Friday, 27 November 2020

Ποιμαντική της Εκκλησίας εν ημέραις πανδημίας

 
Ανοικτή επιστολή προς τους συμμετέχοντες στο
«Δίκτυο του Οικουμενικού Πατριαρχείου
για την Ποιμαντική Διακονία στον Χώρο της Υγείας»
 

Σεβασμιώτατοι άγιοι Αρχιερείς, Σεβαστοί Πατέρες,
Αγαπητοί εν Χριστώ Αδελφοί και Αδελφές
 
Μεταξύ της 7ης και της 13ης Οκτωβρίου 2020, είχε προγραμματιστεί να διεξαχθεί το 5ο Συνέδριο του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την Ποιμαντική Διακονία στον Χώρο της Υγείας, με θέμα: «“Άφετε τα παιδία ελθείν πρός με” - Διακονώντας το παιδί σε έναν κόσμο με προκλήσεις». Το Συνέδριο θα γινόταν στην όμορφη Ρόδο, στο συνεδριακό κέντρο του ξενοδοχείου «Ρόδος Παλλάς». Ο Εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και Πρόεδρος του Πατριαρχικού Δικτύου, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ρόδου κ. Κύριλλος, θα προΐστατο σε όλες τις εκδηλώσεις της συνάξεως, από την έναρξη μέχρι και τη λήξη του Συνεδρίου. Η χαρμόσυνη αδελφοσύνη που είχε δημιουργηθεί από τα προηγούμενα Συνέδρια (2008, 2011, 2014, 2017) θα είχε εμβαθυνθεί. Εμπλουτισμένοι από τις παρουσιάσεις των εκλεκτών καλεσμένων ομιλητών, οι σύνεδροι θα είχαν χαράξει νέα σχέδια για το μέλλον, ιδιαίτερα για τις προοπτικές για ένα πιο “δεμένο” Δίκτυο, που να εκφράζει την ποιμαντική μέριμνα και αγάπη της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.
 
Αλλά όλα αυτά ανατράπηκαν με την Πανδημία Covid-19. Ο κορωνοϊός δημιούργησε άμεσες και σοβαρές ανησυχίες σχετικά με τις επιπτώσεις στην υγεία των πολιτών και στα παγκόσμια συστήματα πρωτοβάθμιας φροντίδας. Πολύ γρήγορα αναπτύχθηκαν άλλες προκλήσεις και ανησυχίες: Πώς να ενισχύσει κάποιος ψυχικά τους ανθρώπους που έχουν προσβληθεί από τον ιό και να συμπαρασταθεί σε εκείνους που θρηνούν όσους υπέκυψαν σε αυτόν; Τι στήριξη θα μπορούσε να προσφερθεί στο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, σε όλους τους εργαζομένους στον χώρο της υγείας που παλεύουν να σώσουν ανθρώπινες ζωές; Πώς θα μπορούσε να ποιμάνει η Εκκλησία εκείνους που ζουν μόνοι και απομονωμένοι, ιδιαίτερα σε περιόδους καραντίνας, ώστε να μη νιώσουν αποκεκομμένοι από το γεγονός της Εκκλησίας, καθώς και τους ανθρώπους των οποίων η οικογενειακή και βιοτική ισορροπία έχει διαταραχθεί; Πώς θα έπρεπε να στηριχθεί ο κλήρος που έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος με διάφορες επιθέσεις, αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις λόγω της Πανδημίας; Ζητήματα που παραμένουν επίκαιρα.
 
Όμως, σ’ αυτή τη φάση της Πανδημίας, αυτά που απασχολούν την ευρύτερη επιστημονική κοινότητα, πέρα από τη διασπορά του ιού, είναι: 1) η εξουθένωση που βιώνει ο κόσμος λόγω των μέτρων και της προσπάθειας να καταπολεμηθεί «το κακό»˙ 2) οι μακροχρόνιες επιπτώσεις που θα υπάρξουν μετά την Πανδημία, τόσο στη σωματική και ψυχική υγεία του ανθρώπου όσο και στην κοινωνική ζωή του κόσμου.
 
Στην αρχή της Πανδημίας, υπήρχε φόβος ενόψει της άγνωστης έκβασης του ιού. Ο κόσμος είχε μείνει βουβός. Ο Covid-19 παρουσιάσθηκε (και ακόμη παρουσιάζεται) ως «ο αόρατος εχθρός» που μπορεί να εισχωρήσει και να εισβάλει σε όλα τα στρώματα της ανθρώπινης ύπαρξης, προκαλώντας ένα έντονο άγχος θανάτου. Με την παρατεταμένη παρουσία της Πανδημίας, ο αρχικός βουβός φόβος σιγά-σιγά μετατράπηκε σε εκδηλώσεις θυμού και αμφισβήτησης των θεσμών. Τώρα δοκιμάζονται και απειλούνται κυβερνήσεις, θεσμοί, οικονομικά μοντέλα, κοινωνικοί δεσμοί, κοινωνικές αντοχές, διαπροσωπικές σχέσεις, ακόμα και η ίδια η επιστήμη της Ιατρικής.
 
Ο θυμός αυτός έχει έναν επιθετικό χαρακτήρα, αλλά, στην πραγματικότητα, εκφράζει μια αμυντική στάση, επειδή απειλείται όχι μόνο η σωματική υγεία, αλλά και ο «ιερός χώρος» του προσώπου. Είναι και μια δυναμική αντίδραση απέναντι στην αβεβαιότητα που ζούμε˙ μια αντίδραση στη συνειδητοποίηση ότι στον κόσμο δεν υπάρχουν πια οι σταθεροί κανόνες που καθορίζουν την αίσθηση της ασφάλειας, όπως παλαιά. Τώρα υπάρχει μια «νέα πραγματικότητα», ένα «new normal», που προκαλεί τρόμο: ότι ζούμε σε έναν επικίνδυνο και αβέβαιο κόσμο, που δεν εμπνέει καμία εμπιστοσύνη και μοιάζει να μην έχει καμία συνοχή. Είναι ένας κόσμος που προκαλεί την αίσθηση του χάους.
 
Για να βρεις νόημα μέσα στο χάος, πρέπει να βρεις έναν τρόπο να υποτάξεις το χάος. Ένας τρόπος να το κάνεις αυτό είναι να δώσεις μια ταυτότητα, ένα πρόσωπο στο χάος, ταυτίζοντας τον εαυτό σου με αυτό. Γίνεσαι μέρος του χάους μέσα από μαζικές και ατομικές εκδηλώσεις, διαμαρτυρίες και αντιδράσεις,. Ενώ ανήκεις στην ομάδα που συμβάλλει στο χάος, συνάμα δηλώνεις την αυτονομία σου˙ αποδεσμεύεσαι από τα πάντα˙ δεν υπακούς σε κανέναν˙ πιστεύεις ότι είσαι πάνω από τους φυσικούς και πνευματικούς νόμους˙ έχεις την αίσθηση (ψευδαίσθηση) ότι είσαι ασφαλής και άτρωτος από κάθε κίνδυνο. Αυτός ο τρόπος βασίζεται σε μια απόλυτα εγωκεντρική θεώρηση των πραγμάτων και στην παρανόηση της έννοιας της ελευθερίας. Πρόκειται γι’ αυτό που περιγράφει ο Καζαντζάκης στην «Ασκητική» του: «Βάνω τάξη στην αναρχία, δίνω πρόσωπο, το πρόσωπό μου, στο χάος» … «Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος» … «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα… είμαι λεύτερος» … «Είμαι ο θεατής της άβυσσος. Είμαι η θεωρία κι η πράξη. Είμαι ο νόμος. Όξω από μένα τίποτα δεν υπάρχει». Μπορούμε να προσθέσουμε: «Ζω μόνος, στο υπόγειό μου, στο δικό μου το χάος, ανάμεσα στο χάος του υπόλοιπου κόσμου».
 
Ένας άλλος τρόπος να τιθασεύσουμε τον φόβο και το χάος είναι μέσα από μια απολυτότητα, μια φονταμενταλιστική αντίληψη των πραγμάτων, που αποτελείται από απλοϊκά σχήματα και ερμηνείες και καλλιεργεί έναν “δαιμονικό” φανατισμό. Αυτό παρατηρείται και εκδηλώνεται έντονα τις μέρες της Πανδημίας, με ποικίλους και αντιφατικούς τρόπους, ιδιαίτερα μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο. Είναι μια «ιερά ανταρσία» ενάντια στον «αόρατο εχθρό». Εκφράζει έναν πρωτοφανή θρησκευτικό παραλογισμό, στα όρια της παράνοιας. Περιέχει θεωρίες συνωμοσίας, μια καχυποψία και έλλειψη εμπιστοσύνης απέναντι στις αρχές και στην επιστήμη. Συγχέει και παρερμηνεύει την έννοια της εκκλησιαστικής παράδοσης, αποκόπτοντάς την από την υπαρξιακή της διάσταση. Ενώ υποστηρίζει την ελευθερία του ανθρώπου (όταν τη συμφέρει), ουσιαστικά εμποδίζει τον άνθρωπο να εγκύψει στην πίστη του και να παλέψει με αυτήν. Προσπαθεί να ελέγξει τους πάντες και τα πάντα μέσα από τις φανατικές προκαταλήψεις που εμφιλοχωρούν στους «οπαδούς» της, μη αφήνοντάς τους να ωριμάσουν πνευματικά. Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι, στην προσπάθειά της να κρατήσει μια «ορθή τάξη», στην πραγματικότητα, αυτή η επικίνδυνη και ανεύθυνη «ιερά ανταρσία» συμβάλλει στο χάος και στον φόβο των ημερών μας, δημιουργώντας έναν απίστευτο διχασμό ανάμεσα στους ανθρώπους, είτε εντός είτε εκτός Εκκλησίας. Αυτός ο διχασμός είναι πιο επικίνδυνος και καταστρεπτικός από τον κορωνοϊό. Τραυματίζει σχέσεις˙ χωρίζει ανθρώπους σε παρατάξεις˙ διαλύει κοινότητες και, στο τέλος, αφήνει τους ανθρώπους να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες τους μόνοι τους.
 
Η Πανδημία θα τελειώσει. Το ερώτημα είναι, πόσο ενωμένοι θα είμαστε μετά το πέρας του κορωνοϊού; Πως θα θεραπευθεί ο διχασμός που έχει δημιουργηθεί;
 
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Covid-19 έχει διαταράξει την καθημερινότητά μας, τον αγώνα μας προς το ζην, την πίστη μας, τη συνοχή της κοινωνίας μας και την καθολικότητα της εκκλησιαστικής κοινότητας. Συνάμα, έχει φέρει στην επιφάνεια τις αντιφατικές αλήθειες του εαυτού μας και της κοινωνίας που ήταν κρυμμένες στη βολή της αφθονίας μας και στην προσκόλλησή μας στον κόσμο της ύλης. Γι’ αυτό, στην περίπλοκη, θλιβερή και απογοητευτική συγκυρία που ζούμε, όπου ο φόβος του θανάτου συναντάει τον φόβο της διάλυσης της κοινωνίας, επιβάλλεται να παραμείνουμε σε ποιμαντική εγρήγορση, ώστε να διαφυλαχθεί και να τηρηθεί η ενότητα του Πνεύματος, «εν τω συνδέσμω της ειρήνης» (Εφεσ. 4,3). Ενωμένοι, μπορούμε να νικήσουμε τα πάντα, ακόμη και τον κορωνοϊό. Χωρίς ειρήνη, δεν μπορούμε να θεραπεύσουμε τίποτα.
 
Αυτή η εγρήγορση συνεπάγεται την προσπάθειά μας να καλλιεργηθεί η πίστη μας στην πρόνοια και την αγάπη του Θεού διά της προσευχής˙ μια πίστη που εκφράζει μια ζωντανή σχέση με τον Θεό˙ μια πίστη που συνδέει τον καθένα μας με την καθολικότητα της Εκκλησίας, με τα αδέλφια μας «εν Χριστώ». Αν πράγματι κηρύττουμε Χριστό και πιστεύουμε ότι η Εκκλησία είναι μια ιερή κοινωνία προσώπων, η αποστολή μας δεν θα περιορισθεί μόνο στη διαφύλαξη της σωματικής υγείας του αδελφού μας. Θα πρέπει να φροντίσουμε να μη μείνει κανείς μόνος του, εκτός ποιμνίου, απομονωμένος στον προσωπικό του πόνο, αποξενωμένος από την καθολική αγάπη του Θεού˙ να διαφυλάξουμε την ιερότητα του κάθε προσώπου και την ιερότητα της κοινότητας, μια ιερότητα που εμπνέει αλληλοσεβασμό, εμπιστοσύνη, συμφιλίωση και αλληλεγγύη. Όποιος αρνείται ότι αυτός είναι ο αγώνας μας και ότι αυτή είναι η αποστολή μας ως χριστιανών ορθοδόξων έχει μια λανθασμένη και επικίνδυνη αντίληψη για την πίστη, την Εκκλησία και τον κόσμο.
 
Σε αυτή την κρίσιμη φάση της Πανδημίας, το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε στον εαυτό μας ως μέλη της Εκκλησίας είναι αν έχουμε ασχοληθεί σοβαρά με τις προαναφερθείσες δυσκολίες που έχουν προκύψει και αν είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες του κορωνοϊού στο μέλλον. Ίσως η μόνη σίγουρη απάντηση είναι ότι χρειάζεται να κάνουμε περισσότερα. Γεγονός είναι ότι, με όσο μεγαλύτερη καθυστέρηση αντιμετωπίσουμε αυτές τις δυσκολίες και προκλήσεις, τόσο θα συμβάλουμε στον φόβο και το χάος που επικρατεί στην κοινωνία σήμερα. Χωρίς σοβαρή ποιμαντική προσέγγιση, οι ασθενείς και οι οικείοι τους θα συνεχίσουν να είναι μόνοι, όπως επίσης οι επιστήμονες υγείας και οι κληρικοί που παλεύουν για την ανακούφιση του πόνου και την αναζήτηση της ελπίδας. Η δε Εκκλησία θα μείνει στο περιθώριο της ζωής, διχασμένη, μακριά από μια γνήσια χριστιανική ορθόδοξη έκφραση, ριζωμένη σε μια τυπολατρία και σε έναν θρησκευτικό παραλογισμό, ανήμπορη να απαντήσει στις υπαρξιακές αναζητήσεις του σημερινού ανθρώπου.
 
Αναγνωρίζοντας αυτά τα δεδομένα, ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος έδωσε την ευλογία στο Δίκτυο του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την Ποιμαντική Διακονία στον Χώρο της Υγείας να οργανωθεί διαδικτυακή Συνδιάσκεψη με θέμα: «ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΝ ΗΜΕΡΑΙΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ». Με την πολύτιμη καθοδήγηση του Σεβ. Μητροπολίτου Ρόδου κ. Κυρίλλου, θα καταβληθεί κάθε προσπάθεια να ανταποκριθεί αξίως το Πατριαρχικό Δίκτυο στην πραγματοποίηση αυτού του εγχειρήματος.
 
Με σεβασμό και αδελφική αγάπη
 
Πρωτοπρεσβύτερος Σταύρος Κοφινάς
Συντονιστής του Δικτύου του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την
Ποιμαντική Διακονία στον Χώρο της Υγείας
 

Thursday, 26 November 2020

Ο κακός ο λύκος

 
Νέα εκπομπή που ασχολείται με την προετοιμασία κάθε ψυχής Ορθοδόξου Χριστιανού για την πάντοτε αναμενόμενη επίθεση του νοητού λύκου...
 

Μοιάζει με το γνωστό και αγαπημένο παιδικό μας παραμύθι!
 


Πνευματικός πόλεμος λοιπόν και τα όπλα του Φωτός και του πνεύματος πάντοτε σε άμεση πρόσβαση.
 
Με αγάπη Χριστού
 
Νώντας Σκοπετέας

Wednesday, 25 November 2020

Γιάννης Μακρυγιάννης

 
Ο εκφραστής της συνείδησης του λαού
 

Ο Στρατηγός Γιάννης Μακρυγιάννης  (1797-1864) υπηρέτησε την Πατρίδα κατά την Επανάσταση του 1821 ως στρατιωτικός και μετά την απελευθέρωσή Της ως πολιτικός και ναΐφ συγγραφέας. Η πορεία του μακροχρόνια. Χαρακτηριστικό του, ότι με όλες του τις ιδιότητες, αλλά κυρίως με αυτή του συγγραφέα αποτέλεσε τον εκφραστή της συνείδησης του λαού. Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος έγραψε σχετικά:
 
«Ο Μακρυγιάνης δε μελετούσε το 21 –την Πατρίδα– όπως οι σημερινοί επιστήμονες μελετητές, το ζούσε. Και ακόμα δε μελετούσε τη θρησκεία, όπως οι σημερινοί επιστήμονες μελετητές, τη ζούσε. Η διαφορά είναι τεράστια». (Ζησ. Λορεντζάτου « Το τετράδιο του Μακρυγιάννη», Εκδ. «Δόμος», 1984, σελ. 51). Και προσθέτει ο σημαντικός στοχαστής: «Ο Μακρυγιάννης ανακατεύθηκε από την αρχή στα κοινά, ελπίζοντας να φέρει τους άλλους σε θεογνωσία, τουλάχιστον στις δύο κορυφαίες περιπτώσεις, τη στρατιωτική (του Αγώνα) και την πολιτική (του Συντάγματος), αλλά αργότερα έχασε τις ψευδαισθήσεις του με τις προκοπές που έβλεπε γύρω του». (Αυτ. σελ. 64-65).
 
Στην διάσωση και δημοσίευση του συγγραφικού έργου του Μακρυγιάννη αποφασιστική είναι η συμβολή του Γιάννη Βλαχογιάννη. Ειδικότερα για τα «Οράματα και Θάματα» και του συνεργάτου του και συνεχιστού του έργου του Αγγέλου Ν. Παπακώστα. Για τη θαυμαστή ιστορία της εύρεσης των Απομνημονευμάτων έγραψε ο Γιώργος Θεοτοκάς ότι η οικογένεια του Στρατηγού δεν γνώριζε την ύπαρξή τους. Αρχές του περασμένου αιώνα ο Βλαχογιάννης είχε την πληροφορία ότι πιθανότατα υπήρχε χειρόγραφό του. Αποτάθηκε στον γιό του, Κίτσο Μακρυγιάννη, και τον παρακίνησε να ψάξει. Σε περίπου δεκαπέντε ημέρες ο Κίτσος τον ειδοποίησε πως είχε βρει ένα χειρόγραφο, χωμένο σε έναν τενεκέ, παραριγμένο σε μιαν απόμερη γωνιά του σπιτιού. Το χειρόγραφο ήταν μουχλιασμένο από την υγρασία, αλλά δεν είχε αποσυντεθεί. Υπό τις συνθήκες αυτές είναι θαύμα πώς διατηρήθηκε για πάνω από πενήντα χρόνια και πώς το διάβασε ο Βλαχογιάννης. (Από το βιβλίο του Γ. Θεοτοκά «Τετράδια Ημερολογίου», Εκδ. Βιβλ. «Εστία», Αθήνα, 2005).
 
Στην εκτεταμένη (80 σελίδες) εισαγωγή που έγραψε για την πρώτη έκδοση, το 1907, των «Απομνημονευμάτων» ο Βλαχογιάννης, περιγράφει  τις δυσκολίες που βρήκε για να παρουσιάσει το ιστορικό αυτό έργο. Σκοπός του ήταν, όπως γράφει, «να παράσχη τον γενικόν καθ’ ημάς χαρακτήρα του ανδρός εις τον μέλλοντα να επιδοθή περί την μελέτην του ιστορικού αυτού έργου». (Στρ. Μακρυγιάννη «Απομνημονεύματα», Εκδ. Γαλαξία, Αθήναι 1964, σελ. 7).
 
Ο Μακρυγιάννης δεν υπήρξε ούτε αρματωλός, ούτε κλέφτης. Δεν είλκε την καταγωγή από κάποιο «τζάκι» της Ρούμελης, ούτε ήταν γόνος οικογένειας δημογερόντων. Ήταν παιδί οικογένειας αγροτών και ποιμένων, από μικρό χωριό του Λιδωρικίου. Ο πατέρας του λεγόταν Δημήτριος Τριανταφύλλου και τον σκότωσαν οι Τούρκοι, όταν ο Γιάννης ήταν ενός έτους. Όταν κάψαν το χωριό τους η μητέρα του τον έσωσε από τους κατακτητές προσφεύγοντας στο κοντινό δάσος και από τους συγχωριανούς της, που ήθελαν να τον σκοτώσουν για να μην προδοθεί ο τόπος που βρίσκονταν, προτείνοντας τα στήθη της και λέγοντας μαζί και εκείνην να φονεύσουν.
 
Πέρασε παιδικά χρόνια με στερήσεις, κακουχίες, βάσανα. Επτά ετών μπήκε στη δούλεψη εμπόρου, που τον βασάνιζε. Δεκατεσσάρων ετών έφυγε από τη Ρούμελη και πήγε στην Άρτα. Δούλεψε εκεί σκληρά και εξελίχθηκε σε ικανό έμπορο. Γράφει στα «Απομνημονεύματα»: «Απόχτησα ό,τι ήθελα και δεν είχα την ανάγκη αλλουνού» (Αυτ. σελ. 97). Το 1820 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία. Γράφει: «Μπήκα στο μυστικόν και αναχώρησα από τον πατριώτη μου και πήγα εις το σπίτι μου και εργαζόμουνε δια την πατρίδα μου και θρησκείαν μου να την δουλέψω ΄λικρινώς, καθώς την δούλεψα, νε μην με ειπή κλέφτη και άρπαγον, αλλά να με ειπή τέκνο της και εγώ μητέρα μου» (Αυτ. σελ. 98).
 

Μπήκε αμέσως στην προετοιμασία του Αγώνα. Πήγε με αποστολή στην Πάτρα, όπου συνελήφθη και βασανίστηκε. Όμως άντεξε και δραπέτευσε από τη φυλακή δείχνοντας πολλές ικανότητες, όπως αφοβία απέναντι στον θάνατο, ευστροφία, αποφασιστικότητα, σωματική ρώμη. Στον Αγώνα ώρμησε «ως πειναλέος ιέραξ εις το κυνήγιον», όπως γράφει ο Βλαχογιάννης. (Αυτ. σελ. 16). Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Η πρώτη του ήταν στον Σταυρό της Άρτας και η δεύτερη στο Πέτα, όπου πληγώθηκε στο πόδι. Τάχθηκε υπό τον πολύπειρο οπλαρχηγό Γώγο Μπακόλα και συμμετέσχε στην άλωση της Άρτας. Στη συνέχεια έφυγε από την Ήπειρο και έγινε οπλαρχηγός τεσσάρων χωριών των Σαλώνων. Το 1822 κατέβηκε στην Αθήνα, με την οποία συνδέθηκε άρρηκτα. Γράφει ο Βλαχογιάννης ότι γι΄ αυτήν υπήρξε «πιστός φίλος, αφωσιωμένος υποστηρικτής και συμπολίτης πολυτίμητος» (Αυτ. σελ. 21). Ο Μακρυγιάννης κατέβηκε στην Πελοπόννησο και έλαβε μέρος στις μάχες του Νεοκάστρου (Πύλου), των Μύλων (το 1825), της Αθήνας, του Πειραιά, του Φαλήρου. Ο Γ. Βλαχογιάννης σημειώνει πως σε όλες τις μάχες εμφάνισε τον πολεμικό του χαρακτήρα: «Αμυνόμενος καθίσταται απαράμιλλος δια την άτεγκτον επιμονήν και το σιδηρούν πείσμα μεθ’ ων μάχεται. Αμυνόμενος ουδέποτε θα παραδώση την κατεχόμενην θέσιν ειμή νεκρός μόνον». (Αυτ. σελ. 29).
 
Ως προς το πολιτικό μέρος ο Μακρυγιάννης κατά τον εμφύλιο πόλεμο 1824-1827 ετάχθη υπέρ της κυβέρνησης Κουντουριώτη και εναντίον των στρατιωτικών, κυρίως της Πελοποννήσου. Εκτελούσε τις διαταγές της γιατί αυτό νόμιζε ότι ήταν για το καλό της Πατρίδας. Τότε, όπως γράφει ο ίδιος ο Μακρυγιάννης, «ήταν άμαθος από τα πολιτικά...». Αργότερα κατάλαβε ποιους υποστήριζε και πήγε εναντίον τους, ενώ έδειξε την συμπάθεια και την εκτίμησή του προς τους στρατιωτικούς.
 
Στην εποχή του Καποδίστρια διορίσθηκε Αρχηγός της Εκτελεστικής δυνάμεως της Πελοποννήσου, έως το 1830. Πολλές φορές ήρθε σε σύγκρουση με τον Κυβερνήτη, παρά τις πεποιθήσεις του. Το 1830 επείσθη ότι οι αντιπολιτευόμενοι τον Καποδίστρια ήσαν δημοκράτες, που ήθελαν την εφαρμογή του Συντάγματος και όσοι ήσαν με τον Κυβερνήτη ήσαν διεφθαρμένοι και αυταρχικοί. Μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη έδρασε ως στρατιωτικός και πολιτικός -πληρεξούσιος Άρτας- και συμμετέσχε στην ανατροπή των Καποδιστριακών και στην άφιξη, ως βασιλέως των Ελλήνων, του Βαυαρού πρίγκιπα Όθωνα. Για την άφιξη του ο Μακρυγιάννης γράφει: «Σήμερα ξαναγεννιέται η πατρίδα κι αναστένεται, οπού ήταν τόσον καιρό χαμένη και σβησμένη. Σήμερα ανασταίνονται οι αγωνισταί, πολιτικοί, θρησκευτικοί και στρατιωτικοί, ότι ήρθε ο Βασιλέας μας, οπού αποχτήσαμε με την δύναμη του Θεού...». Όμως στη συνέχεια ήρθαν για τον Μακρυγιάννη οι διαψεύσεις, οι απογοητεύσεις και οι εξομολογήσεις.
 
Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Monday, 23 November 2020

Τοῦ ἐγκλεισμοῦ ἡ ἄλλη ὄψη: Ἡ προσδοκία…

 
Φῶς κρυπτόμενο
ἰχνηλατοῦμε τώρα…
(π. Παναγιώτης Καποδίστριας) [1]
 

(Σχολιάζοντας τ
ὸ νέο βιβλίο τοῦ π. Ἀναστασίου Δ. Σαλαπάτα,
Κεκλεισμένων τῶν θυρῶν. Ἡμερολόγιο καραντίνας λόγῳ Κορωνοϊοῦ,
Λονδίνο 2020, σ.σ. 218)
 

Μὲ βαθειὰ συγκίνηση καὶ μὲ θαυμαστὴ ὁμολογία διαβάζω τὸ νέο βιβλίο τοῦ καλοῦ μου φίλου καὶ ἀδελφοῦ π. Ἀναστασίου Δ. Σαλαπάτα, τοῦ φιλότιμου οἰκοδεσπότη μου, γιατὶ πάλιν καὶ πολλάκις μὲ φιλοξενεῖ στὴν ὑπέροχη ἠλεκτρονική του σελίδα, ποὺ φέρει, μάλιστα, καὶ τὸ νοσταλγικὸ τίτλο: «Ἡμερολόγιο Ἀποδημίας». Κι εὐχαριστῶ ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ τὴν κυρία Νατάσα Κεσμέτη ποὺ μὲ γνώρισε μὲ τὸν ἐν λόγω λόγιο ἀπόδημο ἀδελφὸ καὶ συλλειτουργό.
 

Τὸ νέο, λοιπόν, βιβλίο τοῦ π. Ἀναστασίου φαίνεται νὰ εἶναι μιὰ ἡμερολογιακὴ καταγραφὴ τῶν ὅσων ζήσαμε τὴν ἄνοιξη ποὺ μᾶς πέρασε. Καὶ εἶναι, ἅμα τὸ δεῖ κανεὶς μὲ τὸν ψυχρὸ φακὸ τῆς κριτικῆς. Ποὺ στέκει ἀπέναντι ἀπὸ κάθε γραπτὸ καὶ τὸ ἐξετάζει μὲ κανόνες καὶ μὲ διάφορα ἄλλα μέτρα, καθαρὰ φιλολογικὰ καὶ πολὺ ἐλάχιστα ἀνθρώπινα.
 

Ὡστόσο, ἐδῶ ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ μιὰ βαθειὰ ἐξομολόγηση ἑνὸς ἀποδήμου παπᾶ, ἑνὸς ἀνθρώπου δηλαδή, ποὺ βλέπει τὰ πράγματα ἀπὸ μιὰν ἄλλη ὁπτική: Ἐκείνη τοῦ ποιμένα πρωτίστως καὶ μετὰ τοῦ καθημερινοῦ συνανθρώπου, ποὺ κι ἐκεῖνος μπορεῖ νὰ βιώνει τὸ κενὸ ἑνὸς ἐγκλεισμοῦ λόγῳ τῆς πανδημίας, ὅμως ἕνας ποιμένας τὸ ζεῖ πολλαπλά. Γιατὶ ἡ σκέψη, τὸ εἶναι του καὶ ἡ ψυχή του καθρεφτίζονται πάνω στὰ πρόσωπα τῶν ἐνοριτῶν του, ποὺ οἱ ἴσκιοι τους γεμίζουν τώρα τὰ ἄδεια καθίσματα καὶ μέσα στὸ σύθαμπο τῶν ματιῶν του καθρεφτίζονται ὅλοι τους μὲ τὶς  λαμπάδες τῆς ψυχῆς τους ἀναμμένες ζωηρά.


Πολὺ σωστὰ ἀναφέρει, λοιπόν,  ἡ προλογίσασα τὸ  βιβλίο αὐτό, ἡ κ. Κικὴ Σονίδου. «Μᾶς πῆρε μαζί του στὸ ταξίδι τῆς ζωῆς του ἐν μέσω πανδημίας… καὶ μάθαμε ὄτι ἡ ἴδια ἡ ζωὴ ἀγνόησε τοὺς φόβους μας….Ὄχι, ἡ ζωὴ δὲν ἔπρεπε νὰ τελειώσει» (σ. 10). Αὐτὸ τὸ σύνθημα, λοιπόν,  προβάλλει τὸ βιβλίο αὐτὸ καὶ ἐπιμένει νὰ κηρύττει παντοῦ ὁ ἔνθεος καὶ φωτεινὸς λόγος τοῦ π. Ἀναστασίου. «Κλεισμένοι στὰ σπίτια μας ἀναμένουμε κάτι νὰ γίνει, περιμένουμε ὑπομονετκὰ νὰ μᾶς ἐπισκεφτεῖ τὸ θαῦμα» (σ. 78)   Καὶ τὸ θαῦμα αὐτὸ δὲν εἶναι μιὰ ἁπλῆ κι ἀόριστη ἀναμονή. Τὸ θαῦμα ἔχει πρόσωπο καὶ ὑπόσταση: Εἶναι Αὐτὸς ποὺ διακονεῖ καὶ διακόνησε μέσα στὸν σιωπηλὸ ναὸ του τὶς πλέον κορυφαῖες μέρες τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους: Τῆς Μ. Ἑβδομάδας, ποὺ τὴ ράντιζε ἡ ἄνοιξη καὶ πίσω της παραμόνευε τὸ πικρὸ τὸ δόντι τοῦ θανάτου. Ὡστόσο ὁ ἴδιος, ἀκολουθώντας τὴ γραμμὴ τῶν πατέρων του, ὅπως τόσες χιλιάδες ἀδελφοὶ καὶ συλλειτουργοί του τελεῖ τὰ διατεταγμένα: «Τελικὰ βάλαμε λίγα λουδούδια πάνω στὸν πανέμορφο ξυλόγλυπτο Ἐπιταφιό μας, ἔτσι… γιατὶ ἡ καρδιά μας δὲν ἄντεχε νὰ τὸν ἀφήσουμε …ἀμύριστο… Τὸ βράδυ στὴν καθιερωμένη Ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου Θρήνου, ψάλλαμε τὰ Ἐγκώμια… Τὰ νιώσαμε περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορὰ» (σ. 54).
 

Ὡς παπᾶς κατανοῶ πλήρως τὸν ψυχισμὸ τοῦ π. Ἀναστασίου καὶ γνωρίζω πολὺ καλά, πὼς οἱ γραπτές του αὐτὲς καταθέσεις δὲν εἶναι προϊόντα γραφείου, ἔτσι, δηλαδή, γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσει ἤ νὰ δεχτεῖ τὰ συχαρίκια τοῦ ἀναγνώστη του, ὅπως γίνεται στὶς ἄλλες περιπτώσεις συγγραφῆς. Λχ. Μιᾶς μελέτης, δηλαδή, ἑνὸς διηγήματος, ἑνὸς δοκιμίου κ.λ.π. Ἐδῶ τὰ πράγματα εἶναι ξεκάθαρα: Γιατὶ ὁ λόγος τοῦ π. Ἀναστασίου εἶναι εἰλικρινής, τίμιος καὶ ἀναμφισβήτητα βιωματικός. Δὲν θέλει νὰ κρύψει τίποτε. Μήτε τὴν εὐαισθησία του, μήτε τὴν ὅποια του συλλογή, ἀλλὰ καὶ τὴν ὁμορφιὰ ποὺ ἀντικρύζει γύρω του, στοὺς μοναχικούς του περιπάτους (βλ. σελ. 140). Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ βιβλίο αὐτὸ δὲν τὸ ἀφήνεις εὔκολα. Τὸ διαβάζεις καὶ τὸ χαίρεσαι. Τὸ προσέχεις καὶ διδάσκεσαι, τὸ ξεφυλλίζεις καὶ ἀνοίγεις δρόμους στὴν ψυχή σου νὰ ὁδοιπορήσει νοερὰ μαζὶ μὲ τὸν συγγραφέα καὶ νὰ τὸν ἀκούει νὰ σοῦ ἐμπιστεύεται: «Εἶχα καιρὸ ν’ ἀκούσω δύο γνώριμους ἤχους μέσα στὸ ναό: τὶς φωνὲς τῶν παιδιῶν καὶ τὸ μπαστούνι τῶν ἡλικιωμένων νὰ κτυπᾶ στὶς μαρμάρινες πλάκες. Ἧχοι (ὄντως) ποιητικοί…» (σ. 214). Ὀπως καὶ οἱ ὑπόλοιποι  ἦχοι,  ποὺ μυστικὰ ἀφουκράζεσαι κατὰ τὴν ἀνάγνωση…
 
π. Κ.Ν. Καλλιανός