Saturday, 29 December 2018

Επίσκεψη στο Βρετανικό Μουσείο


Είναι πάντα ξεχωριστή ευλογία, τιμή και χαρά να επισκεπτόμαστε το Βρετανικό Μουσείο, αυτό τον χώρο σύμβολο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, στον οποίο εκτίθενται πολλά και ποικίλα έργα τέχνης, ιστορίας, αρχαιολογίας και διάφορων πολιτισμών.



Το Βρετανικό Μουσείο βρίσκεται στο κέντρο της μεγαλούπολης του Λονδίνου, και φυσικά αποτελεί βασικό και κύριο σημείο αναφοράς όλων των περιηγητών, που επισκέπτονται κατά νέφη την πρωτεύουσα του Ηνωμένου Βασιλείου.



Τα εκθέματα προέρχονται από τη Βρετανία, τις πρώην αποικίες της και από διάφορες χώρες και μέρη του κόσμου. Σε αυτό οι χιλιάδες επισκέπτες καθημερινά έχουν την ευκαιρία να δουν, να θαυμάσουν, να φωτογραφίσουν, να χαρούν, ακόμα και να λυπηθούν, για τα εκθέματα, την κατάστασή τους, την προέλευσή τους και φυσικά για την ιστορική εξέλιξη του ανθρώπινου γένους.



Εμείς οι Έλληνες έχουμε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού στο εν λόγω Μουσείο εκτίθενται τα γνωστά και ονομαστά Γλυπτά του Παρθενώνα, τα οποία εμείς διεκδικούμε να τα πάρουμε και πάλι πίσω και να τα θέσουμε υπό την δική μας κατοχή και προστασία. Ας ευχηθούμε αυτό να γίνει κάποτε πραγματικότητα!

Friday, 28 December 2018

Βιτρώ στο Harrow on the Hill


Στην πανέμορφη περιοχή Harrow on the Hill του ΒΔ Λονδίνου βρίσκεται από τον 11ο αι. ο ιστορικός και μεσαιωνικός (Αγγλικανικός σήμερα) Ναός της Παναγίας.


Ο Ναός αυτός εγκαινιάσθηκε το 1094 από τον Αρχιεπίσκοπο του Κάντερμπουρι Ανσέλμο, ο οποίος είναι Άγιος του Δυτικού Χριστιανισμού.



Όταν επισκέπτεται κανείς τον εν λόγω Ναό βλέπει και παρατηρεί με χαρά όλα τα παράθυρα να είναι στολισμένα με έργα τέχνης, με τα συνηθισμένα βιτρώ που είναι καθιερωμένα στους Αγγλικανικούς Ναούς.



Σε όλες τις πλευρές του ιερού αυτού οικοδομήματος βρίσκονται πολλές και υπέροχες παραστάσεις, με ποικίλη θεματολογία.



Βλέπει κανείς και «διαβάζει», μέσα από τα βιτρώ αυτά, ιστορίες από τη ζωή του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, από τις Παραβολές του, και βέβαια και άλλα με διάφορους Αγίους.



Είναι θαυμάσια έργα τέχνης, για τα οποία -δυστυχώς- δεν διασώζονται λεπτομέρειες όσον αφορά τον καλλιτέχνη και την χρονολογία κατασκευής.

Thursday, 27 December 2018

Χριστούγεννα στο ΒΔ Λονδίνο


Στον κατάμεστο Ιερό Ναό Αγίου Παντελεήμονος και Αγίας Παρασκευής, στο Harrow του ΒΔ Λονδίνου, τελέσθηκαν ανήμερα τα Χριστούγεννα οι προγραμματισμένες Ιερές Ακολουθίες, από τους Ιερείς της τοπικής Κοινότητας, Πρωτοπρ. Αναστάσιο Δ. Σαλαπάτα και Οικον. Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου.


Πλήθη πιστών προσήλθαν στο Άγιο Ποτήριο για να μεταλάβουν του Αχράντου Σώματος και του Τιμίου Αίματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, που εκείνη την ημέρα εορτάσαμε την Ενανθρώπισή Του.


Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας, μαθητές και μαθήτριες του Ελληνικού Κολεγίου Αγίου Παντελεήμονος, το οποίο διευθύνει ο Πρωτοπρ. Αναστάσιος Δ. Σαλαπάτας, έψαλλαν ενώπιον του πολυπληθούς εκκλησιάσματος τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα, υπό την διεύθυνση της Υποδιευθύντριας κας Φωτεινής Κωστή, ΚΕΑ.


Η εμπειρία αυτή ήταν μοναδική για τα παιδιά αλλά και για τους Ομογενείς, ιδιαίτερα τους ηλικιωμένους, οι οποίοι χάρηκαν πολύ που είχαν την ωραία ευκαιρία να απολαύσουν τα βλαστάρια της Παροικίας μας να ψάλλουν τους υπέροχους αυτούς ύμνους της Λαϊκής μας Παράδοσης.

Wednesday, 26 December 2018

Ο Άγ. Βασίλειος των παιδιών


Εκπομπή αφιερωμένη στον Μέγα Βασίλειο!


Παλαιότερη αλλά με νέα επεξεργασία!



Καλό και ευλογημένο το Άγιο Δωδεκαήμερο!

Με αγάπη Χριστού

Νώντας Σκοπετέας

Tuesday, 25 December 2018

Πατριαρχική Απόδειξη Χριστουγέννων

Ἀριθμ. Πρωτ. 1099

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ
ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΟΙΣ


+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΛΕΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
* * *
Ἱερώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἀδελφοί, προσφιλέστατα τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Δοξάζομεν τόν Πανάγιον καί Πανοικτίρμονα Θεόν, διότι ἠξιώθημεν καί ἐφέτος νά φθάσωμεν εἰς τήν πανέορτον ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων, τήν ἑορτήν τῆς σαρκώσεως τοῦ προαιωνίου Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ «δι᾿ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν». Διά τοῦ «ἀεί μυστηρίου» καί «μεγάλου θαύματος» τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως, τό «μέγα τραῦμα», ὁ ἐν σκότει καί σκιᾷ καθήμενος ἄνθρωπος, καθίσταται «υἱός φωτός καί υἱός ἡμέρας»[1], ἀνοίγει δι᾿ αὐτόν ἡ εὐλογημένη ὁδός τῆς κατά χάριν θεώσεως. Ἐν τῷ θεανδρικῷ μυστηρίῳ τῆς Ἐκκλησίας καί διά τῶν ἱερῶν μυστηρίων της, γεννᾶται καί μορφοῦται ὁ Χριστός εἰς τήν ψυχήν καί τήν ὕπαρξίν μας. «Ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος», θεολογεῖ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, «ἐφάπαξ κατά σάρκα γεννηθείς, ἀεί γεννᾶται θέλων κατά πνεῦμα διά φιλανθρωπίαν τοῖς θέλουσι· καί γίνεται βρέφος, ἑαυτόν ἐν ἐκείνοις διαπλάττων ταῖς ἀρεταῖς καί τοσοῦτον φαινόμενος, ὅσον χωρεῖν ἐπίσταται τόν δεχόμενον»[2]. Δέν εἶναι «Θεός - Ἰδέα», ὡς ὁ θεός τῶν φιλοσόφων, οὔτε Θεός κεκλεισμένος εἰς τήν ἀπόλυτον ὑπερβατικότητά του καί ἀπροσπέλαστος, ἀλλά εἶναι ὁ «Ἐμμανουήλ», ὁ «Θεός μεθ᾿ ἡμῶν»[3], εὑρίσκεται ἐγγύτερον εἰς ἡμᾶς, ἀπό ὅσον ἡμεῖς οἱ ἴδιοι εἰς τόν ἑαυτόν μας, εἶναι «καί ἡμῶν αὐτῶν συγγενέστερος»[4].

αἩ πίστις εἰς τήν ἀπρόσιτον καί ἄσαρκον Θεότητα δέν μεταμορφώνει τήν ζωήν τοῦ ἀνθρώπου, δέν αἴρει τήν πόλωσιν μεταξύ ὕλης καί πνεύματος, δέν γεφυρώνει τό χάσμα μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς. Ἡ Σάρκωσις τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι ἡ φανέρωσις τῆς ἀληθείας περί Θεοῦ καί ἀνθρώπου, ἡ ὁποία σώζει τό ἀνθρώπινον γένος ἀπό τούς σκοτεινούς λαβυρίνθους, τόσον τοῦ ὑλισμοῦ καί τοῦ ἀνθρωπομονισμοῦ, ὅσον καί τοῦ ἱδεαλισμοῦ καί τοῦ δυϊσμοῦ. Ἡ καταδίκη τοῦ νεστοριανισμοῦ καί τοῦ μονοφυσιτισμοῦ ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας σηματοδοτεῖ τήν ἀπόρριψιν δύο καθολικωτέρων τάσεων τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς, καί δή ἀφ᾽ ἑνός τῆς ἀπολυτοποιήσεως τοῦ ἀνθρωποκεντρισμοῦ καί ἀφ᾽ ἑτέρου τῆς ἐξιδανικεύσεως τῆς ἰδεαλιστικῆς ἐκδοχῆς τῆς ζωῆς καί τῆς ἀληθείας, παρεκκλίσεων ἰδιαιτέρως διαδεδομένων καί εἰς τήν ἐποχήν μας.

Ὁ σύγχρονος «νεστοριανισμός» ἐκφράζεται ὡς πνεῦμα ἐκκοσμικεύσεως, ὡς ἐπιστημονισμός καί ἀπόλυτος προτεραιότης τῆς χρηστικῆς γνώσεως, ὡς ἀπόλυτος ἰδιονομία τῆς οἰκονομίας, ὡς αὐτοσωτηρική ἀλαζονεία καί ἀθεΐα, ὡς ὁ «μή πολιτισμός» τοῦ ἀτομοκεντρισμοῦ καί τοῦ εὐδαιμονισμοῦ, ὡς νομικισμός καί ἠθικισμός, ὡς «τέλος τῆς αἰδοῦς» καί ταύτισις τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης καί τῆς μετανοίας μέ τήν λεγομένην «ἠθικήν τῶν ἀδυνάτων», Ὁ «μονοφυσιτισμός» πάλιν ἐκπροσωπεῖται σήμερον ἀπό τάς τάσεις δαιμονοποιήσεως τοῦ σώματος καί τοῦ φυσικοῦ ἀνθρώπου, ἀπό τόν πουριτανισμόν καί τά σύνδρομα «καθαρότητος», τήν ἐσωστρεφῆ ἄκαρπον πνευματικότητα καί τούς ποικίλους μυστικισμούς, ἀπό τήν περιφρόνησιν τοῦ ὀρθοῦ λόγου, τῆς τέχνης καί τοῦ πολιτισμοῦ, ἀπό τήν ἄρνησιν τοῦ διαλόγου καί τήν ἀπόρριψιν τοῦ διαφορετικοῦ, μέ ἐπικίνδυνον ἐκφραστήν, ἐν ὀνόματι τῆς «μόνης καί ἀποκλειστικῆς ἀληθείας», τόν θρησκευτικόν φονταμενταλισμόν, ὁ ὁποῖος τρέφεται ἀπό ἀπολυτοποιήσεις καί ἀπορρίψεις καί τροφοδοτεῖ τήν βίαν καί τήν διάσπασιν. Εἶναι προφανές ὅτι, τόσον ἡ νεστοριανίζουσα ἀποθέωσις τοῦ κόσμου, ὅσον καί ἡ μονοφυσιτίζουσα δαιμονοποίησίς του, ἀφήνουν τόν κόσμον καί τήν ἱστορίαν, τόν πολιτισμόν καί τούς πολιτισμούς, ἐκτεθειμένους εἰς τάς δυνάμεις τοῦ «νῦν αἰῶνος», καί παγιώνουν τοιουτοτρόπως τήν αὐτονόμησιν καί τά ἀδιέξοδά των.

Ἡ χριστιανική πίστις εἶναι ἡ βεβαιότης τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου ὑπό τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης, ὁ ὁποῖος προσέλαβε φιλανθρώπως τήν ἡμετέραν φύσιν καί ἐχαρίσατο ἡμῖν πάλιν τό διά τῆς πτώσεως ἀπολεσθέν «καθ᾽ ὁμοίωσιν», ἱκανώσας ἡμᾶς εἰς τήν κατ᾽ ἀλήθειαν ζωήν ἐν τῷ Σώματι Αὐτοῦ, τῇ Ἐκκλησίᾳ. Σύνολος ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζει τό μυστήριον τῆς θεανθρωπότητος. Ὁ Θεάνθρωπος Σωτήρ ἀνέλαβεν «ἐκκλησίας σάρκα»[5] καί ἔδειξε, «πρῶτος καί μόνος», «τόν ἀληθινόν ἄνθρωπον καί τέλειον καί τρόπων καί ζωῆς καί τῶν ἄλλων ἕνεκα πάντων»[6]. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ τόπος τῆς «κοινῆς σωτηρίας», τῆς «κοινῆς ἐλευθερίας» καί τῆς ἐλπίδος τῆς «κοινῆς βασιλείας», εἶναι ὁ τρόπος τῆς βιώσεως τῆς ἐλευθεροποιοῦ ἀληθείας, ὁ πυρήν τῆς ὁποίας εἶναι τό ἀληθεύειν ἐν ἀγάπῃ. Ἡ ἀγάπη αὐτή ὑπερβαίνει τά ὅρια τῆς ἁπλῆς ἀνθρωπιστικῆς δράσεως, καθ᾽ ὅτι ἡ πηγή καί τό πρότυπον αὐτῆς εἶναι ἡ ὑπερβαίνουσα τόν ἀνθρώπινον λόγον θεία φιλανθρωπία. «Ἐν τούτῳ ἐφανερώθη ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐν ἡμῖν, ὅτι τόν υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἀπέσταλκεν ὁ Θεός εἰς τόν κόσμον ἵνα ζήσωμεν δι᾽ αὐτοῦ. Ἐν τούτῳ ἐστίν ἡ ἀγάπη, οὐχ ὅτι ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τόν Θεόν, ἀλλ᾽ ὅτι αὐτός ἠγάπησεν ἡμᾶς ... Ἀγαπητοί, εἰ οὕτως ὁ Θεός ἠγάπησεν ἡμᾶς, καί ἡμεῖς ὀφείλομεν ἀλλήλους ἀγαπᾶν»[7]. Ὅπου ὑπάρχει ἀγάπη, ἐκεῖ εἶναι παρών ὁ Θεός.

Αὐτή ἡ σωτηριώδης ἀλήθεια πρέπει νά ἐκφράζεται καί εἰς τόν τρόπον μέ τόν ὁποῖον ἑορτάζομεν τό σεπτόν Γενέθλιον τοῦ ἐπισκεψαμένου ἡμᾶς ἐξ ὕψους Σωτῆρος ἡμῶν. Ἡ ἑορτή εἶναι πάντοτε «πλήρωμα χρόνου», καιρός αὐτογνωσίας, εὐχαριστίας διά τό μέγεθος τῆς θείας φιλανθρώπου ἀγάπης, μαρτυρία τῆς ἀληθείας τῆς θεανθρωπότητος καί τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας. Ὁ χριστοτερπής ἑορτασμός τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι μία πρᾶξις ἀντιστάσεως εἰς τήν ἐκκοσμίκευσιν, εἰς τόν ἀποχρωματισμόν τῆς ἑορτῆς καί τήν μετατροπήν της εἰς «Χριστούγεννα χωρίς Χριστόν» καί εἰς πανήγυριν τοῦ Ἔχειν, τοῦ καταναλωτισμοῦ καί τῆς ματαιοδοξίας, καί δή εἰς ἕνα κόσμον πλήρη κοινωνικῶν ἐντάσεων, ἀξιολογικῶν ἀνατροπῶν καί συγχύ-σεως, βίας καί ἀδικίας, ὅπου τό «παιδίον Ἰησοῦς» εὑρίσκεται καί πάλιν ἀντιμέτωπον μέ ἄτεγκτα συμφέροντα ποικιλωνύμων ἐξουσιῶν.
             
Τιμιώτατοι ἀδελφοί καί πεφιλημένα τέκνα,

Γενεά παρέρχεται καί γενεά ἔρχεται, καί αἱ ἐπερχόμεναι ἐξελίξεις εἶναι κατ᾿ ἄνθρωπον δυσκόλως προβλέψιμοι. Ἡ γνησία πίστις, ὅμως, δέν ἔχει διλήμματα. Ὁ Λόγος ἐγένετο σάρξ, ἡ «ἀλήθεια ἦλθε» καί «παρέδραμεν ἡ σκιά», μετέχομεν ἤδη τῆς Βασιλείας ἐν τῇ πορείᾳ πρός τήν τελείωσιν τοῦ ἔργου τῆς ἐνσάρκου Θείας Οἰκονομίας. Ἔχομεν ἀκλόνητον τήν βεβαιότητα, ὅτι τό μέλλον ἀνήκει εἰς τόν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος εἶναι «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας»[8], ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι καί θά παραμένῃ τόπος ἁγιασμοῦ καί ἐνθέου βιοτῆς, ἀνακαινίσεως τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου, πρόγευσις τῆς δόξης τῆς Βασιλείας, ὅτι θά συνεχίσῃ «νά δίδῃ τήν εὐαγγελικήν μαρτυρίαν» καί «νά διανέμῃ ἐν τῇ οἰκουμένῃ τά δῶρα τοῦ Θεοῦ: τήν ἀγάπην Του, τήν εἰρήνην, τήν δικαιοσύνην, τήν καταλλαγήν, τήν δύναμιν τῆς Ἀναστάσεως καί τήν προσδοκίαν τῆς αἰωνιότητος»[9]. Τό σύγχρονον ἰδεολόγημα περί «μεταχριστιανικῆς» ἐποχῆς εἶναι ἄτοπον. «Μετά Χριστόν», τά πάντα εἶναι, καί μένουν εἰς τόν αἰῶνα, «ἐν Χριστῷ».

Κλίνοντες εὐσεβοφρόνως τά γόνατα ἐνώπιον τοῦ Θείου Βρέφους τῆς Βηθλεέμ καί τῆς βρεφοκρατούσης Παναγίας Μητρός Αὐτοῦ, καί προσκυνοῦντες τόν ἐνανθρωπήσαντα «παντέλειον Θεόν», ἀπονέμομεν, ἐκ τοῦ ἀκοιμήτου Φαναρίου, τοῖς ἀνά τήν οἰκουμένην τέκνοις τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας τήν Πατριαρχικήν ἡμῶν εὐλογίαν ἐπί τῷ Ἁγίῳ Δωδεκαημέρῳ, εὐχόμενοι ὑγιεινόν, ἀγλαόκαρπον καί εὐφρόσυνον τόν νέον ἐνιαυτόν τῆς χρηστότητος τοῦ Κυρίου.     
                                                                                                      
Χριστούγεννα ‚βιη’

† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος
διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

----------------------------------------------
Ἀναγνωσθήτω ἐπ᾿ ἐκκλησίας κατά τήν Θείαν Λειτουργίαν τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων, μετά τό Ἱερόν Εὐαγγέλιον.


[1] Α’ Θεσσ. ε’, 5.
[2] Μαξίμου Ὁμολογητοῦ Κεφάλαια διάφορα θεολογικά τε καί οἰκονομικά, PG 90, 1181.
[3] πρβλ. Ματθ. α’, 23
[4] Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ΣΤ’, PG 150, 660.
[5] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία πρό τῆς ἐξορίας, PG 52, 429.
[6] Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, Στ´, PG 150, 680.
[7] Α´ Ἰωάν. δ´, 9-11.
[8] Ἑβρ. ιγ’, 8.
[9] Ἐγκύκλιος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Κρήτη 2016), Προοίμιον.

Monday, 24 December 2018

Χριστουγεννιάτικες πνευματικές συγγένειες καί συνέχειες...


(Π.Β. Πάσχος καὶ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης)


Μέρες ποὺ ἔρχονται, ἁγιασμένες μέρες, φορτωμένες μνῆμες καὶ ἱερὸτητα, στάθηκα καὶ πάλι σὲ εὐλογημένες ἀναγνώσεις, ποὺ ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ ἀναπαύουν τὴν ψυχή, ἀφοῦ τῆς χαρίζουν γνήσιο ἑόρτιο νόημα, ἀπὸ τὴν ἄλλη ἀποδεικνύουν τὶς πνευματικὲς συγγένειες ποὺ ὑπάρχουν μεταξὺ τῶν συγγραφέων ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὰ βιώματα λειτουργοῦν σὲ παράλληλα πεδία. Γιατί, μὴν τὸ ξεχνᾶμε, πὼς  τὰ βιώματά τους αὐτὰ  ἔχουν μιὰ κοινὴ πηγή, μιὰ ἱερὴ μήτρα ποὺ τὰ γεννᾶ. Κι αὐτὴ εἶναι ἡ νοσταλγία, ἀλλὰ πρωτίστως ἡ ἀφτιασίδωτη καὶ χωρὶς περιττὰ καὶ πρόσθετα στοιχεῖα τιμὴ στὴ Γιορτή. Καὶ δὴ στὴ Γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων, ποὺ κρύβει μέσα της νοσταλγία, τρυφερότητα καὶ ἱερὸ δέος.

Ἔτσι ἀναγκαῖα ἀναγνώσματα γιὰ τὶς μέρες αὐτὲς εἶναι τὰ διηγήματα, ποὺ ἔγραψαν  οἱ δύο Ἀλέξανδροι τῆς Σκιάθου, ὁ Φ. Κόντογλου καὶ φυσικὰ ὁ Π.Β. Πάσχος μὲ τὰ πανευλαβῆ του ποιήματα. Ἕνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ τό, «Καὶ τόπος ἦν οὐδείς...». Ἀπὸ τὰ πλέον τρυφερὰ ποιήματα, ποὺ εὐωδιάζουν γνήσια Ἑλληνορθόδοξη λειτουργικὴ παράδοση καὶ ζωή.
  
«Μά, ἀλίμονο, καὶ τούτη τὴ χρονιά, μονάχα
ἡ φαντασία θὰ μέ φέρει στὰ παλιά.
Τὰ βήματά μου χάνονται στοὺς ἄδειους
δρόμους τῆς νέας Βαβυλώνας. Οἱ βιτρίνες
δὲν ἀνασταίνουν  τίποτε ἀπ᾿ τὸν παράδεισό μου,
ἀφοῦ δὲν ἔχουν οὔτ᾿ ἕνα χαμόγελο
γιὰ ἕναν ξένο, ποὺ γιορτάζει τόσο μόνος,
μὲ δάκρυα μόνο, στὴν Ἀθήνα , τὰ Χριστούγεννα...»[1]

Γραμμένο τὸ ποίημα αὐτὸ ἐδῶ καὶ ἑξήντα χρόνια ἀφήνει νὰ διαφανεῖ ξεκάθαρα ὅτι τὸ μέγα ζητούμενο στὴ Γιορτὴ δὲν εἶναι ὁ ἐξωτερικός, ἐντυπωσιακὸς διάκοσμος, ὁ ὁποῖος, τάχα, νομίζουμε ὅτι στολίζει. Στολίζει ἀνθρώπους καὶ πράγματα.  Ὅλ᾿ αὐτά ὅμως, γιὰ ὅσους ἔχουν βιώσει ἀπόλυτα τὴ Γιορτὴ ὡς μιὰ ἀνακαίνιση καὶ συνάμα ὡς ἕνα γνήσιο μήνυμα θεϊκῆς ὑποσχέσεως ὅτι δηλαδή «Σήμερον Θεὸς ἐπὶ γῆς παραγέγονε, καὶ ἄνθρωπος εἰς οὐρανοὺς ἀναβέβηκεν» εἶναι ἐντελῶς ξένα πρὸς τὸ Μέγα καὶ Παράδοξο Μυστήριο τῆς Γιορτῆς αὐτῆς. Γιατὶ γνωρίζουμε πολὺ καλά, ὅτι  δὲν σὲ ξεγελᾶ ἡ Ἐκκλησία τέτοιες ὧρες, ὧρες ὄντως κρίσιμες καὶ ὀριακές, ἀλλὰ σοῦ χαρίζει κι ἕνα ἄλλο μέγιστο προνόμιο: Νὰ σκεφτεῖς ὅτι, «Μάγους κατέπληττεν, οὐ σκῆπτρα καὶ θρόνοι, ἀλλ᾿ ἐσχάτη πτωχεία». Αὐτὴ ἡ πτωχεία, λοιπόν, ποὺ τὴ ζεῖς σιμὰ σὲ ἁπλούς, βασανισμένους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι  τὴ βιώνουν μυστικὰ μὲ πίστη ἀκλόνητη καὶ νηστεμένη ὕπαρξη,  εἶναι τὸ μέγα ἐφαλτήριο νὰ σιμώσεις μὲ κατάνυξη καὶ ἄδολη συνείδηση τὸ Μέγα Μυστήριο καὶ τελικὰ νὰ πληροφορηθεῖς «ποὺ ἐγεννήθη ὁ Χριστός». Κάτι ποὺ δὲν ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ σὲ πληροφορήσουν οἱ φωτισμένοι δρόμοι, οἱ καλλιτεχνικὰ στολισμένες βιτρίνες, ἡ ἄψογη φωταγωγία. Ἀντίθετα, αὐτοὶ περιμένουν νὰ τοὺς πληροφορήσεις ἐσὺ γιὰ ποιὸν λόγο ὑπάρχουν αὐτοὶ οἱ καταρράκτες τοῦ φωτός, πρὸς τί οἱ στολισμοὶ καὶ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα... Γιατὶ ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε κάτι περιμένουν κι αὐτοὶ πέρα ἀπὸ τὸ διάκοσμο ποὺ προβάλλουν. Περιμένουν, ἀσφαλῶς,  ἕνα ἄλλο φῶς, τὸ ὁποῖο θὰ καταυγάσει τὰ σκοτάδια τῆς ταλαιπωρημένης ὕπαρξής τους καὶ τελικὰ θὰ κατορθώσουν νὰ σιμώσουν τὸ ἀληθινὸ τὸ φῶς, τὸ «φῶς τὸ τῆς γνώσεως». Τὸ Χριστό, δηλαδή, (πρβλ. Ἰω. 8, 12) γιατὶ χωρὶς Αὐτὸν δὲ νοοῦνται Χριστούγεννα. Τὸ λέει, ἄλλωστε κι ἡ ἴδια ἡ λέξη: Χριστοῦ Γέννα.


Τὸ ποίημα τοῦ Π. Β Πάσχου, λοιπόν σ᾿ αὐτὸ τὸ γνήσια ἑόρτιο κλίμα προσπαθεῖ νὰ μᾶς εἰσαγάγει, μὲ ἀληθινὴ φιλία καὶ φιλάνθρωπη προτροπή. Ἔτσι ὥστε νὰ κατορθώσουμε νὰ ξαναβροῦμε τὸ παλιὸ τὸ μονοπάτι,  ποὺ ὁδηγεῖ στὸ ἱερὸ τὸ Σπήλαιο, ὅπου θὰ νοιώσουμε τὴ συντροφιὰ τῶν ἁπλῶν ποιμένων, τοῦ σκεφτικοῦ Ἰωσήφ, τῆς συγκινημένης Παναγίας μας, ἀφοῦ ὅλα ὅσα ὑποσχέθηκε ἔγιναν κατὰ τὸ ρήμα τοῦ Κυρίου (βλ. Λκ. 1, 28) καὶ τοῦ θείου Βρέφους ποὺ ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς ὥρες ἔνοιωσε τὴν ἐγκατάλειψη τῶν ἀνθρώπων, ἐνῶ Ἐκεῖνος δὲν ἔπραξε τὰ ἴδια. Ἀντίθετα μάλιστα. Αὐτὸ ζοῦμε, οἱ ὅσοι πιστοί, λοιπόν, τὰ Χριστούγεννα. Τῶν πατέρων μας τὰ ἱερὰ Χριστούγεννα.

Μιὰ ἄλλη τώρα παράλληλη ἐμβίωση τοῦ Μεγάλου Μυστηρίου μὲ αὐτὴ τοῦ Π.Β.Π. εἶναι κι αὐτὴ ποὺ μᾶς προσφέρει ἡ ἀθάνατη γραφίδα τοῦ ἑτέρου τῶν Ἀλέξανδρων τῆς Σκιάθου, τοῦ Μωραϊτίδη. Γραμμένο  ἐδῶ καὶ ἑκατὸν εἴκοσι χρόνια τὸ τόσο θαυμάσιο διήγημά του «Χριστούγεννα στὸν ὕπνο μου»[2], συμπληρώνει τὰ ὅσα γράφτηκαν  παραπάνω. Γιατὶ ὁ ἴδιος ὁ καημὸς διαπιστώνεται κι εδῶ: ἡ ἀπουσία δηλαδή, τοῦ γνήσιου, τοῦ ἁπλοῦ καὶ συντονισμένου ἀπόλυτα μὲ τὴν Ὀρθόδοξη παράδοση, περιβάλλοντος. Κι αὐτὸ εἶναι ὁ χῶρος ὁ μοναδικὸς τῆς γενέθλιας γῆς. «Νεκρωθείς, θὰ μᾶς πεῖ ὁ Μ., ἀπὸ τῆς συγχρόνου γενεᾶς, ἀνέζησα εἰς ἄλλους παλαιοὺς χρόνους, χρόνους ποθεινούς, χρόνους γλυκεῖς, ἀλησμονήτους χρόνους, τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας τοὺς χρυσοῦς καιρούς».

Καὶ θὰ ἐξηγήσει στὴ συνέχεια αὐτὸ ποὺ θέλει νὰ πεῖ, ἀλλὰ καὶ θὰ καταλήξει νὰ ὁμολογήσει:

-«Μοῦ ἐφάνη πὼς δὲν ἔκαμα Χριστούγεννα ἐκεῖνο τὸ ἔτος». Γιατὶ τὸ ἑορταστικὸ  κλίμα μέσα στὴν Ἀθήνα ἦταν ἐντελῶς ξένο ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ζοῦσε στὸ νησί του. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ξαναγυρίζει ἐκεῖ, μὲ ὁδηγούς του τὴ μνήμη καὶ τὴ νοσταλγία. Ὄπως μισὸ αἰῶνα ἀργότερα ὁ Π.Β.Π. ὁ πιστός του μαθητὴς καὶ ἀπὸ τοὺς μοναδικοὺς λογίους ποὺ τὸν τίμησαν καὶ τιμοῦν. Γιατὶ αὐτὲς οἱ συγγένειες εἶναι ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ τὶς εὐλογεῖ ὁ Θεός, ἀφοῦ εἶναι συγγένειες Γέροντα καὶ πνευματικοῦ παιδιοῦ. Καὶ μήπως ὁ Μωραϊτίδης δὲ στάθηκε γιὰ τὸν Π.Β.Π. ἰκανὸς πνευματικὸς ὁδηγός, ἀλλὰ κι ὁ Π.Β.Π. ὑποδειγματικὸ τέκνο ὑπακοῆς, ἀλλὰ καὶ ἡ λογογραφική του συνέχεια;

π. Κ.Ν. Καλλιανός



[1] Πρώτη δημοσίευση στή συλλογή τοῦ Π.Β. Πάσχου, ‘Ἡ θύελλα καί ὁ γνόφος», ἐκδ. ΑΝΕΜΟΙ, Ἀθήνα 1966, σελ. 21.
[2] Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, Τά διηγήματα τ. Β΄ ( φιλ. ἐπιμ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος), ἐκδ. Γνώση καί Στιγμή, Ἀθήνα 1991, σελ. 190-194.