, Ποντιακής καταγωγής, τραγουδάει ένα όμορφο τραγούδι, που ακούγεται σαν ύμνος στην αγαπημένη Πατρίδα μας, στην Ελλάδα μας.


Ο τίτλος του τραγουδιού είναι: «Αχ Ελλάδα μου». Τους στίχους έγραψε ο Μιχαήλ Νικολαΐδης και τη μουσική επιμελήθηκε ο Ιωάννης Τσουγκουζίδης. Ας είναι καλοτάξιδο.

Monday, 21 October 2024

Το «Πάτερ ημών» στα Ποντιακά

 
Το παρακάτω κείμενο είναι μια μετάφραση του «Πάτερ ημών» στη διάλεκτο των Ποντίων, η οποία διατηρεί τις ρίζες της στην αρχαία ελληνική γλώσσα και έχει πλούσια πολιτιστική κληρονομιά.
 

Πατέρα εμούν ον είσαι ‘ς σοὐρανόν,
ατώς αγιασθήτω το όνομάς,
ελθέτω η βασιλείασ’ ατώς,
γενέσθω το θέλημάς ατώς,
ατώς ‘ς σον οὐρανόν, κι ‘ς σα τη γαίαν.
Τον εμοίς τον επιούσιον άρτον δίδοι μας σήμερον,
κι άφεκς εμούν τα οφειλήματα εμών,
ατώς κι εμείς αφίουμε τους οφειλέτας εμών.
Κι α μη φέρ’ μας εις πειρασμόν,
αλλά ρύεσ’ μας από τον πονηρόν.
Αμήν.

Sunday, 26 May 2024

Εκδήλωση Μνήμης στο Bristol

 
Tιμούμε σήμερα, στον Ι.Ν. Απ. Πέτρου και Παύλου στο Bristol, την ιερή μνήμη των ηρωϊκών προγόνων μας, που έπεσαν Υπέρ Πίστεως και Πατρίδος, κατά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και κατά τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού.
 

Στην ειδική Επιμνημόσυνη Δέηση προσευχόμαστε:
 
«Ανάπαυσον, Κύριε, τα ψυχάς των κατά την άλωσιν της βασιλίδος των πόλεων αγωνισαμένων και πεσόντων υπέρ της σωτηρίας αυτής και των υπέρ της εις Χριστόν πίστεως μαρτυρησάντων. Πρόσδεξαι την θυσίαν αυτών και τους στεναγμούς του Έθνους ημών, ους επί αιώνας ήδη ετησίως, επί τη μνήμη εκείνων, δακρύον αναφέρει Σοι τω Θεώ ημών. Ευμενής δε και ίλεως ημίν τε και εκείνοις γενόμενος, ανάτειλον την ποθητήν ημέραν, καθ’ ην, ως ήλιος φωτεινός, ο Σταυρός Σου, φωτίσει και αύθις την του Κωνσταντίνου Πόλιν και απ’ αυτής φωτεινάς προβάλλων ακτίνας Χριστεπωνύμου Ελληνικού ανθρωπισμού και προόδου, πληρώσει πίστεως, ελπίδος και αγάπης τον κόσμον σύμπαντα και αποκαταστήσει πραγματικόν το ίνδαλμα της Μεγάλης Πατρίδος.
 
Ευδοκία τη Ση τελούντες σήμερον μνημόσυνα υπέρ των ψυχών αυτών, αξίωσον ημάς αναφωνήσαι: Του ευσεβούς ημών Έλληνος Χριστιανού Αυτοκράτορος του Βυζαντίου Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου και των συν αυτώ πεσόντων γενναίων της πίστεως και της πατρίδος προμάχων και πάντων των κατά την αποφράδα εκείνην ημέραν, και κατά την εν τω Πόντω Γενοκτονία, σφαγιασθέντων, κληρικών τε και λαϊκών αδελφών ημών, αιωνία η μνήμη»!

Monday, 21 August 2023

Εις το βουνό ψηλά εκεί...

 
...που πήγε ο Παναγιώτατος Ρωμηός και εκπροσώπησε εμάς που δεν πήγαμε.
 

Πήγε για μουσαφιρλίκι, και προσκυνητής, την μέρα που η κυρά Παναγιά γιορτάζει μέσα στο θερινό Πάσχα, στην πλαγιά του 'Ορους Μελά, στην Τραπεζούντα δυό μέρες πριν και σαν καλός επισκέπτης, φόρεσε τα λαμπερά καλά του, για να Την τιμήσει. 
 
Δεν ήταν η πρώτη φορά και Θεού θέλοντος δεν θα είναι η τελευταία. "Κύριε- Κύριε επίβλεψον εξ ουρανού..." και ο Ποντιακός αέρας βρήκε την ώρα να φουσκώνει τα μάγουλά του και ξεφουσκώνοντας να σβήνει τις φλόγες στα δικηροτρίκηρα και να πηγαινοφέρνει τα επανωκαλύμυαχα των συλλειτουργούντων κληρικών. Μικρά πράγματα και κανένας δεν φάνηκε πως ενοχλήθηκε.
 
Οι Άγιοι, που μόλις διακρίνονται γραμμένοι από χρόνια και χρονάκια στους τοίχους, θα πανηγύριζαν και ποιός ξέρει αν τα ώτα τους άκουγαν και αν τα μάτια τους έβλεπαν πως ήρθαμε για να τους κάνουμε παρέα στην γιορτή και στο Κληρολαϊκό Συμπόσιο για την Κυρά τους.  Να έβλεπαν και να άκουγαν ότι ήρθε ο Πατριάρχης των Ρωμηών που το λέει η καρδιά του, που δεν το βάζει κάτω και πάει με φτερά για να φέρνει μηνύματα, όπως λέγαμε μικροί στο Κατηχητικό και στις Αστικές Σχολές μας, τραγουδώντας "Τίποτα στον κόσμο δεν μας σκιάζει..." Ισως να το έλεγε και ο μικρός Δημητράκης όταν μεγάλωνε στους Αγίους Θεοδώρους, στο ηλιόλουστο Αιγαιοπελαγίτικο νησί που τον γέννησε.
 
Είπε ο Παναγιώτατος, είπε και τι δεν είπε για την Μάνα Παναγία, το δέσιμο που έχουν μαζί Της αυτοί που Την αγαπούν και τον δικό μας ιδιαίτερο δεσμό,  τον δεσμό που έχουμε εμείς οι Ρωμηοί μαζί Της. Είπε ο Πατριάρχης μας πολλά και καλά. Είπε και "ευχαριστώ" σε όσους έδωσαν την δυνατότητα να γίνει αυτό το Προσκύνημα, τέλειωσε με Ευχές, Χρόνια Πολλά και Χριστός Ανέστη. Ευχές σε όλους, παρόντες και απόντες. 
 
Πέρασαν κιόλας δύο μέρες, μέχρι και τα Εννιάμερα, γιορτάζουν οι Μαρίες, οι Μάριοι και οι Παναγιώτες, ο κάθε Πάνος και Πανίκος που στην πραγματικότητα Παναγιώτης είναι, οι Δέσποινες και ότι βγαίνει από αυτά τα ονόματα, Τάκης και Νίτσα, Μαίρη και Μαρίκα, Μαρικούλα, Μαριώ, Μαριέττα, Μαρουλώ και Μαρούλλα ακόμη και μερικές Βιργινίες, όπως μια Ρωμαιοκαθολική οικογενειακή φίλη στην Πόλη, που αλίμονό μας αν ξεχνούσε κάποιος να την ευχηθεί.
 
Και του Χρόνου!
 
Νίκη Beales
17 Αυγούστου 2023,
Buckingham, Αγγλία

Tuesday, 6 September 2022

Γέροντας Μουσταφά, ο κατά Χριστόν σαλός

 
Ημέρα επίσκεψης στην Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου Βαζελώνος. Η προηγούμενη ημέρα ήταν κουραστική και γεμάτη συγκινήσεις, ιδιαίτερα για τον π. Κύριλλο. Πίστευα ότι θα αργούσε στο πρωινό. Αλλά τον βρήκα να με περιμένει.
 

-         Πάτερ μου, πάντα πρωινός βλέπω.
-         Έτσι είμαι μαθημένος, μου απάντησε.
-         Επομένως θα έκαμες και τον Όρθρο...
-         Φυσικά, πήρα τις ψυχικές μου ανάσες, μου είπε χαμογελώντας.
 
Οι «γκρίζοι λύκοι» ήσαν και αυτοί στην ώρα τους... Όταν τους είδα πρωί – πρωί να μας παίρνουν πάλι φωτογραφίες και να μας βιντεοσκοπούν νευρίασα. Πήγα να σηκωθώ και να πάω να τους πω να σταματήσουν αυτόν τον πόλεμο νεύρων που μας κάνουν.
 
Με συγκράτησε ο π. Κύριλλος.
 
-         Κάτσε κάτω, μου είπε. Αυτό θέλουν, να μας εκνευρίσουν, να πάμε να τους μιλήσουμε, να προκαλέσουν επεισόδιο, να μας τρέχουν στην αστυνομία, να μας ταλαιπωρήσουν. Δεν θα τους κάνουμε το χατήρι. Εμείς ατάραχοι. Αυτοί τη δουλειά τους κι εμείς τη δική μας...
 
Στην ώρα του είχε έρθει και ο Ιμπραήμ και ξεκινήσαμε. Στη διαδρομή ο π. Κύριλλος μου είπε δυο λόγια για τη Μονή Βαζελώνος:
 
-         Από την Τραπεζούντα είναι λίγο πιο μακριά από τις δυο άλλες Μονές Σουμελά και Περιστερεώτα και δυτικά αυτών και της Τραπεζούντας. Η περιοχή ονομάζεται Ζαβουλών ή Βαζελών και η Μονή αυτή είναι η αρχαιότερη του Πόντου. Η φήμη της ανέβηκε στα ύψη κατά την περίοδο της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. Σήμερα και αυτή είναι ένας σωρός ερειπίων. Τα τελευταία του λόγια συμπλήρωσαν δάκρυα συγκίνησης, που έκαμαν τα μάτια του να λαμπιρίζουν....
-         Αδελφέ μου συχώρα με, μου είπε, αλλά το μυαλό μου πέταξε πάλι για το  τι είχαμε και τι χάσαμε και σε ποιών τα χέρια έμειναν... 
 
Από εκείνη την ώρα επικράτησε σιωπή στο αυτοκίνητο. Η αναπόληση της αίγλης που γνώρισαν ο Πόντος και τα Μοναστήρια του και η εφιαλτική σκέψη της καταστροφής τους κυριάρχησαν μέσα μας μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας.
 
Το αυτοκίνητο άφησε τη δημοσιά και άρχισε την ανάβαση προς την Μονή. Ήταν ένας φαρδύς δρόμος με χώμα, έτοιμος να ασφαλτοστρωθεί, Ένας στρατιώτης με κόκκινο περιβραχιόνιο, νεαρό παλληκάρι, σταμάτησε το αυτοκίνητο μας. Ρώτησε στα τούρκικα τον Ιμπραήμ, ποιοι είμαστε και πού πάμε, του είπε και του απάντησε ότι για λόγους ασφαλείας μας, το αυτοκίνητο πρέπει να σταματήσει σε εκείνο το σημείο... Του είπε ο Ιμπραήμ ότι ο δρόμος είναι βατός και ασφαλής για αρκετά χιλιόμετρα ακόμη, αλλά εκείνος ήταν ανένδοτος.
 
Αποφασίσαμε να προχωρήσουμε με τα πόδια. Ο Ιμπραήμ έμεινε στο αυτοκίνητο. Το ψιλόβροχο με το κρύο και το βοριαδάκι περόνιαζαν το σώμα μας και έπρεπε να ανηφορίσουμε για περίπου μιάμιση ώρα. Όμως ήμασταν αποφασισμένοι κανένα εμπόδιο να μην αποτρέψει το προσκύνημά μας. Βαδίζαμε πάνω στον αμαξιτό δρόμο. Σε λίγο μας προσπέρασε ένα στρατιωτικό καμιόνι. Ήταν γεμάτο στρατιώτες. Μας προσπέρασε και το αυτοκίνητο με τους «γκρίζους λύκους». Ένας από αυτούς είχε βγάλει το μισό του υπέρογκο σώμα έξω από το παράθυρο και μας βιντεοσκοπούσε.   Εκεί που τέλειωνε ο δρόμος και άρχιζε το απότομο μονοπάτι το στρατιωτικό καμιόνι ήταν σταματημένο και άδειο. Και οι γκρίζοι λύκοι είχαν ξεμείνει. Τους προσπεράσαμε σε κοντινή απόσταση.
 
-         Μην τους κοιτάξεις, μου είπε ο π. Κύριλλος.
 
Εγώ δεν μπόρεσα κι έριξα την κρυφή ματιά μου. Τους είδα που χαζογελούσαν μεταξύ τους για το καψόνι που μας έκαμαν... Σε λίγο κατάλαβα γιατί οι «Γκρίζοι λύκοι» δεν μας ακολούθησαν. Το τελευταίο στάδιο της ανάβασης ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο. Σε μιαν  κοντινή από το μοναστήρι απόσταση έπρεπε να περάσουμε ένα πολύ στενό και γλιστερό από τη βροχή εξόγκωμα βράχου, ενώ και από τις δύο μεριές έχασκε γκρεμός  βάθους εκατοντάδων μέτρων.
 
Δεν διστάσαμε. Κάναμε το Σταυρό μας, δεν κοιτάξαμε ούτε δεξιά, ούτε αριστερά, αλλά ίσια το μοναστήρι και περάσαμε.
 
Μπροστά στην είσοδό του ήσαν παρατεταγμένοι οι στρατιώτες. Όλοι φορούσαν το κόκκινο περιβραχιόνιο και είχαν το χέρι στη σκανδάλη του αυτόματου όπλου τους. Ο επικεφαλής τους αξιωματικός μας πλησίασε, μας χαιρέτισε στρατιωτικά και μας ζήτησε τα διαβατήριά μας. Του τα δώσαμε. Ευτυχώς εκείνη την ώρα είχε κόψει η βροχή. Τα κοίταξε για κάποια λεπτά και μετά μας ρώτησε:
 
-         Γιουνάν;
-         Γκρικ, του απάντησε ο π. Κύριλλος.
-         Νο φότος, νο πρέϊ, μας είπε με σπασμένα αγγλικά. ΟΚ;
-         ΟΚ, απαντήσαμε.
 
Μας έδωσε πίσω τα διαβατήριά μας και εμείς προχωρήσαμε προς τα ερείπια του μοναστηριού, με τη συνοδεία των φαντάρων.
 
Ήμασταν περίπου στο κέντρο των ερειπίων, περικυκλωμένοι από τους στρατιώτες..   
 
-         Θα καθίσουμε σιωπηλοί και θα προσευχόμαστε. Να δούμε τις αντοχές τους, μου είπε ο π. Κύριλλος.
 
Είχε δίκιο. Κάποια στιγμή σηκώθηκαν και σε παράταξη ανά δύο αποχώρησαν. Η αποστολή τους είχε ολοκληρωθεί... Μας έδειξαν ότι είναι κυρίαρχοι και ότι είμαστε υπό έλεγχο και έφυγαν... Ο π. Κύριλλος ξέσπασε. Έκαμε τρισάγιο για τις ψυχές  των μοναχών που διαβίωσαν στη Μονή Βαζελώνος και μετά έψαλε δυνατά το «Τις Θεός Μέγας, ως ο Θεός ημών...», το απολυτίκιο του Βαπτιστή και το «Τη Υπερμάχω...». Μείναμε για ώρα μέσα στην παγωνιά. Σκεφτόμασταν, προσευχόμασταν, αναπολούσαμε την προσφορά των τριών μοναστηριών και το δέσιμό τους με τους Ποντίους.
 
Ήταν περασμένες τρεις μετά το μεσημέρι και είχε ο τόπος σκοτεινιάσει από ένα μαύρο σύννεφο, που ήταν μερικές δεκάδες μέτρα πάνω μας.
 
-         Πάμε να φύγουμε μου είπε ο π. Κύριλλος. Σταυροκοπηθήκαμε για μιαν ακόμη φορά και πήραμε την κατηφόρα.
 
Η κατάβαση ήταν πιο άνετη και είδαμε καλύτερα το τοπίο. Ήταν άγριο, με πολλούς βράχους, αλλά και πλούσια βλάστηση. Κατεβαίναμε αμέριμνοι, με γλυκές σκέψεις από την επίσκεψη,  όταν από μια λόχμη πετάχτηκε ένας αλλόκοτης εμφάνισης γέροντας. Ήταν με παλιά και σκισμένα ρούχα, χοντρές μάλλινες κάλτσες και τσόκαρα στα πόδια, με μακριά κάτασπρη γενειάδα, γεμάτος ρυτίδες, σκελετωμένος. Ξαφνιαστήκαμε. Περπάτησε προς το μέρος μας με λυγισμένα τα γόνατα, λες και δεν ήθελε να φαίνεται από μακριά.
 
-         Παπάς; Ρώτησε τον π. Κύριλλο σε άπταιστα ελληνικά.
-         Παπάς!... Ναι, παπάς, του απάντησε. Εσύ γέροντα ποιος είσαι;
-         Οι Τούρκοι με περνούν για δικό τους, με φωνάζουν Μουσταφά και με πιστεύουν για τρελό. Εγώ όμως είμαι βέρος Ρωμιός. Οι γονείς μου με τάξανε σε τούτο το Μοναστήρι και με ονομάσανε Ιωάννη... Για πάνω από εβδομήντα χρόνια μένω σε μια καλύβα κάτω από το δρόμο, στην απότομη πλαγιά. Ο Θεός με έχει προικίσει με καλό αυτί και είναι τόση η ησυχία εδώ πέρα, που ξέρω πότε ανεβαίνουν αυτοκίνητα προς το μοναστήρι. Πιάνω και τον ήχο από το βάδισμα των οδοιπόρων προσκυνητών και ευχαριστώ το Θεό που το μοναστήρι δεν πέθανε στις μνήμες των ρωμιών...
 
Μέρος Β΄
 
Ο Μουσταφά - Ιωάννης κοίταξε στα μάτια τον π. Κύριλλο.
 
-         Εσένα πώς σε λένε; 
-         Με λένε Κύριλλο και τον φίλο μου... Είπε το όνομά μου. Είμαστε από την Ελλάδα και ήρθαμε για προσκύνημα στα Μοναστήρια του Πόντου. Και συνέχισε:
-         Εσύ πώς ζεις, εδώ; Δεν σε πήραν είδηση τόσα χρόνια οι Τούρκοι;
-         Με ξέρουν και Τούρκοι και κρυπτορωμιοί και μου φέρνουν τρόφιμα, και πετρέλαιο. Με ξέρουν για αγρίμι και δεν τους εμφανίζομαι. Τα αφήνουν σε ένα συγκεκριμένο βράχο, κάτω από τον δρόμο, και φεύγουν... και με μια αποφασιστική κίνηση μας είπε:
-         Πάμε στην καλύβα μου, εκεί ουδείς πλησιάζει και θα σας πω περισσότερα...
 
Πήραμε την κατηφόρα περπατώντας στα βράχια, που ανάμεσά τους υπήρχε πυκνή βλάστηση. Είδαμε τον βράχο που κάνει ένα κοίλωμα στην κορυφή του και εκεί αφήνουν την ελεημοσύνη τους όσοι τον φροντίζουν. Η καλύβα ήταν ένας ενιαίος χώρος με χωμάτινο πάτωμα και κεραμίδια πολύ παλιά, που έμπαζαν σε κάποιες μεριές. Όλα όσα υπήρχαν μέσα ήσαν ξύλινα, φτιαγμένα με τα χέρια του. Τραπέζι, καρέκλες, κρεβάτι. Μαυρισμένα τα μεταλλικά σκεύη της κουζίνας, μια ξυλόσομπα  και μια λάμπα πετρελαίου. Για εξώπορτα σανίδες ενωμένες, που έκλειναν με μια ξύλινη μπάρα. Μια ξύλινη στενή παράγκα για αποχωρητήριο και πιο μακριά ρυάκι με γάργαρο νερό από πηγή που ερχόταν από το βουνό. Όταν πήγαμε να καθίσουμε έπιασε ο γέροντας τον π. Κύριλλο από τον ώμο και του είπε:
 
-         Πρώτα θα με ευλογήσεις, θα με εξομολογήσεις θα μου δώσεις άφεση και ύστερα θα καθίσεις. Είμαι πάνω από ενενήντα ετών και θέλω να πάω έτοιμος κοντά στον Χριστό και στον Άγιο Ιωάννη...
 
Πήγαν σε μια γωνιά, ο Ιωάννης γονάτισε και κλαίγοντας μιλούσε στον π. Κύριλλο, που είχε βάλει το πετραχήλι, που έφερε πάντοτε μαζί του. Στο τέλος τον σήκωσε, τον ευλόγησε και του έβαλε εκείνος μετάνοια. Ήρθαν κοντά μου και καθίσαμε, οι δυο μας στις δύο καρέκλες που υπήρχαν, ο γέροντας κάθισε στο κρεβάτι του. και άρχισε να μας λέγει την ιστορία του.
 
-         Σας ξαναλέω, ότι είμαι πάνω από ενενήντα ετών. Σε λίγο θα είμαι κοντά στον Κύριο.  Ήμουν στα δέκα οκτώ  δόκιμος μοναχός όταν έζησα όλη την τραγωδία των Ελλήνων του Πόντου. Έζησα την προδοσία των Μπολσεβίκων, την εγκατάλειψη των συμμάχων και τη σφαγή χιλιάδων Ελλήνων. Έζησα τον σκοτωμό των δικών μου ανθρώπων. Προσωπικά ξέφυγα από τη σφαγή, αλλά δεν θέλησα να φύγω μακριά από το μοναστήρι και περιτριγύριζα από τότε σαν αγρίμι σε αυτά τα μέρη.
 
Είχα διαβάσει για τους κατά Χριστόν σαλούς και σκέφθηκα να κάνω τον τρελό. Έβαλα τούρκικα ρούχα και ζούσα απόκοσμα. Αν κάποιος με πλησίαζε έφευγα με τρελές κινήσεις μέσα στο δάσος. Κάποιος μου έδωσε το όνομα Μουσταφά, που μου έμεινε. Έτσι οι Τούρκοι με περνούν για τούρκο. Ποτέ δεν μου ζητήθηκε να πάω στο τρελοκομείο, ποτέ δεν μου ζητήθηκε να βγάλω ταυτότητα. Ήμουν το τρελό τίποτα γι’ αυτούς. Για εμένα με προστάτευε ο Χριστός και ο Άγιος Ιωάννης, που δεν ήθελε να αφήσω μόνο το μοναστήρι του.
 
Έτσι όλα αυτά τα εβδομήντα τόσα χρόνια ζω ως Χριστιανός και ας με φωνάζουν Μουσταφά. Ο Θεός με ευλογεί. Το μοναστήρι δεν είναι ερείπιο. Έχει τον Χριστό, την Παναγία, τον Άγιο Ιωάννη, τους Αγγέλους που το προσέχουν και εμένα που κρυφά το υπηρετώ...
 
Είχαμε μείνει άφωνοι από αυτά που ακούσαμε. Η πρώτη μου σκέψη ήταν «ΖΗ ΚΥΡΙΟΣ». Ο για τους Τούρκους Μουσταφά ο τρελός ήταν στην πραγματικότητα ο Ιωάννης, ο κατά Χριστόν σαλός.
 
Και η ευλογία που παίρναμε συνεχίστηκε. Μας είπε ο Ιωάννης:
 
-         Ελάτε μαζί μου. Τον ακολουθήσαμε έξω από την καλύβα. Σε ένα ξέφωτο ήταν ένα παλιό πέτρινο κτίσμα που έμοιαζε με εκκλησιά. Η είσοδος ήταν κλεισμένη από δεμάτια σανού και κλαδιά. Τον βοηθήσαμε να τα πετάξει στην άκρη. Μπήκαμε μέσα και ώ Θεέ μου, τι ήταν αυτό που αντικρίσαμε. Ένα παρεκκλήσιο περιποιημένο, με την παλιά καντήλα του και εικονογραφίες παλιές φθαρμένες και κακοποιημένες παλιά από τους Τούρκους, αλλά που φαινόταν η ομορφιά τους. Είχε διατηρηθεί και η μαρμάρινη Αγία Τράπεζα. Φίλησε στον τοίχο τον Σταυρό  και μας είπε:
-         Ο Κύριος με διατήρησε στη ζωή και με προφύλαξε από τους άπιστους για να το φυλάω όσο ζω. Τρελός Τούρκος για τους Τούρκους έκαμα την Εκκλησιά αποθήκη για σανό. Είναι ένα κανονικό παρεκκλήσιο, που προσεύχομαι και βρίσκω παρηγοριά και κουράγιο. Στα τελευταία του λόγια έβαλε μετάνοια και έκαμε το Σταυρό του.
 
Δεν μπορέσαμε να συγκρατήσουμε τη συγκίνησή μας. Αφήσαμε τα άφθονα δάκρυά μας να κυλίσουν στο πέτρινο πάτωμα. Βρισκόμασταν μπρος σε έναν άγιο άνθρωπο, έναν άγιο που θα πεθάνει χωρίς κανείς να γνωρίζει ποιος ήταν και τι πίστευε. Θα πεθάνει χωρίς κανείς να γνωρίζει τον επί εβδομήντα τόσα χρόνια αγώνα του να παριστάνει τον τρελό για να είναι κοντά και να διατηρεί το παρεκκλήσιο της Μονής Βαζελώνος.
 
Άλλη μια φορά που είχαμε ξεχαστεί, ζώντας μια πρόγευση της κοινωνίας με τους Αγίους στην ατέλειωτη πραγματική ζωή. Όμως ο Ιωάννης μας σκέφθηκε, σκέφθηκε τις υποχρεώσεις μας και θέλησε να μας προφυλάξει.
 
-         Ώρα να πηγαίνετε μας είπε γλυκά.
 
Θέλαμε να μείνουμε για πολύ ακόμη κοντά του, αλλά ξέραμε ότι είχε δίκιο...  Το κατάλαβε και μας είπε με την ίδια γλυκύτητα:
 
-         Πηγαίνετε, γιατί θα αρχίσουν να σκέφτονται ότι κάτι σας συμβαίνει και θα κινήσουν να ψάξουν να σας βρουν.
 
Καταλάβαμε ότι έπρεπε να τον αφήσουμε. Πέσαμε στα γόνατα για να του φιλήσουμε τις άκρες των ποδιών του, αλλά δεν μας άφησε. Πήγε πίσω και μας είπε:
 
-         Πηγαίνετε και από τώρα και στο εξής θα είμαστε ενωμένοι στην προσευχή.
 
Η καρδιά μας ήταν γεμάτη από άφατη αγαλλίαση και είχαμε ξεχάσει  κάθε μέριμνα... Που όμως μας περίμενε σε λίγη ώρα... Όταν φτάσαμε στο αυτοκίνητο είδαμε τον Ιμπραήμ να ξεφυσά ανακουφισμένος.
 
-         Επί τέλους ήρθατε. Είχαν αρχίσει τα παιδιά -υπονοώντας τους «γκρίζους λύκους»- να αδημονούν... Καλά που είναι απότομα εκεί επάνω και βαρέθηκαν να σας αναζητήσουν...
-         Δεν πειράζει, του είπαμε. Μόνοι τους το θέλουν να κάνουν αυτοί τη δουλειά... Για εμάς καλύτερα θα ήταν να μην μας παρακολουθούν και να μην είναι τσιμπούρια....
 
Η συζήτηση σταμάτησε εκεί. Ο Ιμπραήμ μας ρώτησε τι θα φάμε για βράδυ. Του είπαμε κάτι πρόχειρο αν βρούμε στο ξενοδοχείο ή κάπου κοντά. Είχαμε κουραστεί, αλλά είχαμε και χορτάσει. Πού να του εξηγήσουμε με ποια εκλεκτή τροφή...
   
Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Wednesday, 20 July 2022

Ο καλός στρατιώτης Σβεΐκογλου

 

Στη σειρά «Οι κρυπτοχριστιανοί στη σύγχρονη Τουρκία»


Α΄ Μέρος


Με τον ιερομόναχο Κύριλλο πήγαμε στην Τραπεζούντα το 199... για προσκύνημα στο Ναό της Αγίας Σοφίας, εκκλησιά σύμβολο της πίστης και της ευλαβείας των Ποντίων, καθώς και στα ιστορικά και άρρηκτα δεμένα με αυτούς Μοναστήρια Παναγίας Σουμελά, Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα και Αγίου Ιωάννου Βαζελώνος. Βγήκαμε από το αεροδρόμιο και πήραμε το πρώτο ταξί της σειράς. Ήταν ένα παλιό Πασάτ της Βολκς Βάγκεν. Ο οδηγός γύρω στα εξήντα, ευτραφής και ευχάριστος στην όψη.
 
Στη διαδρομή μας ερώτησε, με τα σπασμένα αγγλικά του, πού πηγαίνουμε. Πήγα να του απαντήσω στα αγγλικά, αλλά με πρόλαβε ο ιερομόναχος Κύριλλος. Του είπε τη διεύθυνση του ξενοδοχείου στα ποντιακά. Ο οδηγός χαμογέλασε και του είπε:
 
-Δεν σας καταλαβαίνω, σας παρακαλώ μιλήστε μου αγγλικά...
 
Πήρα το λόγο και του είπα το ξενοδοχείο. Κούνησε το κεφάλι, είπε ένα ΟΚ και σιώπησε.
 
Μου είπε στα ελληνικά ο Κύριλλος:
 
-         Να τον ρωτήσουμε πόσα θέλει να μας πάει στα τρία μοναστήρια;
 
Προτού προλάβω να απαντήσω, μας ρωτάει ο ταξιτζής, στα αγγλικά:
 
-         Έλληνες είσαστε;
-         Ναι, του απαντώ...
-         Ξέρω λίγα  ποντιακά από τους γονείς μου, μας αποκαλύπτεται για πρώτη φορά. Οι παππούδες μου είχαν φίλους Έλληνες και συνεννοούνταν στα ποντιακά...
-         Κατάλαβες, τον ρώτησε ο Κύριλλος, που ρώτησα τι χρήματα θα ήθελες να μας πάς στα τρία μοναστήρια; Γέλασε.
-         Κάτι κατάλαβα... Να σας πάω, αλλά θα προτιμούσα να πληρωθώ σε Ευρώ ή σε δολάρια και ζήτησε  ένα ποσό σχετικά μικρό για εμάς. Κανονίσαμε κάθε μέρα να βλέπουμε και ένα  μοναστήρι και όταν τελειώσει η επίσκεψή μας να μας πάει στο αεροδρόμιο.
-         Και πώς σε λένε; Τον ρώτησε ο π. Κύριλλος.
-         Ιμπραήμ, του απάντησε.
-         Αβραάμ δηλαδή... Συνηθισμένο όνομα και στους Ρωμιούς Ποντίους, του παρατήρησε ο π. Κύριλλος και αυτός χαμογέλασε, αλλά δεν μίλησε άλλο... Τις υπόλοιπες ημέρες η συνεννόηση μας μαζί του γινόταν περισσότερο με τα αγγλικά και λίγο στα ποντιακά.
 
Το ξενοδοχείο ήταν ένα παλιό αρχοντικό τριώροφο κτίριο κοντά στο κέντρο της Τραπεζούντας. Ο υπάλληλος της υποδοχής μας υποδέχτηκε με μια παγερή ευγένεια. Πήραμε τα κλειδιά μας και ανεβήκαμε στα δωμάτιά μας, στον δεύτερο όροφο. Δεν αργήσαμε να κατεβούμε για να πάμε να φάμε, ήταν μεσημέρι.
 
Αφήνοντας τα κλειδιά ο υπάλληλος μας ρώτησε με το ίδιο ξινό χαμόγελο:
 
-         Πώς είδατε τα δώματιά σας;
-         Καλά είναι, του απάντησα, επίσης στεγνά.
 
Ο υπάλληλος συνέχισε:
 
-         Είναι από τα καλύτερα του ξενοδοχείου μας. Είναι άνετα τα δωμάτια και μεγάλα τα μπάνια. Έχουν και μπιντέ... Ο π. Κύριλλος μου εξήγησε ότι ο μπιντές στην Τουρκία σημαίνει αρχοντιά...
 
Τον ρωτήσαμε και μας είπε κάποιο κοντινό εστιατόριο να πάμε να φάμε. Βγαίνοντας παρατήρησα ότι μαζί μας σηκώθηκαν από τις πολυθρόνες που κάθονταν στην αίθουσα αναμονής και έρχονταν προς την έξοδο τέσσερις γιγαντόσωμοι άνδρες. Και οι τέσσερις είχαν αρειμάνια μουστάκια και φορούσαν μαύρα κοστούμια, άσπρα πουκάμισα και μαύρες γραβάτες. Μου θύμισαν «κοράκια» των γραφείων κηδειών. Καθώς περπατούσαμε προς το εστιατόριο οι μουστακαλήδες μας ακολουθούσαν. Καθίσαμε να φάμε, ενώ αυτοί έμειναν στο πεζοδρόμιο του εστιατορίου. Τρώγοντας έριχνα ματιές προς την πόρτα. Συζητούσαν, κάπνιζαν και δεν μας άφηναν από τα μάτια τους. Το κέφι μας είχε χαλάσει. Φάγαμε βιαστικά κάτι έτοιμο και σηκωθήκαμε να επιστρέψουμε στο ξενοδοχείο. Οι μουστακαλήδες πάντα πίσω μας. Είχαμε εκνευριστεί. Φτάνοντας πήγαμε στη ρεσεψιόν να πάρουμε τα κλειδιά για να ανεβούμε στα δωμάτιά μας ρώτησα τον υπάλληλο της υποδοχής:
 
-         Τι είναι αυτοί που μας παρακολουθούν;
-         Έχουν αναλάβει την προστασία σας, μου απάντησε ψυχρά χωρίς να με κοιτάξει...
-         Κινδυνεύουμε από κάποιους; Ρωτήσαμε απορημένοι.
-         Ποιος ξέρει, μας απάντησε με μια ειρωνεία, που δύσκολα κρυβόταν. Είστε Έλληνες και ειδικά στον Πόντο χρειάζεστε προστασία....
 
Παίρνοντας τα κλειδιά του δωματίου μας ρίξαμε στους τέσσερις μουστακαλήδες μια κλεφτή ματιά. Μας έβλεπαν πάντα και χασκογελούσαν...
 
Ανεβήκαμε στον 2ο όροφο και ο π. Κύριλλος ήρθε στο δωμάτιό μου να συζητήσουμε την κατάσταση.
 
-         Ας κλειδώσουμε καλά την πόρτα και ο Θεός βοηθός, μου είπε. Μοιάζουν για παρακρατικοί «γκρίζοι λύκοι». Δε νομίζω πάντως ότι θα μας πειράξουν. Τα νεύρα θέλουν να μας σπάσουν. Ας μην το πετύχουν. Εμείς νάμαστε ψύχραιμοι. Αύριο θα πάμε για προσκύνημα στη Σουμελά... Σηκώθηκε από την καρέκλα και πήρε στο τηλέφωνο τον Ιμπραήμ. Κανόνισαν την επόμενη ημέρα, στις εννέα το πρωί, να φεύγουμε για το μοναστήρι...
  
Αν και ήταν ακόμη νωρίς το απόγευμα δεν μας έκανε όρεξη να κινηθούμε στην πόλη. Μείναμε στα δωμάτιά μας και περάσαμε την ώρα μας διαβάζοντας. Από πλευράς μου και γράφοντας στο ημερολόγιό μου...
 
Β΄ Μέρος


Οκτώ η ώρα το πρωί ήμασταν στην αίθουσα του ξενοδοχείου για το πρωινό. Εκεί οι μαυροντυμένοι γιγαντόσωμοι ακόλουθοι μας με τα μαύρα κουστούμια, τα άσπρα πουκάμισα και τις μαύρες γραβάτες περίμεναν...
 
Το πρωινό τίποτε το ιδιαίτερο. Έτσι κι αλλιώς πολλή όρεξη δεν είχαμε... Φάγαμε κάπως βιαστικά, πήγαμε στο ισόγειο του ξενοδοχείου και καθίσαμε στην αίθουσα υποδοχής, περιμένοντας τον Ιμπραήμ...
 
Στην ώρα του ήρθε ο Ιμπραήμ. Τον είδαμε και βγήκαμε βιαστικά προς το αυτοκίνητό του. Ο π. Κύριλλος κάθισε δίπλα του, εγώ στο πίσω κάθισμα. Ξεκινήσαμε για τη Μονή Σουμελά. Πίσω μας μια μαύρη Μερσεντές με τους μουστακαλήδες με τα μαύρα κουστούμια...
 
-         Ιμπραήμ μας ακολουθεί μία Μερσεντές, με τέσσερις γιγαντόσωμους ανθρώπους. Ο άνθρωπος της ρεσεψιόν μας είπε ότι είναι για την προστασία μας... Εσύ τι λες;
 
Ο Ιμπραήμ κοίταξε τον π. Κύριλλο και του χαμογέλασε.
 
-         Είναι «γκρίζοι λύκοι», του απάντησε και επιβεβαίωσε έτσι την εκτίμηση που μου είχε κάνει την προηγούμενη ημέρα. Και συνέχισε ο Ιμπραήμ:
-          Έμαθαν ότι θα έρθετε και ότι ο ένας από τους δυο σας είναι ιερωμένος και θέλουν να σας δείξουν ότι βρίσκεστε στην Τουρκία και να μην κάνετε τίποτε που να θίξει τον εθνικισμό τους...
 
Δεν του είπαμε τίποτε. Μέσα μου σκέφθηκα, τί έχουν να φοβηθούν οι «γκρίζοι λύκοι» από εμάς;  ΑΥΤΟΙ θάπρεπε να φοβούνται τις Ερινύες για τα εγκλήματά των προγόνων τους...  
 
Φτάσαμε στη Μονή Σουμελά. Ενδιαφέρουσα η διαδρομή και μαγευτικό το τοπίο. Σταμάτησε το αυτοκίνητο σε αρκετή απόσταση από το μοναστήρι.
 
-         Θα πάμε με τα πόδια έως το μοναστήρι, μας είπε ο Ιμπραήμ. Θα σας ακολουθήσω, για να μην έχουμε κανένα απρόοπτο με τα παιδιά και εννοούσε τους θηριώδεις «γκρίζους λύκους»....
 
Τον ευχαριστήσαμε και μαζί του αρχίσαμε την ανάβαση. Ανεβαίναμε σε μία καταπράσινη παραδεισένια πλαγιά. Έκανε κρύο και είχε ένα ψιλόβροχο, που δεν μας εμπόδισαν στο προσκύνημά μας. Από μακριά βλέποντας τη Μονή νομίζαμε ότι στο μεγαλόπρεπο κτίριο ζουν ακόμη Ορθόδοξοι Έλληνες μοναχοί... Όταν πλησιάσαμε διαπιστώσαμε ότι οι εξωτερικοί τοίχοι ήσαν γυμνοί, μισογκρεμισμένοι...
 
Στην είσοδο μας περίμενε στρατιωτικό απόσπασμα. Νεαρά παιδιά με το χέρι στην σκανδάλη του αυτόματου όπλου που κρατούσαν. Ο επικεφαλής αξιωματικός μας ζήτησε τα διαβατήρια. Κοίταζε αρκετή ώρα πότε εμάς, πότε τις φωτογραφίες των διαβατηρίων. Εμείς τον βλέπαμε ψύχραιμοι...
 
Δίνοντάς μας τα πίσω μας ρώτησε στα αγγλικά:
 
-         Ξέρετε αγγλικά; Απάντησα θετικά. Συνέχισε τότε με ψυχρό και εχθρικό βλέμμα με τα σπασμένα αγγλικά του:
-         Στο χώρο απαγορεύεται η προσευχή και κάθε άλλη ενέργεια λατρευτική. Οι παραβάτες συλλαμβάνονται και περνούν από αυτόφωρο δικαστήριο.
-         Τέτοια υποδοχή από στρατιωτικό απόσπασμα δεν την περίμενα, μου είπε χαμηλόφωνα ο π. Κύριλλος...
        
Οι «γκρίζοι λύκοι» δεν μας ακολούθησαν στο μοναστήρι. Μας περίμεναν εκεί που είχαμε αφήσει το αυτοκίνητο... Ανεβήκαμε τη στενή σκάλα του μοναστηριού. Ο αξιωματικός μας ακολούθησε. Στην κορυφή της πέτρινης κλίμακας  ήταν ένας οπλισμένος σαν αστακός στρατιώτης. Σταθήκαμε εκεί λίγο να ξαποστάσουμε από το ανέβασμα. Ο στρατιώτης, στο μισό μέτρο από εμάς, αισθάνθηκε άβολα. Πίσω μας έβλεπε και τον αξιωματικό του. Έπιασε το όπλο σα να ήταν έτοιμος να μας πυροβολήσει.... Αισθανθήκαμε τον φόβο του, μην τον παρατηρήσει ο αξιωματικός.  Ήταν ένα νεαρό παλληκάρι, πάνω κάτω στα είκοσι, ισχνό και κοντό στο ύψος. Το λυπηθήκαμε. «Ο καλός στρατιώτης Σβεΐκογλου» σκέφτηκα με συμπόνια και χωρίς καθυστέρηση αρχίσαμε την κατάβαση προς το αίθριο της Μονής...
         
Αρχίσαμε να βλέπουμε τις τοιχογραφίες στο μισογκρεμισμένο Μοναστήρι, ενώ το στρατιωτικό απόσπασμα ήταν συγκεντρωμένο γύρω μας και παρακολουθούσε τις κινήσεις μας.
 
Κοιτάζοντας με μου ψιθύρισε ο π. Κύριλλος:
 
-         Αφού τους κουράσουμε με το να γυρίζουμε και να βλέπουμε για ώρα τα χαλάσματα της Μονής και τα απομεινάρια του παλιού μεγαλείου Της θα μείνομε όρθιοι στο κέντρο του περιβόλου, θα κάνουμε ότι περιεργαζόμαστε από εκεί το εσωτερικό του μοναστηριού και μέσα από τα δόντια μου θα ψιθυρίσω λίγα από τους χαιρετισμούς της Παναγίας και μια  ευχή στη μνήμη των μοναχών που εγκαταβίωσαν εδώ και των Ποντίων θυμάτων της Γενοκτονίας. Δεν μας είπαν ότι απαγορεύονται οι φωτογραφίες. Θα κάνουμε λοιπόν ότι τραβάμε φωτογραφίες και θα κάνουμε το καθήκον μας...
 
Υπό το άγρυπνο μάτι των νεαρών στρατιωτών και του διοικητού τους κάναμε αυτό που έπρεπε. Τελειώσαμε την επίσκεψη ανακουφισμένοι και εσωτερικά με ανάμικτα συναισθήματα, χαρούμενοι που επικοινωνήσαμε με τον Χριστό, την Παναγία, τους Αγίους, τους αδελφούς μας και θλιμμένοι για το ότι αυτό το μεγάλο προσκύνημα είναι στα χέρια αλλοεθνών και αλλοθρήσκων....
 
Χωρίς να μας ενοχλήσει πλέον το τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Ο Ιμπραήμ μας περίμενε στην είσοδο της Μονής και πιο κάτω μας περίμεναν οι «γκρίζοι λύκοι»... Αυτή τη φορά μας έδειξαν ότι ήταν εξοπλισμένοι με όπλα σε θήκη του σακακιού τους και εφοδιασμένοι με κάμερα, με την οποία μας έπαιρναν σε βίντεο... Μείναμε ψύχραιμοι. Ήμασταν αποφασισμένοι να μην τους δίνουμε σημασία και κατά το πρόγραμμά μας να ολοκληρώσουμε το ταξίδι και το προσκύνημά μας στον Πόντο...
 
Ήταν πια περασμένο μεσημέρι, που φτάσαμε στο ταξί. Αποφασίσαμε να γυρίσουμε να φάμε στην Τραπεζούντα. Με τους «γκρίζους λύκους» πιστούς ακολούθους μας και εικονολήπτες (οπερατέρ), περάσαμε το υπόλοιπο της ημέρας. Πριν αποσυρθούμε στα δωμάτιά μας μου είπε ο π. Κύριλλος για τους αγριανθρώπους:
 
-         Αυτοί να ξέρεις είναι παρακρατικοί. Μπορεί να φαίνεται ότι δρουν από μόνοι τους, αλλά σίγουρα συνεργάζονται με την αστυνομία και με την ΜΙΤ, την τουρκική υπηρεσία πληροφοριών.
-         Λες πάτερ μου να τους έχουμε παρέα όσο θα είμαστε στον Πόντο; Τον ερώτησα και μου απάντησε:
-         Φυσικά. Αύριο, που θα επισκεφθούμε το άλλο μοναστήρι αναμένεται μια ημέρα εξίσου ενδιαφέρουσα με τη σημερινή...  

Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου