Showing posts with label Νίκη Beales. Show all posts
Showing posts with label Νίκη Beales. Show all posts

Saturday, 17 October 2026

Μόνο εκεί

 
Μόνο εκεί
 

Που κρατώντας την Εσθήτα Της τη θάλασσα θωρεί,
ξέρει στα φυλλοκάρδια Της πάντα να καρτερεί.
στα γόνατα που έμαθε ψιθύρους να λικνίζει
όταν το Χαίρε έρχεται και βρέφη νανουρίζει.
Κληρονομιάς θησαύρισμα και δεν θα το αφήσει.
 
Αν όμως κάποτε το άφρισμα, του κύματος θα σβήσει,
και αν απ’ την Ανατολή φως πια δεν θα ξυπνήσει
και αν τ’ αστέρια του ουρανού παντοτινά χαθούν
και χρώματα της Ίριδος δεν θα φανερωθούν,
αν τα πουλιά σιωπήσουνε λαλιά μην ακουστεί
κι αδειάσει ο Κεράτιος κι ο Βόσπορος στερέψει
κι όταν βραδιάσει ο ήλιος δεν πάει να βασιλέψει,
αν τα βουνά μαυρίσουνε και λιώσουνε τα χιόνια,
μέσ’ στους αιώνες από παλιά, από χιλιάδες χρόνια.
 
Και αν πιά δεν θα κτίζονται από τα χελιδόνια
φωλιές την Άνοιξη στις κόγχες και στα κλώνια,
κι άμα σωπάσει ο βοριάς κι η μέρα δεν χαράζει
και αν της γης η βλάστηση παγώσει σαν χαλάζι,
και αν τα όρη αρχινούν περίπατο να κάνουν
κι οι αστραπές τις λάμψεις τους για πάντα να τις χάνουν,
 
Εάν χαθούν οι ποταμοί και οι άνεμοι κοπάσουν
και οι βροντές τα σύννεφα δεν θα διαπεράσουν,
εάν χαθούν παντοτινά όλοι της άμμου οι κόκκοι
και στης στεριάς τα χώματα βουλιάξουν όλοι οι λόφοι,
κι αν από τους επτά ο ένας σαν θα λείψει
και αν από όλους τους πιστούς χαθεί για πάντα η πίστη
κι όταν ο ορίζοντας τη γη ποτέ πια δεν ζυγώσει
και τα χωράφια δεν θα υπάρχει πιά, χέρι να τα οργώσει,
και αν το φως του φεγγαριού πάψει να σελαγίζει
κι όταν η Άνοιξη απ' ευωδιές πια δεν θα πλημμυρίζει.
 
Και αν η γη απρόσμενα αδειάσει από διαβάτες
κι ολότελα ερημωθούν του κόσμου όλες οι στράτες,
μα αν ο Πλάστης ορατών κι αυτών των αοράτων
με μιά μονοκοντυλιά θέλει να τ' αφανίσει,
και πρωτοστάτη Άγγελο στείλει να Της μηνύσει
θα υπακούσει πρόθυμα, θα’ ναι το θέλημά Του.
Τότε η Κυρά των Βλαχερνών το πέπλο Της θ’ αφήσει
από τα χέρια Της στη γη, με λύπη να κυλήσει.
Τότε μονάχα θα δεχτεί πως ο καιρός επέστη
τον μήνα που ήταν Αύγουστος, Εξακόσια είκοσι έξι,
να τον ξεγράψει ριζικά, με πλήρη παρρησία
πιστεύοντας πως αυτό δεν ήταν τίποτα,
παρά μια οπτασία!
 
Αυτά όμως δεν γίνονται ούτε και ομιλούνται
και η Παναγιά μας Δέσποινα το έχει πιά συνήθεια
να προφυλά, να μαρτυρά της Πόλης την αλήθεια.
Την Πόλη, που για αυτήν γράφτηκαν τόσοι και τόσοι στίχοι
κάστρα, παλάτια χτίστηκαν εκεί κοντά στα τείχη,
παρ’ όλο που κατά καιρούς απ’ τους σεισμούς κλονίζεται, 
σείεται η Βασιλεύουσα, μα δεν καταποντίζεται.
 
Κι όπως Της ανατέθηκε κι όπως Θεός ορίζει
και με τον νου και την καρδιά πάντα θα την φροντίζει.
 
Της σιγουριάς είν’ φύλακας, ακοίμητο λυχνάρι
τους ναυαγούς φωτίζοντας, σήμα Της το Φανάρι,
που μέρες και απόβραδα, νυχτιές και χαραυγή
πόνου και θλίψης είν’ γιατρειά, αστείρευτη πηγή, 
το βλέμμα Της είν’ βάλσαμο, με πλήρη ευφροσύνη,
εκεί που πάλλει η καρδιά, εκεί στην Ρωμιοσύνη.
 
Στους λίγους που είναι αμέτρητοι, η σκέπη Της ελπίδα
στα βέλη που τους απειλούν μοναδική ασπίδα.
Αγάπη και παρηγοριά, χαρίζει πέρα ως πέρα,
απλόχερα κι απ’ την ψυχή, μοναδική μητέρα.
 
Είναι ο ήλιος της νυχτιάς μέσα στην σιγαλιά 
αγάπης καταφύγιο, στοργή και αγκαλιά.
Της Πόλης που στα πόδια της, της Προποντίδας η αύρα
έρχεται συνδρομήτρια για να διωχθούν τα μαύρα
που όταν τα όρνια τ’ άγρια τον ουρανό μαυρίζουν
του τόξου του ουράνιου οι ακτίνες την φωτίζουν  
σ’ όποια σταγόνα της βροχής, σ’ όποιο τ’ αγέρα χάδι
σε κάθε ρέμα, ρεματιά, κλαδί και παρακλάδι,
κάθε γωνιά και σπιθαμή, λίθο και κάθε βράχο
Πόλη της γης και τ’ ουρανού, Πόλη του ΤΗ ΥΠΕΡΜΑΧΩ!
 
Κυρά μας Βλαχερνίτισσα, με τον Σταυραετό
την Πόλη σαν τα μάτια Σου
κρυφό μου φυλαχτό!
 
 
Νίκη Beales

Χίλια τετρακόσια χρόνια μετά

Αφιέρωμα στον Ιμβριολάτρη και Φυσιολάτρη Πατριάρχη μας
για τα τριάντα πέντε χρόνια στον Οικουμενικό Θρόνο
 
Buckingham, Αγγλία 2026

Wednesday, 23 September 2026

Με το καλό να ξαναέρθει...

 
Από την Πόλη,  που παρ’ όλoυς τους αιώνες που έχει στο βιογραφικό της, την Πόλη που ποτέ της δεν παλιώνει, αλλά γηράσκει αεί  διδασκόμενη και μας διδάσκει και εμάς, ήρθε σαν καλός πατέρας που αγαπά τα παιδιά του, ήρθε μια μέρα μετά την Υψωση, να μας δει και να Τον δούμε και να τα πούμε.
 

Και τα είπαμε, όσα μπορεί να πει κανείς σε λίγες μέρες.
 
Φύσηξε Φαναριώτικος αέρας στην γιαγιά Αλβιώνα, αρχής γενομένης το Λονδίνο. Εκφράζοντας αγάπη και αφοσίωση στο περιβάλλον που περιτριγυρίζει τον άνθρωπο και τα δικαιώματά του, ο ακούραστος Παναγιώτατος, μας είπε λόγια που μας παροτρύνουν σε σκέψη και περισυλλογή. 
 
Χαρήκαμε την συντροφιά και το χαμογελαστό Του πρόσωπο. μας ζέστανε την καρδιά.  Συνδειπνήσαμε μαζί το βράδυ του Αγίου Νικήτα, ονομαστήρια του Αρχιεπισκόπου μας, με συνδαιτυμόνες τις πολλές θυγατέρες-Κοινότητες της  Αρχιεπισκοπής Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας που αποτελούν ένα ακμάζων ζωντανό κύτταρο Ορθοδοξίας, ανάμεσα στις  Επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου στην οικουμένη.  Σωματεία και Σύλλογοι και Σύνδεσμοι, Κλήρος και λαός  κατέκλυσαν τον χώρο. Γεμάτη η αίθουσα από πλήθος, που έσπευσε να δηλώσει την παρουσία του και να εκφράσει σεβασμό και αγάπη.
 
Πήγε και αλλού, εκτός Λονδίνου, σε άλλα μέρη για να τα ευλογήσει και να Τον τιμήσουν. Τόσο δικός μας όσο και Οικουμενικός ο Πατέρας και Αρχηγός της δικής μας πίστης, ο, συν Θεώ, Ιμβριολάτρης και λάτρης της φύσης μας έδωσε χαρά και αγαλλίαση διπλή με τον Αγιασμό για την αρχή του Ακαδημαϊκού Έτους στην "Ακαδημαϊκή" πόλη της Οξφόρδης, δίνοντας πρόσβαση σε όλους, ιδίως σε όσους δεν το γνωρίζουν, στο έθιμο που το κρατά με αγάπη η Ρωμιοσύνη όπου και να βρίσκεται, ομολογώντας τα ήθη σφιχταγκαλιασμένα  με την παράδοση και την θρησκεία. 
 
Με το καλό να ξαναέρθει.
 
Νίκη Beales
Μπάκινγχαμ, Αγγλία
Σεπτέμβριος 2026
 
Photo by Alexios Gennaris

Friday, 18 September 2026

Άσωμεν...

 
Όταν και μόλις δοθεί η ευκαιρία. Και η Γιορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού στα μισά του Σεπτέμβρη αυτό έπραξε προσφέροντας όπως <άδομεν ασμένως> ακολουθώντας τα <Κύριε Ελέησον> του λαού και το  απολυτίκιο της Εορτής διά στόματος ψαλτών στο ψαλτήρι. 
 

Ευωδιαστός ο Βασιλικός βασιλικός, σγουρός κατά προτίμηση ή πλατύφυλλος, γεμάτος υπομονή, περιμένει ολόκληρο το καλοκαίρι μέσα στην γλάστρα να τον πάρει αγκαλιά η νοικοκυρά που με τόση αγάπη τον φρόντιζε για να τον πάει στην Εκκλησιά. Να τον παραδώσει στον καντηλανάφτη, πρωί-πρωί,  αν δεν τον πήγε από παραμονή, <για Τον Σταυρό στον δίσκο>. Σαν δώρο, ας πούμε,  για την Γιορτή Του. Συνοδός Του  από τον καιρό της Αγίας Ελένης, όπως λέει η παράδοση και από όσο ξέρουμε από τα βιβλία και από αυτά που έλεγαν  (μπορεί και να τα λένε ακόμα) οι γιαγιάδες. Γιορτή  από τις μεγάλες και τις πιό όμορφες που μιλούν στην καρδιά, στο τέλος του θέρους, πριν κιτρινίσουν τα φύλλα στα δέντρα και εμφανιστούν οι κοκκινολαίμηδες στα κλαριά τους.
 
Πηγαίνει ο κόσμος στην Εκκλησιά της γειτονιάς του μια τέτοια μέρα και αν δεν έχει στην γειτονιά του, πηγαίνει σε μιά άλλη.  Αθρόα προσέλευση. Να ακούσει  το ασματικόν «Άγιος ο Θεός...» και να δει τους λαμπαδούχους και τα Εξαπτέρυγα να προπορεύονται, τον Λειτουργό να κρατά ψηλά Τον Σταυρό, στην μέση του στολισμένου δίσκου με τα τρια αναμμένα κεριά, για να Τον τοποθετήσει τελικά στο Δισκέλι. Και να ψάλλει μαζί με άλλους « Σώσον Κύριε τον λαόν σου». Γεμίζουν οι Ναοί αυτή την μέρα, γέμισε και η δική μας. Μοίρασε ο Παπάς Βασιλικό μαζί με το Αντίδωρο.
 
Όπως οι συν-εκκλησιαζόμενοι πήρα και εγώ το μερτικό μου. Ένα μικρό κλαδάκι που μέσα στο νερό θα ριζώσει για να φυτευτεί αρχικά σε ένα μικρό γλαστράκι και μετά σε μεγαλύτερο ώσπου να έρθει η ώρα για πιό μεγάλη γλάστρα. Mε λίγο νεράκι, φροντίδα και κανάκεμα στο περβάζι της κουζίνας, θα ξεχειμωνιάσει. Θα φουντώσει το κλαδάκι, θα πάρει τα επάνω του για να το βρει το ερχόμενο καλοκαίρι μεγαλωμένο και δυναμωμένο με την αίσθηση πλήρη για τον προορισμό του. Την συμβασιλεία του στον δίσκο με τα τρία κεριά με τον Σταυρό.
 
Αυτά έκανε η θεία μου, και το μικρό ταπεινό βότανο της γής άρχιζε την δική του ιστορία, σαν οικογενειακό δέντρο από την μια γενιά στην άλλη, δίχως οικόσημο. Όνομα και επώνυμο, ένα και αυτό: Βασιλικός. Διακριτικός και ταπεινός που δεν επιδιώκει την προβολή του. Ένα ελαφρό απλό ακούμπισμα αρκεί για να γίνει αντιληπτός και να δεσπόσει τον χώρο που βρίσκεται, σαν πραγματικός άρχοντας. 
 
Λέγεται πως το καλύτερο φιλοφρόνημα είναι η μίμηση και ακολουθώ το παράδειγμα της αδελφής της μάνας μου, με την αρμόζουσα ευλάβεια παρακολουθώντας από κοντά τον λεπτό μίσχο μέσα στο γυάλινο ποτηράκι,  να γεννά τρυφερές λευκές ρίζες για να βλαστήσουν αργότερα. Σαν έναν μικρό πρίγκιπα που μεγαλώνοντας θα γίνει βασιλιάς, όπως λεν’ τα παραμύθια.
 
Η σκέψη της αγαπημένης μου θείας με φέρνει στα μονοπάτια που κάθουνται αναπαυτικά στα πούπουλα της αλησμόνητης αλήθειας. Στις αγριοκαστανιές του Ροσινιόλ, στις κουκουναριές στα ψηλά μέρη του τόπου μου, στο κλειστό, πλέον, και βουβό Σχολείο μου, στην κυρία Ασπασία με τα γελαστά μάτια πίσω από τα ματογυάλια της να κτυπά τον <κώδωνα> στο πλατύσκαλο και στα νερά του Βοσπόρου να θωπεύουν τις βάρκες στο λιμανάκι. Εκεί που στα χρόνια τα αλλοτινά,  ο Πατριάρχης Αττικός βρίσκοντας γιατρειά,  μετονόμασε το παραλιακό προάστιο στο οποίο έκανα τα πρώτα μου βήματα,  από Φαρμακεία σε Θεραπεία.  
 
Πολλά τα μονοπάτια της σκέψης στα Θεραπειά με την Αγία Παρασκευή και τον άδικα κατεδαφισμένο Αη Γιώργη, που η πολυκαιρία τα έκανε να αποκτούν δικαιώματα με το κάθε ένα να νομίζει πως έχει προτεραιότητα. Σε ένα από αυτά βλέπω δύο  παπαδάκια, τον Νίκο της θείας Ελένης, τον Γιαννάκη του θείου Μόρφη, και ένα τρίτο, τον Άκη (μετέπειτα Μητροπολίτη Ικονίου Θεόληπτο, που πρόσφατα έφυγε για άλλα μονοπάτια), να προπορεύονται με τα Εξαπτέρυγα και τις Ντόλτσες και σε ένα άλλο, με τον Νίκο απέναντι στον Δεσποτικό Θρόνο, <Κέλευσον Δέσποτα...> και ο Δέρκων Ιάκωβος, και αυτός με γελαστά μάτια πίσω από τα ματογυάλια, να τείνει το δεξί του χέρι για ασπασμό. Το μουρμουρητό της θάλασσας συντροφιά στην συναυλία των ασμάτων, πότε σιγανό, πότε θλιμμένο και πότε οργισμένο, ανάλογα με τα κέφια της, θάλασσα είναι αυτή, απαραίτητη παρουσία στην όχθη του γιαλού. 
 
Παιδί της θάλασσας, γέννημα - θρέμμα της Πόλης, αθεράπευτα Θεραπειανή, και με Ιμβριώτικες σταγόνες στις φλέβες μου, παιδί της Επαρχίας Δέρκων, από τον Βόσπορο βρέθηκα και ρίζωσα στην Επαρχία Θυατείρων, σε ένα κομμάτι γης της Αγγλίας, Της μοίρας τα γραμμένα. Επαρχία η μία, επαρχία και η άλλη. Φτάνει να κρατιούνται οι παραδόσεις όσο γίνεται για να μην φτάσει κάποιος να αναγνωρίσει τον εαυτό του  σαν έναν Ποσειδωνιάτη ανάμεσα στους Ποσειδωνιάτας του χρυσόστομου Κ. Καβάφη, που είχαν χάσει τα νερά τους. 
 
Φροντίζοντας να μην λησμονιούνται αυτές οι παραδόσεις ταξιδεύουμε μέσα σε μια κιβωτό με την συντροφιά τους. Και  όταν έρχονται οι Μεγάλες Μέρες τις μοιραζόμαστε με όσους νιώθουν την ανάγκη της μοιρασιάς. 
 
Γιορτή μεγάλη και πάλι. Γέμισε ο Ναός, Δύο οι Πολιούχοι Άγιοι του, ο Στυλιανός με το μωρό στα χέρια και ο Αμβρόσιος. Και σε μια γωνίτσα, η  Βλαχερνίτισσα Παναγιά στο Παρεκκλήσι Της. Το Δισκέλι στο κέντρο του Σολέα αναμένει. Γνωστοί, άγνωστοι, δικοί και ξένοι, ενορίτες και μη, αναμένουν και αυτοί με τα μάτια έτοιμα να σηκώνουν το βλέμμα τους όταν ο Σταυρός θα αποχωρίζεται την αγκαλιά του Βασιλικού με τον δίσκο και τα τρία κεριά για δουν την 'Υψωση Του. 
 
Άσωμεν...
 
Νίκη Beales
Της Υψώσεως Του Σταυρού 2026
Μπάκινγχαμ, Αγγλία

Monday, 7 September 2026

...Και το όνομα αυτού: Σεπτέμβριος

 
Χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει, αυτός δεν παραλείπει να εμφανίζεται και να μπαινοβγαίνει. Ο ένατος μήνας του χρόνου που θα έπρεπε να  ήταν ο έβδομος, το λέει και η ονομασία του, αλλά πολλά πράγματα έχουν καθιερωθεί με τα  δικά τους "γιατί" και  "επειδή"  και άντε να βρεις άκρη. 
 

Ο λόγος περί μηνός Σεπτεμβρίου με όλα τα πολλά που βρέθηκε να κουβαλά στην πλάτη του. Σαν να είναι φορτωτική της στο τέλος της εποχής των Απελάσεων. Των απελάσεων Ελλήνων Υπηκόων από την Τουρκια το 1964. Γεμάτα τα σακιά, τα τσουβάλια, τα ταγάρια, τα ρακοφαγωμένα  σεντούκια και οι χειραποσκευές του από διάφορα και μέσα σε όλα τα θησαυρισμένα,  γιορτές έθιμα και αναμνήσεις.
 
Η πρώτη μέρα του αρχίζει από την τον Εσπερινό της παραμονής, προμηνύοντας  το ξεκίνημα του Εκκλησιαστικού Έτους. Έτσι λέει το Ημερολόγιο και για να το λέει, έτσι είναι. Θα αμφισβητούσε κάτι τέτοιο η Λωξάντρα; Όχι βέβαια.  Η σειρά των πραγμάτων. Το Τυπικό και η τάξη. Η Τάξη συνδυασμένη με το γερό δέσιμο της  συνύπαρξης. Απλότητα και αρχοντιά. Αρχοντική και απέριττη η σειρά των πραγμάτων στο Πατριαρχείο μας. Στην Πόλη,  στη δική μας Πόλη, στην Πόλη του Κωνσταντίνου και πάνω από όλα στην Πόλη Της Παναγιάς. Αυτό λέει η κληρονομιά και η παράδοση. Τι, αλλαγές θα κάνουμε τώρα;
 
Σεπτέμβρης με τα <Σεπτεμβριανά> του που δεν ξεχνιούνται από αυτούς που τα έζησαν. Αφηγήσεις, φωτογραφίες, εκθέσεις για να μάθουν οι υπόλοιποι που ενδιαφέρονται να μάθουν  αυτά που έγιναν τότε σε μια νύχτα από τις 6 μέχρι τις 7 του μήνα, σε λίγες ώρες για να αλλάξει η πορεία της ζωής μιας μεγάλης μερίδας Ρωμιοσύνης. Συμβάντα που όπως ό,τι γίνεται δεν ξεγίνεται, αγιοκατατάχτηκαν ανεπισήμως στα κιτάπια των αναμνήσεων. Υπήρξαν μάρτυρες και μάρτυρες που υπέκυψαν ποικιλοτρόπως σε αυτά που υπέστησαν. Μάρτυρες των Γεγονότων που τα ονόματα τους είναι γραμμένα στα μεριδοχάρτια των απογόνων τους, μέχρι που θα έρθει η επόμενη, άντε ας είναι η μεθεπόμενη, γενιά για να τα ρίξει στον κάδο της ανακύκλωσης.  Κάτι είναι και αυτό. 
 
Αίθριος καιρός, και γιορτές η μια πίσω από την άλλη, <Στέλιο, αύριο είναι του Αγίου Νεκταρίου, να πάμε στην Σηλυβριά; Να το πούμε και στην Ελένη και στον Κώτσο, να πάρουμε και γιαούρτι, ε, τι λές;>, πρότεινε η μαμά μου. στον πάτερ-φαμίλια της οικογένειας, μπαμπά μου. Πρόταση που δεν δεχόταν αντίρρηση. Και αφού θα πηγαίναμε, θα παίρναμε και γιαούρτι. 
 
Ήρεμη και γαλήνια η θάλασσα όταν πλησίαζε το Πανηγύρι του Γενεσίου της Παναγίας, στις οκτώ του μήνα, στο Γκιοκσουγιού, στην Ασιατική πλευρά του Βοσπόρου. Παραμονιάτικα το ρίχναμε στις προετοιμασίες για το τι θα ακολουθούσε ύστερα από την Θ. Λειτουργία, έξω από το εκκλησάκι. Ευκαιρία να ανταμωθούμε με την κ. Σοφία και τις κόρες της με τον μικρό Γιαννάκη από  το Τσεγκέλκιοϊ, και  να παίξουμε. Να ξαναδ(ι)ούμε την κυρία Μαρίκα, τον Γιωργάκη και την Νανά με τα χρυσά μαλάκια από το Σελβί Μπουρνού, την κυρία Αιμιλία, τον Σταυρίκο με την κυρία Ελένη από το Πέρα. Παρέα των γονιών μου από μια σύντομη παραμονή στην Αλεξανδρέττα. Σε εκείνο τον τόπο, σε εκείνα τα ζεστά μέρη που άνθιζαν πορτοκαλιές και χουρμαδιές εν αφθονία, εργάστηκαν οι Γαλλομαθείς (και περιζήτητοι) σύζυγοι τους, δημιουργήθηκαν δεσμοί και φιλίες που ακόμα συνεχίζονται από τα παιδιά τους, σκορπισμένα σήμερα σε άλλα μέρη του πλανήτη. 
 
Και μετά από το Γκιοκσουγιού, ο Σταυρός με συντροφιά τον σγουρό βασιλικό να υψώνεται στις δεκατέσσερις, στον Σολέα της Αγίας Παρασκευής. Την άλλη μέρα στις δεκαπέντε, εκδρομή από τα Θεραπειά στο Κεφελίκιοϊ, στους ταρλάδες (χωράφια) και στα τσαϊρια που κάποτε ήταν ο τόπος της Εκκλησίας του Αη Νικήτα. Το όνομα του Αγίου με ενδιέφερε ιδιαίτερα, αφού, όπως με εξήγησε η γιαγιά μου, η προέλευσή του ερχόταν από την νίκη του Χριστού ενάντια στον θάνατο,<σαν το Χριστός Ανέστη; Ναί, έτσι ακριβώς...>. Νίκη του Χριστού ο Νικήτας, Νίκη κι εγώ από την κυρά Δέσποινα την Παναγία και τα νικητήριά Της. Απλά πράγματα. Ταύτιση, σε πλήρη αρμονία. Αχ, γιαγιά, πως έκρυβες τέτοια σοφία μέσα σου; 
 
Γραμμή λοιπόν για το Κεφελικιόϊ που δεν βλέπαμε τίποτα εκεί για να το προσκυνήσουμε. Εμείς όμως πηγαίναμε και με το που φτάναμε η γιαγιά μου μαζί με την θεία Μαρούλα μουρμούριζαν: <Νίκην έστησαν κατά της πλάνης...> η νίκη, πανταχού παρούσα και μέσα σε όλα για να καμαρώνει η αφεντιά μου...
 
Έχει κι άλλη αρχή ο Σεπτέμβρης, της Σχολικής χρονιάς, καινούργια βιβλία, τετράδια, μολύβια και στυλό. Κιμωλίες και μαυροπίνακες -ανύπαρκτοι ίσως πια- τσάντες και μαθητικά ρούχα. Μαύρες μπροστέλες με άσπρα γιακαδάκια, μυρωδιά Σχολείου διάχυτη παντού, το ίδιο και σήμερα, όπως και τότε που ο Peppino di Capri τραγουδούσε... Melancolie in Settembre...
 
Νίκη Beales
6 Σεπτεμβρίου 2026
Μπάκινγχαμ, Αγγλία

Saturday, 8 August 2026

Τα Νικητήρια «Ευχαριστώ» της Πόλης

 
Στις Βλαχέρνες σήμερα με ευλάβεια η Ανάμνηση.
 

Και σαν σήμερα,  στον τόπο τον ίδιο, τον δικό μας και της καρδιάς μας γονατίζουμε και δεν λησμονούμε  αυτά που διαδραματίστηκαν τότε, πολλά - πολλά χρόνια πριν.
 
Παρών, πρώτος και καλύτερος - ποιός άλλος; - ο Πατριάρχης μας, που ζει και αναπνέει την Πόλη και την πόλη Της Παναγιάς, την δική Του Πόλη,  αντιπροσωπεύοντας όλους εμάς που η απόσταση μόνο νοερά μας αφήνει να Την πλησιάσουμε.

Τότε, όταν γιορτάζοντας τα έπαθλα της νίκης, η Πόλη δωρίστηκε για πάντα στην Παναγία. Όταν  εμπνεύστηκαν  οι στίχοι του  «Τη Υπερμάχω...» για να αποδώσουν όσο πιό εκφραστικά και όμορφα γίνεται, μέσα από τον μοναδικό συνδυασμό της υμνωδίας και της μελωδίας, απεριόριστη ευγνωμοσύνη στην Θεοτόκο.
 
Από το Άλφα μέχρι το Ωμέγα, συλλαβές - λέξεις - λόγια - ποίηση - μουσική,  που μας αγγίζουν εδώ και αιώνες και μας προσφέρονται σαν Αντίδωρα. 
 
Με ένα δικό μου "Ευχαριστώ" 
 
Νίκη Beales
Μπάκινγκχαμ - Αγγλία
7 Αυγούστου 2026
1.400 χρόνια μετά

Friday, 24 July 2026

Παρασκευή, η Αγία, στα Θεραπειά...

 
Ιούλιος μήνας, μέσα στην ζέστη. Το ημερολόγιο είναι γεμάτο από γιορτές και τα Θεραπειά μας, τιμούν ιδιαίτερα τρεις. Της Αγίας Κυριακής, της Αγίας Μαρίνας και της  Αγίας Παρασκευής. 
 

Η πρώτη έχει το εξωκκλήσι της, στα ψηλά μέρη, η δεύτερη, έχει το παρεκκλησάκι της στα μισά, και η τρίτη που γορτάζει στις 26 του μήνα, απέναντι από την παραλία του προαστίου της καρδιάς μου. 
 
Τι να πρωτοθυμηθώ και τι να πρωτοξεχάσω; Τον χωματόδρομο του Ντερέ, περνώντας πρώτα από το καρακόλι (αστυνομία), το σπίτι της θείας Μαριέττας, στα αριστερά, το ξύλινο σπίτι της κυρίας Κατίνας, την μεγάλη βρύση αντίκρυ του και πιό πέρα το δύσβατο μονοπάτι που πήγαινε στους Σιδεράδες,  και προχωρώντας να λιγοστεύουν τα σπίτια και να συναντώ τα μποστάνια και τους μπαξέδες με τις σμέουρες; Να μην θυμηθώ τον δρόμο που ολοένα και στένευε για να γίνει μονοπάτι, κυριολεκτικά μονοπάτι για να φτάσει στην κατηφορίτσα που η βάση της  γινόταν ένα με τις ρίζες από τον πλάτανο αντάμα με τις πέτρες κάτω από το διάφανα νερά για να πατήσω πάνω τους και να ανέβω την μικρή ανηφορίτσα και να βρεθώ στην μικρή εξωκκλησιά; Να ξεχάσω το γάργαρο νερό που  ανάβλυζε  από  την καρδιά του μικρού λόφου;
 
Να παραλείψω το λιλιπούτειο ταπεινό Αγιασματάκι της Αγ. Μαρίνας, που για να το βρει κάποιος, αρκεί να στρίψει αριστερά διαβαίνοντας πέντε λεπτά από το Πάρκο προς το ρομαντικό Ροσινιόλ με τις αγριοκαστανιές; Να σβήσω με σφουγγάρι την παραμονή της γιορτής με το πλατύ δρομάκι γεμάτο από Θεραπειανούς  και καλοκαιρινούς να προσέχουν τα λόγια του Παπά - Αχιλλέα στην Παράκληση και να τσιτώνουν το αυτί τους για να ακούσουν να μνημονεύονται τα ονόματά τους; Ή τις κυρίες και τις μαμαζελίτσες με τα εμπριμέ τους να φυσιούνται με τις βαντάλιες τους, αφού έκανε ζέστη και η αύρα της θαλασσας δεν έφτανε μέχρι το Αγίασμα. Γίνονται αυτά παραλειπόμενα; Ξεχνιούνται;
 
Ο μήνας φτάνει στο τέλος του και μαζί του έρχεται και πάλι γιορτή, της Αγίας Παρασκευής. Κουβεντιάζοντας με την εξαδέλφη μου Νίτσα τις προάλλες για περιστατικά που έχουν συμβεί στην γενέτειρά μας, αναφέρθηκε στο παρακάτω: 
     
...<<Ως προς το θαύμα της Αγίας Παρασκευής.
 
Θα ήταν περιπου την εποχή του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Ήμουν μικρή. Ο μπαμπάς μου είχε το οικογενειακό κέντρο TURAN (κήπος πλατφόρμα ) με 50 τραπέζια, δεύτερος όροφος με 2-3 τραπέζια, τρίτος όροφος με 1-2 τραπέζια, που συνορεύει με τον κήπο της Αγ. Παρασκευής  δεξιά λίγο ανηφόρα πίσω από κάποιους τάφους. 
 
Απ' αυτό το σημείο  έδινε ένα καρβέλι, ένας από τους στρατιώτες που βρίσκοταν στην εκκλησία και φύλαγε την είσοδο του ναού, γεμάτο με κούτες, όπλα κ.τ.λ. ...,  στον πατέρα μου,  εις αντάλλαγμα ενός πακέτου τσιγάρων. Είχαν πιάσει φιλία.
 
Ένα βράδυ, στις 12 η ώρα το βράδυ, ακούστηκαν πυροβολισμοί. Τρομοκρατήθηκαν οι πελάτες. Με όλο που ήταν καλοκαίρι άδειασε το μαγαζί. Το πρωΐ οι χωριανοί ρώτησαν τον μπαμπά μου αν κατάλαβε από που γινόταν, τι συνέβη.
 
Αυτό το γεγονός συνέβη και την επομένη και την μεθεπομένη.
 
Ο μπαμπάς μου το πρωΐ την επομένη του τρίτου συμβάντος όταν ανέβηκε να πάρει το καρβέλι, ρώτησε τον στρατιώτη τι ήταν αυτοί οι πυροβολισμοί και ο στρατιώτης με μεγάλη επιφύλαξη του εξιστόρισε το γεγονός.
 
Το βράδυ ο φύλακας που κρατούσε  σκοπιά στην πόρτα εισόδου του Ναού είδε μια υψηλή γυναίκα  ντυμένη στα άσπρα να προχωρά προς την πόρτα του Ναού και να θέλει να μπει μέσα. Της είπε στοπ και αυτή προχώρησε, της ξαναείπε στοπ και αυτή προχώρησε, τότε εκείνος την πυροβόλησε. Αυτή χάθηκε προς τον ουρανό.
 
Την επομένη το πρωΐ πήγε στον αξιωματικό να δικαιολογήσει τη σφαίρα που χρησιμοποίησε. Εξήγησε το περιστατικό. Το επόμενο βράδυ ο αξιωματικός άλλαξε στρατιώτη στη σκοπιά. Το συμβάν έγινε και με τον δεύτερο φύλακα ο οποίος είπε τα ίδια που έζησε, όπως ο πρώτος, όταν πήγε να δικαιολογήσει τη χρήση της σφαίρας στον αξιωματικό.
 
Την τρίτη βραδιά κράτησε σκοπιά ο αξιωματικός και συνέβη το ίδιο. Την επομένη ήρθαν φορτηγά και πήραν τις κούτες με όπλα κ.τ.λ. ...
 
Οπότε άδειασε ο Ναός. Όπως σου είπα ανώτερα ο μπαμπάς τα έμαθε από πρώτο χέρι και είπε, ήταν η Αγία Παρασκευή που τους έδιωξε από το σπίτι της. Τότε ησύχασε το χωριό και οι χωριανοί...>>
 
Πόσο γνωστή ή πόσο άγνωστη είναι αυτή η ιστορία;  Την πιστεύει κανείς; Ο θείος Μόρφης, ο πατέρας της εξαδέλφης μου την πίστεψε και την εξιστόρησε στην κόρη του και από αυτήν ήρθε σε μένα για την μοιραστώ μαζί με αυτούς που διαβάζουν αυτές τις αράδες, χρόνια και χρόνια μετά από τότε που συνέβη.
 
Βρισκόμαστε στο τώρα και στην Απογευματινή, την αειθαλή εφημερίδα της Πόλης,  στην οποία η Μητρόπολη Δέρκων ανακοινώνει τις Ακολουθίες που προγραμματίζει. "Την σπουδήν σου τη κλήσει κατάλληλον..." και το κύμα της Βοσποριανής παραλίας  θα συνοδεύει το Απολυτίκιο για να κρατά το ίσον παραδοσιακά όπως γίνεται κάθε φορά από τους Ψάλτες της Βασιλεύουσας (και άνευ ηλεκτρονικών βοηθημάτων που είναι πλέον της μόδας). Πόσο θα γεμίσει η Αγιά Παρασκευή από Θεραπειανούς & καλοκαιρινούς φέτος; Πόσοι πιστοί θα απολαύσουν κομμάτια από τους Άρτους με το γλυκάνισο της Αρτοκλασίας στην φετινή Πανήγυρη;  Κύριος οίδε. Λίγοι ή πολλοί, ουκ εν τω πολλώ το ευ και όλοι οι καλοί χωρούνε.  
 
Προσκυνήματα & Χρόνια Πολλά στους συντοπίτες μου και σε όσους γιορτάζουν.
 
Νίκη Beales
Της Αγίας Παρασκευής, 2026
Μπάκινγκχαμ, Αγγλία

Wednesday, 24 June 2026

Τ’ Αη-Γιαννιού oi φωτιές που γίνονται λουλούδια

 
Σαν σήμερα το βράδυ, αλλά πρώτα η Παράκληση...
 

Μέσα, η φλόγα στο καντηλάκι και ο Πατ. Αχιλλέας, άντε και το πολύ κάποιος άλλος.  Μπροστά στην ανοικτή πόρτα ένα τραπεζάκι, ένα ντεφτέρι με μια άσπρη πέτρα πάνω στις ανοιγμένες σελίδες για να μην τις τραβολογά το Θεραπειανό αεράκι πέρα δώθε και ένα μολύβι για τα ονόματα υπέρ υγείας.
 
Το μικρό Αγίασμα, κολλημένο στα πετρωμένα πόδια του βουνού, έχει στα αριστερά του ένα στενό μονοπάτι που κάνοντας παρέα με το κελαριστό ντερεδάκι του χωριού  βγαίνει σε μια άλλη γειτονιά. Δίπλα στο μονοπάτι ήταν το σπίτι της κυρίας Άννας και  απέναντί του,  μια  μικρή πολυκατοικία.  Εκεί διέμενε ο Πάτ. Γερμανός με την μητέρα του, όπως και η οικογένεια του  Γιώργου & της Όλγας Φενερλή, με τα παιδάκια τους, τον Άκη με τα όμορφα ματάκια και την Σμαρούλα. 
 
Μπροστά,  σχηματίζεται  μια πλατειούλα, κατάλληλη για να ανάβουμε τις φωτιές του Αη Γιάννη.
 
Λείπω. Λείπω εδώ και πολλά χρόνια και όλα αυτά μένουν θησαυρισμένα και αστείρευτα.  Κλείνω όμως τα μάτια για να βλέπω βαθιά. Ανιχνεύω ανάμεσα στις φλόγες και αφουγκριέμαι τα ψιθυρίσματα από τις άλικες τσιμπλίδες που λαμπυρίζουν. Τα ακούω να αντιλαλούν ανεβαίνοντας προς τον ουρανό που έχει τον Βόσπορο υπό την σκέπη και θωρώ τις σπίθες να γίνονται λουλούδια. Λουλούδια με βαθύ κόκκινο πορφυρένιο χρώμα που ακροπατώντας στην κλίμακα ανάβασης χρυσίζουν σαν τον ήλιο που βασιλεύει με ευπρέπεια καταλήγοντας σε ένα άυλο και διάφανο φως. Τα βλέπω να γίνονται κόκκοι θυμιάματος που ευωδιάζει για να προσπερνούν τα σύννεφα και να φτάνουν χάρισμα σε αυτούς που ξέρουν να περιμένουν.
 
Από την μιά ο Βόσπορος και από την άλλη ο Κεράτιος και κάπου παρακάτω, η Μεταμόρφωση. Η Πόλη Της Θεοτόκου.
 
Ιούνιος και είκοσι τρεις του μήνα σήμερα,  παραμονή χρονιάρας μέρας, μια από αυτές που τα Θεραπειά τιμούν. Το αγοράκι με τα όμορφα μάτια που έβλεπαν το Αγιασματάκι του Αη Γιάννη και το λιμάνι με τις βάρκες,  έτσι και στα καλά καθούμενα, πήρε την άγουσα προς τις αιώνιες στράτες όπου οι φλόγες στα καντήλια δεν κοιμούνται, κομίζοντας  προσκυνήματα σε αγαπημένες καρδιές και ψυχές...
 
Ώρα του καλή.
 
Νίκη Beales
Παραμονή του Αη Γιάννη 2026
Μπάκινγκχαμ, Αγγλία

Monday, 1 June 2026

Ήχοι & απόηχοι...

 
Τις προάλλες, όχι μακριά από τον Τάμεση, στην καρδιά του Λονδίνου μια συντροφιά από αναπνοές, που κρατούσαν διακριτικά το ίσον σε αυτά που έλεγαν μια ο ένας και μια η άλλη, οι δύο καλεσμένοι.  Έφτασαν από τα αιώνια χώματα της Πόλης του Κωνσταντίνου αλλά και της Παναγίας.  
 

Μια φούχτα ψυχές γέννημα θρέμμα της Πόλης, δυό, ίσως τρεις φούχτες με καταγωγή από εκεί και μερικές άλλες επειδή την σέβονται, την λαχταρούν και την αγαπούν. Την αγαπούν γιατί είναι <Η Πόλη> και επειδή είναι <<η Πόλη της καρδιάς μας>>.  Ο λόγος που γέμισε ο φιλόξενος χώρος  στο Ελληνικό Κέντρο του Λονδίνου. Στιγμές ανεπανάληπτες Ρωμιοσύνης και Ορθοδοξίας, χέρι-χέρι, μαζί.  
 
Σημαντικό, συναρπαστικό και συγκινητικό το θέμα και το θέαμα, <Η Αναβίωση Της Ακουστικής της Αγίας Σοφίας> στην Παναγία του Μπαλίνου,  με αρωγό το PeopleCert και την τεχνολογία στην παρουσίαση τους. Εξαιρετικοί οι ομιλητές  που, μαζί με τα υπόλοιπα, έφεραν αέρα Πολίτικο στις αποσκευές τους για να μας μεταφέρει, βλέποντας και ακούγοντας, στις όχθες του Βοσπόρου, στην Προποντίδα, στην παλιά πόλη, στον Κεράτιο Κόλπο για να φτάσουμε στο Φανάρι. Εκεί, που το  φανάρι τo βαστούν χέρια στιβαρά για να κρατιέται η φλόγα άσβεστη μέρα-νύχτα και οι ακτίνες της να βρίσκουν δίαυλο για να προσπερνούν θάλασσες και βουνά δίχως να χάνει ούτε δράμι από την λάμψη της.
 
Και η φλόγα, πρόσφατα βρέθηκε στην Μαλακοπή της Καππαδοκίας. Με συνοδεία, την διακριτική και ταπεινή λαμπρότητα όπως αρμόζει στην περίπτωση. Γέμισαν από  ψαλμωδίες τα πάντα. Οι κολώνες,  παρέα με το φως πού έμπαινε από το τοξωτά παράθυρα για να την ανταμώσει ανάμεσα στους αιωνόβιους χώρους που ακόμα και αν είχαν λαλιά  δεν θα μπορούσαν να αρθρώσουν λέξη, αρκέστηκαν και αυτές σε ένα βουβό ισοκράτημα... Γέμισαν και οι στήλες στις εφημερίδες και στο διαδίκτυο σηματοδοτόντας το γεγονός. Απέραντο το νόημα, βαθύ και αμέτρητο, Derin kuyu σήμερα. Κληρονομιά και παρακαταθήκη. 
 
Σαν το "ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ 1922 ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΣΧΟΛΩΝ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΜΑΛΑΚΟΠΗΣ".  Ένα κειμήλιο που βρέθηκε ανάμεσα σε διάφορα χαρτιά,  βιβλία και έγγραφα του μπαμπά μου. Ταξίδεψε  από την Πόλη στην Αθήνα όταν παρατήσαμε το μέρος που αγαπούσαμε ακολουθώντας την μοίρα των εξαναγκασθέντων. "J'ai quitté mon pays" (εγκατέλειψα την πατρίδα μου) έπαιζε στο μαγνητόφωνο συνέχεια ο πατέρας μου μέχρι να φτάσουμε,  οδικώς,  στην Αθήνα. Μαύρο με ασημένια γράμματα, το ημερολόγιο, το θυμούμαι. Όταν ήμουν παιδάκι, σε ένα ράφι ανάμεσα στα λεξικά, πως το κοίταζα, πως το έπαιρνα στα χέρια μου  και το φυλλομετρούσα  για να βλέπω τις φωτογραφίες και να χαίρουμαι σαν  έφτανα στην σελίδα 253 που ήταν η φωτογραφία των Θεραπειών, και την γιαγιά μου να λέει, <πρόσεχε, πρόσεχε, είναι από τον Δεσπότη>.  Βέβαια, εννοούσε τον Μητροπολίτη Δέρκων, Ιάκωβο Παπαϊσίου, κατά κόσμον Ιορδάνη, τον λεγόμενο Αζιζ, τον Δεσπότη μας, που όπως είναι γνωστό ήταν από εκείνα τα μέρη.  Καταχωρημένα στις 6 Ιανουαρίου υπάρχουν, γραμμένα στο χέρι, το Απολυτίκιο Των Θεοφανείων και στις 11 του ίδιου μήνα, "Ταις των δακρύων σου ροαίς". Το πως και το γιατί ήταν εκεί, παραμένει και θα παραμείνει άγνωστο. Δεν ρώτησα τότε και δεν ζει κανείς από αυτούς που θα μπορούσαν να με διαφωτίσουν. Το 1922 ο πατέρας μου θά ήταν μικρό παιδάκι. Πόλη- Αθήνα και γιαγιά-Αλβιώνα! Κόσμος πάει κι’ έρχεται...
 
Το προσκυνηματικό ταξίδι του Πατριάρχη μας στην γενέτειρα του μακαριστού μας Δεσπότη που σε μιά φωτογραφία, γελώντας  <παίζει> μπάλα με γελαστά παιδιά, έγινε αφορμή για ρίξω μια ματιά στο Ημερολόγιο..., να φτάσω στην σελίδα με την ξεθωριασμένη στο χαρτί φωτογραφία του Θεραπειανού κόλπου για να με πλησιάσει ο απόηχος της φωνής της γιαγιάς μου, <πρόσεχε...>. 
 
Η παρουσίαση από την Μαρία Δήμου & τον Συμεών Σολταρίδη, μερικές εβδομάδες πριν, μας έδωσε την ευκαιρία να πάμε κοντά σε ήχους και να πάρουμε μια γεύση από  <όπως θα ακουγόταν κάτω από τον τρούλο της Αγίας Σοφίας τα χρόνια εκείνα.> Συγχαρητήρια στον Πρόεδρο του Συλλόγου Κωνσταντινουπολιτών Η.Β. Πάνο Αναγνωστόπουλο και στους συνεργάτες του για την έμπνευση και την διοργάνωση.
 
Οι ήχοι γεννούν απόηχους και ταξιδεύοντας νοερά στην Νίκαια πλησιάσαμε αυτούς που είπαν ότι είπαν και τα λεγόμενά τους έμειναν για να ταξιδεύουν, αιώνας μπαίνει-αιώνας βγαίνει μέχρι τις μέρες μας και έπεται συνέχεια. 
 
Ψυχοσάββατο, <Πάτερ, Πάτερ, ελάτε και απ’ εδώ, αχ, Πάτερ, γιατί φεύγετε...> στην Αγία Ελένη, εκεί που κοιμούνται μακαρίως οι μακαριστοί, κόλλυβα και λουκούμια, badem ezmesi (αμυγδαλόψιχα) και <Θεός σχωρέστους...>. Θεραπειά, κυπαρίσσια, αηδόνια και Ροσινιόλ. Τα Πενήντα της Πασχαλιάς και της Αγίας Τριάδος. Οι μέρες ποτισμένες με αθάνατο νερό δεν κουράζονται. Οι απόηχοι της καμπάνας στο Ταξίμ και του παφλασμού της θάλασσας που περνώντας ανάμεσα από τα πεύκα στο Τσαμ Λιμάνι της φτάνει στα ψηλά μέρη, στον Λόφο της Χάλκης και ως διά μαγείας φτάνουν και σε μένα.
 
Καλοκαίριασε...
 
Νίκη Beales
Μπάκινγκχαμ, Αγγλία

Saturday, 2 May 2026

Οι Σαρδέλες

 
Έτσι έλεγε η γιαγιά μου τα λουλούδια με το κόκκινο της φωτιάς χρώμα στην γλάστρα δίπλα στην εξώπορτά της. <Σμαρώ, ε Σμαρώ,  μην ποτίσεις την γλάστρα, την πότισα>, φώναζε στην συνυφάδα της που είχε την μανία να παραποτίζει τις γλάστρες. Χήρες και οι δυό από χρόνια, σοβαρές και αυστηρές, η κάθε μιά στο είδος της, συγκατοικούσαν στο πατρογονικό σπίτι του παππού. Συγκατοικούσαν μεν, ίδια πόρτα, αλλά ανεξάρτητες η μια από την άλλη δε, η κάθε μιά τον μπουτσέ  (προϋπολογισμό) της. Φυσικά μοιράζονταν τα βεργκιά (φόρους) και τους λογαριασμούς του νερού και του ηλεκτρικού.


Ήταν βέβαια και η αλλη συνυφάδα, η <πες και γέλα>, λιγότερο αυστηρή, θεία  Μαρούλα ή Μαρουλιώ, ανάλογα ποιός την φώναζε, στο ίδιο σπίτι αλλά με άλλη εξώπορτα, χήρα και αυτή με τον δικό της μπουτσέ, αλλά με συμμετοχή στους υπόλοιπους λογαριασμούς, Δηλαδή, οι λογαριασμοί κομμένοι στα τρία. Οι τρεις συννυφάδες τα καλοπερνούσαν, είχαν βέβαια τις μικροπροστριβές τους, δεν μπορούσαν να συμφωνούν σε όλα, ένα σου και ένα μου και ένα παραπάνω. Όταν έπαιρνε να βραδιάζει τα καλοκαίρια τα ζεστά,  η κάθε μια με το εργόχειρο στο χέρι, το έριχναν στην κουβέντα μέχρι να σκοτεινιάσει. Κανένα στρίφωμα, και κάποιος ποδόγυρος, κάποια τσέπη που είχε τρυπήσει και έπεφταν τα κέρματα, καμιά κάλτσα για ρούντισμα (καρίκωμα), μπιμπίλες με πατητή βελονιά στις πετσέτες της κουζίνας και τα ατελείωτα μέτρα νταντέλας  της γιαγιάς μου, σαν αυτό πού λέει <Νταντέλα πλέκει και δεν αδειάζει να κουβεντιάζει>. 
 
Μια χαρά τα πήγαινα με τις σαρδέλες μέχρι που εμφανίστηκε το τραγούδι του Ελληνικού κινηματογράφου που μιλούσε για ένα γεράνι κόκκινο που λουλούδισε στη γλάστρα. Ως δια μαγείας οι σαρδέλες κόπηκαν από το λεξιλόγιό μου και αντικαταστάθηκαν με γεράνια. Ακουγόταν πιο ρομαντικό. 
 
Πρωτομαγιά. Χιλιάδες ποιήματα και τραγούδια έχουν γραφτεί, γράφονται και θα γράφονται όσο θα υπάρχουν Πρωτομαγιές, θα πλέκονται στεφάνια για τις μπροστινές πόρτες σπιτιών και διαμερισμάτων. Υπάρχουν και τα έτοιμα, ακόμη και πλαστικά (ό Θεός να φυλάει!), πως να τα κάψει κανείς αυτά στις φωτιές του Αη-Γιαννιού; 
 
Έτσι που λέτε και με τον νου να περπατά στον τόσο καλοσκουπισμένο χωματόδρομο που οι τρεις συννυφάδες καθόταν μπροστά από το κατώφλι τους, με την λιγνή κληματαριά που έγερνε το κεφάλι της για να μην χάσει λέξη από τις κουβέντες που αράδειαζαν οι κυράδες στο Τζιρά σοκάκ όταν μάζευαν τα εργόχειρά τους, πήρα τον δρόμο για τo τσαρσί (αγορά). Κατηφορικό το μονοπάτι, με τις φουντωμένες λευκές αγριοπασχαλιές που προσπαθούσαν να με αγκαλιάσουν και ως που να το καταλάβω βρέθηκα μπροστά στο λουλουδάδικο. Μια σειρά από κόκκινα γεράνια  υποδέχτηκαν το βλέμμα μου. Σκέτος πειρασμός.
 
Θυμήθηκα μια χρονιά που  η πρώτη του Μάη ήταν  η δεύτερη μέρα του Πάσχα, όταν  αποφασίσαμε να εκδράμουμε στο Polonεzkoy και ας μην είχαν ωριμάσει ακόμα τα κεράσια. Αφού πρώτα εκκλησιαστήκαμε στην Αγία Παρασκευή, όχι στην δική μας στα Θεραπειά αλλά στου Beykoz, Παρασκευές και Άγιες και οι δύο, σχεδόν αντικριστά, με τον Βόσπορο μόνο ανάμεσά τους, δεν θα κακοφαινόταν και πολύ στη δική μας αν γινόταν και κάποια απουσία από πλευράς μας. Φυσικά είχαμε την δικαιολογία πως εκτός της αλλαγής σκηνικού, θα ακούαμε τον λογιώτατο Μητροπολίτη Χαλκηδόνος που θα κήρυττε -θα έβγαζε λόγο, όπως συνηθίζαμε να λέμε στην απλή καθημερινή μας διάλεκτο. Χριστός Ανέστη λοιπόν στο Μπέικοζ, πικ-νικ με τα κεφτεδάκια και τα κόκκινα αυγά μας, τους απαραίτητους τσίρους με ξύδι και άνηθο, ευχάριστη συντροφιά  και γραμμή για το Πολονεζκιοϊ.  Το τερπνόν μετά του ωφελίμου. 
 
Μια άλλη Πρωτομαγιά  και η πρώτη στην Αθήνα. Ένα ποταμάκι με λιγοστό νερό και μια μικρή γέφυρα από πάνω και στη μια πλευρά όργιαζε ένας θάμνος από μεγάλες μαργαρίτες. Νωρίς το πρωί μάζεψα μια αρμαθιά και τργουδώντας <pour jouer et cueillir des fleurs...>, τραγουδάκι που είχα μάθει στο Γαλλικό Σχολείο έπλεξα ένα στεφάνι.  Ευχαριστημένη απ’ τα έργα των χειρών μου το κρέμασα στο μπαλκόνι. Ακολουθώντας τα άρματα της Πρωτομαγιάς που περνούσαν μπροστά από το σπίτι μας, τραβήξαμε για την Νέα Φιλαδέλφεια όπου εκεί γινόταν ξεφάντωμα. Είχε πια  για τα καλά σκοτεινιάσει και το στεφάνι έλειπε. Με έπιασαν τα κλάματα. <Θα κάνουμε άλλο> είπε ο μπαμπάς μου, <θα έρθω να πάμε μαζί, να κόψουμε μαργαρίτες τώρα> πρόσθεσε. Δεν πήγαμε, η μαγεία είχε χαθεί. Αχ μαργαρίτα, μαγιοπούλα...
 
Αλλαγή σκηνικού, μακριά, εδώ και χρόνια πλέον, πολύ μακριά από την πατρώα γη. Έτσι ήρθαν τα πράγματα.  Στο περιβόλι μας ανθίζουν Πασχαλιές, δύο δέντρα, πλάι - πλάι. Λιλά τα λουλούδια τους, διαφορετικές αποχρώσεις του καθενός. Στα πόδια τους, κρινάκια του αγρού, αυτά τα λεπτεπίλεπτα κερένια ανθάκια που σκορπίζουν τις ευωδιές τους με κάθε φύσημα  του αγέρα και μπλέ καμπανούλες με περίμεναν. Πανδαισία στην όσφρηση. Λείπει όμως η μυρωδιά της θάλασσας, λείπει ο Βόσπορος...
 
Άδειασα την αγκαλιά μου από τις κόκκινες σαν φωτιές σαρδέλες -για να ξαναθυμηθώ και το παλιό μου λεξιλόγιο. Θα τις φυτέψω  δεξιά και αριστερά της εξώπορτας, θα τις κανακεύω και όταν τις ποτίζω θα σκέπτομαι την θεία Σμαρώ.
 
Δεν θα πλέξω στεφάνι. Ένα μπουκέτο με πασχαλιές, κρινάκια του αγρού, καμπανούλες και μια κόκκινη σαρδελιά στην μέση,  αρκεί,  έτσι για το καλό.
 
Νίκη Beales
Πρωτομαγιά 2026 
Μπάκινγκχαμ Αγγλία

Wednesday, 22 April 2026

Ο Σταυρός στην μέση

 
Και έβγαιναν τα Εξαπτέρυγα... με τον Σταυρό στην μέση...
 

<Ως τον Βασιλέα...> και έβγαιναν τα Εξαπτέρυγα, ένα-ένα τα παπαδάκια, από την αριστερή πορτίτσα με τους Αγγέλους, πίσω από την Αγία Πρόθεση. Eλεγε η μαμά μου: Ντόλτσα, εξαπτέρυγο, Σταυρός στην μέση, εξαπτέρυγο, μιά ακόμα ντόλτσα και ο καντηλανάφτης,  με το θυμιατό  στο χέρι,  βαδίζοντας πίσω-πίσω, θυμιάζοντας όχι τον παπά, αλλά αυτά που κρατά στα χέρια του.  Από το πες-πες και από το άκουγε-άκουγε, τα έμαθα και εγώ.
 
<Τι είναι αυτά γιαγιά; -  Είναι τα δώρα παιδί μου. - Τα δώρα;  Για ποιόν γιαγιά;  - Για μας παιδάκι μου  - Για μας;  Για σένα και για μένα; - Όχι, για όλους. Για όλους;  -  Ναι, αλλά τώρα σώπα, δεν κάνει να μιλούμε; - Γιατί δεν κάνει; -  Σσσς τώρα. -  Γιαγιά πότε θα μας δώσει τα δώρα; - Στο τέλος. >
 
Απλή η κουβέντα, ρωτά για να μάθει η μικρή. Βλέπει και θέλει να μάθει και καλά κάνει. Πρέπει να ρωτήσει. Αλλά όχι τώρα. Φυσικά δεν είναι κατάλληλη η στιγμή. 
 
Μεγάλη μέρα, γιορτή από τις Μεγάλες. Γεμάτη χρώματα και αρώματα η Εκκλησία. Λουλούδια στολίζουν την Εικόνα στο Προσκυνητάρι. Τα Εξαπτέρυγα περιμένουν, ο νεωκόρος, τα μοίρασε, δυσεύρετα τα παπαδάκια, πολλά τα ερεθίσματα, κολύμπι, καράτε, judo, ποδόσφαιρο -αυτό πάντα υπήρχε, αλλά  κάπως τα βολεύαμε-, ράγκμπι και γυμναστήριο. Ευτυχώς υπάρχουν άνδρες που είναι πρόθυμοι.  <Πάντων Υμών... και πάντων των ευσεβών...>   Γιαγιά, τι λέει; - Σσσς, θα σε πω ύστερα.  - πότε; - Αντε πήγαινε στην μαμά σου...
 
Κοιτάζω και ο Κ. Καβάφης έρχεται στο μυαλό μου με το ποίημα του, <Την Εκκλησιά αγαπώ> και πόσο δίκιο είχε που την αγαπούσε. 
 
Την Εκκλησιά που οι μυρωδιές και οι  ψαλμωδίες της,  ο κυρ-Μητσάκης, οι  άρτοι με το γλυκάνισο,  ο Πατ. Γερμανός στον Άμβωνα,  ο Πατ. Αχιλλέας στο Ιερό Βήμα  και ο Δεσπότη μας ο Ιάκωβος, έδωσαν και σε μένα τα κίνητρα για να την αγαπώ όπως  την αγαπούσε ο Αλεξανδρινός Κωνσταντίνος, ο άνθρωπος που είχε ρίζες από την Πόλη. 
 
Στο σύμπλεγμα της αγάπης και τα υπόλοιπα. Το άνοιγμα της πόρτας με μια αρμαθιά φύλλα να εισέρχονται απροσκάλεστα στον νάρθηκα το φθινόπωρο που φυσούσε ο Βοριάς με μανία.  Τα καντήλια και τα μανουάλια, τα κεριά και οι λαμπάδες, οι Επίτροποι στο παγκάρι,  στη χάση και στη φέξη ο Πατριάρχης,  ο Παπάς και το θρόισμα από αυτά που φορούσε, τα Άμφια, τα ελαφροπατήματα του, ελαφρά και γρήγορα για να προλάβει να θυμιάσει αυτά, εκείνα, τα άλλα και όπου πρέπει. Από τα  σκαλιά του  Ιερού, στα δεξιά και στα αριστερά του,  την μιά Εικόνα και την άλλη, τον Δεσποτικό Θρόνο, βαδίζοντας στο ένα κλίτος και στο άλλο και στον Νάρθηκα αφήνοντας πίσω του συννεφάκια ευωδιαστά μαζί με τον απόηχο από το  κουδούνισμα του θυμιατού με τις μακριές αλυσίδες, ή τό άλλο, το χωρίς αλυσίδες, αυτό που σπάνια το βλέπουμε,. Αυτό που βγαίνει στην επιφάνεια τα δειλινά στις Ακολουθίες του Νυμφίου.
 
<<Όχι μην κάνεις τον Σταυρό σου τώρα, κάνε υπόκλιση - υπόκλιση; Τι θα πει;  - Σκύψε το κεφάλι σου. - Γιατί; - Πήγαινε στην μαμά σου...>>. Δεν πήγαινα. Άλλο γιαγιά και άλλο μαμά... Ήταν βέβαια και η θεία, το αποκούμπι μου, κυριολεκτικά και απόλυτα. Δεν με μάλωνε. Ποτέ.  Η αγάπη της ήταν σαν αυτήν που περιγράφει ο Απόστολος Παύλος όταν μιλούσε στην Κόρινθο.  
 
Κοιτάζοντας στο πουθενά βλέπω τον  Αη Γιώργη να  φανερώνεται στην ομίχλη των χρόνων και την Αγία Παρασκευή,  με το Αγίασμα της Ζωοδόχου Πηγής στον αυλόγυρό της, να εμφανίζεται σαν το Ουράνιο Τόξο στον αιθέριο ουρανό.  Αυτά τα χρώματα της Ίριδος  μετά από μια βροχή που κάνει τα φύλλα πάνω από τους τάφους στα μονοπάτια της γειτονιάς της Εκκλησιάς να αστράφτουν, χαρίζουν αρμονία, αισιοδοξία  και χαμόγελο ακόμα και στην σκέψη που με παρασύρει στις αγριοκαστανιές που λουλουδίζουν. Λευκά και τριανταφυλλένια ανθάκια πετούν στον Θεραπειανό αέρα για να με μεταφέρουν  όταν,  λίαν πρωί, έγερναν τα κλαδιά τους για να τα ακουμπήσουν στην σελίδα που έγραφε, <Διαγενομένου του Σαββάτου...> την ώρα που ρόδιζε η αυγή τον ουρανό. 
 
Αντίδωρο και Δι’ ευχών...
 
Πάσχα και φέτος,  του Αη-Γιωργιού αύριο και η αγάπη συνεχίζεται.
 
Καλά να είμαστε, Χριστός Ανέστη!
 
Νίκη Beales
Απρίλιος 2026
Μπάκινγκχαμ, Αγγλία