skip to main |
skip to sidebar
Κοντά στα όσα θλιβερά συμβαίνουν στην κάστα των
«εκλεκτών» (ελίτ) της κοινωνίας μας και σε αναζήτηση της ζωηφόρου ελπίδας, πέραν
της βοηθείας του Θεού δια πρεσβειών των αγίων Του, σημαντικό στοιχείο ελπίδας είναι
και ο ελληνικός λαός, που πληρώνει τα λάθη και τη διαφθορά των ηγετών του και
που αντιμετωπίζει τις σε βάρος του αποφάσεις της ηγεσίας του και των «εταίρων»
του. Για πολλούς λόγους οι Έλληνες δεχθήκαμε και δεχόμαστε πολλές αρνητικές επιρροές
και εμφανίζουμε ελαττώματα αλλά, έως σήμερα, διατηρούμε τον ξεχωριστό πολιτισμό
μας, στοιχείο του οποίου είναι και η γλώσσα μας.
Την άποψη αυτή υποστηρίζει ο
ιδιοφυής ιστοριοδίφης Σπυρίδων Ζαμπέλιος ήδη από τα μέσα του 19ου
αιώνα στο βιβλίο του «Βυζαντιναί μελέται», εκδοθέν το 1857. Γράφει, μεταξύ
άλλων, ότι η διατήρηση του πολιτισμού μας «ασφαλώς οφείλεται πέραν της
Γραικορρωμαϊκής μοναρχίας την ενέργεια, της Εκκλησίας την πολιτεία και της
λογίας τάξεως το σύστημα, εις το ουσιωδέστερο του νεοελληνισμού στοιχείο, τον ανερμήνευτο
λαό, ο οποίος δια της ζώσης αυτού φωνής ενεκόλαψε εις την ιστορία της
παλιγγενεσίας μας την σφραγίδα της ελληνικής ταυτότητος, το διαγνωστικό
στοιχείο της ιδιοπροσωπίας» (σελ. 648). Η ιδιοπροσωπία δεν είναι «ιδεολογική
παράμετρος του αντιευρωπαϊσμού», όπως έχει «αποφανθεί» χρονογράφος, αλλά, κατά
τον αείμνηστο Πρόεδρο της Δημοκρατίας Χρήστο Σαρτζετάκη, είναι «κατάδηλος και
αυταπόδεικτος αλήθεια» και όσοι δεν την αναγνωρίζουν έχουν ιδεολογία «ταυτόσημη
με τη σταλινική και των πολυεθνικών εταιρειών, που είναι αυτή της νέας τάξεως
πραγμάτων». Οι αναγνωρίζοντες το ανάδελφο του ελληνικού έθνους ακολουθούν την
άποψη του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ότι ανήκομε στη Δύση φέροντες σε αυτήν την
ιδιοπροσωπία μας και διατηρούντες την πολιτισμική αυτονομία και ανεξαρτησία
μας.
Οι Έλληνες από την αρχαιότητα ζούμε σε έναν
κόσμο διαφορετικό από μας, αλλά διαθέτουμε την ικανότητα να προσλαμβάνουμε τα
ωφέλιμα και να ανανεωνόμαστε χωρίς να
χάνουμε τα βασικά εθνικά μας γνωρίσματα. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του Αιγυπτίου ιερέα στον Σόλωνα – γραμμένος στον
πλατωνικό «Τίμαιο» - πως οι Έλληνες είμαστε παιδιά, με την έννοια της
περιέργειας και της αφομοίωσης στοιχείων από άλλους πολιτισμούς που μας
ωφελούν, χωρίς να χάνουμε την ταυτότητά μας. Με το ίδιο πνεύμα ο Μέγας
Βασίλειος συμβούλευσε τους χριστιανούς
νέους να ωφελούνται από τα ελληνικά
γράμματα, χωρίς να αλλοτριώνουν την πίστη τους. Προς τούτο τους έφερε, μεταξύ
άλλων, παραδείγματα από τον Όμηρο και τον Σωκράτη, τους περιέγραψε την επιλογή της δύσκολης οδού της αρετής από
τον Ηρακλή, και χαρακτήρισε άξιο θαυμασμού τον Διογένη γιατί περιφρονούσε τα
υλικά αγαθά.
Έλληνας χρονογράφος, λάτρης της αφομοίωσης των
Ελλήνων από τους άλλους λαούς της Ευρώπης, δεν έχει κάνει τον κόπο να
εντρυφήσει στην ιστορία των πολιτισμών, π.χ. του Γουίλ Ντυράν, να εξετάσει
γιατί υπάρχει αυτή η ενότητα μεταξύ των πολλών λαών της Ευρώπης και γιατί το
«ανάδελφο» προς αυτούς του δικού μας λαού. Έχομε μαζί τους κοινά, αφού εκ των
βάσεων του πολιτισμού τους είναι ο ελληνικός, αλλά έχομε διατηρήσει και πολλά
στοιχεία που είναι διαφορετικά. Αντίθετα οι δυτικοί και οι βόρειοι λαοί έχουν
πολλά κοινά στη νοοτροπία, στον τρόπο ζωής. Προ του Λουθήρου βασικός ενωτικός
παράγων μεταξύ τους ήταν ο Πάπας και μετά η προερχόμενη από τον Παπισμό
διαμαρτύρηση. Από τις διαμάχες, τις αναμίξεις, τους συμβιβασμούς τους, έγιναν ένα μίγμα, το ονομαζόμενο «Δύση»
με πολλά κοινά στοιχεία. Απόδειξη είναι ο πυρήνας της σημερινής Ευρωπαϊκής
Ένωσης, που ήταν η Ευρωπαϊκή Κοινότητα
Άνθρακος και Χάλυβος και αποτελείτο από έξι χώρες, τις λατινογενείς
Γαλλία και Ιταλία, και τις σε μεγάλο ποσοστό γερμανικές Δυτική Γερμανία,
Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο. Οι Σλάβοι έχουν κύριο μεταξύ τους ενωτικό
παράγοντα την Ορθόδοξη Εκκλησία και αισθάνονται πνευματική συγγένεια με την
Ελλάδα, αλλά με διαφορές σε πολλά πολιτισμικά στοιχεία. Όσοι Σλάβοι ασπάσθηκαν
τον παπισμό (π.χ. Πολωνοί και Κροάτες), αφομοιώθηκαν με τους υπόλοιπους
δυτικούς λαούς. Η προσπάθεια των προερχόμενων θρησκευτικά από τον παπισμό και
τη διαμαρτύρηση κρατών είναι να αφομοιωθούν και να ενταχθούν στο φυλετικό και
πολιτισμικό μίγμα τους και οι Ορθόδοξοι, Έλληνες και Σλάβοι.
Παραδείγματα εθνοτικών συνδέσεων στην Ευρώπη,
που, παρά τις διαφορές τους αποτελούν ομόσπονδα κράτη είναι η Ελβετία και το
Βέλγιο. Η Ελβετία ήταν ενδιαίτημα διαφόρων φυλών, των Ελβετών, των Ραίτων, των
Λεποντίων, κελτικής, τεκτονικής και ιταλικής καταγωγής. Για να εξασφαλίσουν την
αμοιβαία βοήθεια και την ασφάλειά τους οι βουνίσιοι χωρικοί σχημάτισαν
καντόνια, όπως και οι αστοί των πόλεων. Συν τω χρόνω συνασπίσθηκαν όλα τα
καντόνια στην Ελβετική Ομοσπονδία, διατηρώντας το καθένα τη γλώσσα, τη θρησκεία
και τα έθιμά του. Το Βέλγιο, αποτελείται από τους γερμανικής καταγωγής
Φλαμανδούς, που μιλάνε γερμανικά και τους Βαλλόνους, κράμα γερμανικών, γαλλικών
και κελτικών στοιχείων, που μιλάνε γαλλική διάλεκτο.
Η αντίσταση των όπου Γης Ελλήνων στην αφομοίωσή
τους φάνηκε και στη φετινή αυθόρμητη, αθρόα και ολόψυχη συμμετοχή τους στα Πάθη
και στην Ανάσταση του Σωτήρα Ιησού Χριστού. Όπως έγραψαν χρονικογράφοι οι
ξένοι, οι οποίοι ήσαν στη χώρα μας τις ημέρες αυτές, εντυπωσιάστηκαν από το
μέγα πλήθος των Ελλήνων που έλαβαν μέρος και από την εκ μέρους τους τήρηση των
εθίμων της Μεγάλης Εβδομάδος και της Κυριακής του Πάσχα, που έρχονται μέσα από
το βάθος των αιώνων.
Έκπληκτοι ευχάριστα πολλοί ετερόδοξοι ξένοι
μας, ακολούθησαν την περιφορά του Επιταφίου, παρέστησαν στο άναμμα της
πασχαλινής λαμπάδας και στο φιλί της αγάπης και έμαθαν για το τσούγκρισμα των
κόκκινων αυγών, τη μαγειρίτσα, το πασχαλινό αρνί ή κατσίκι, την πασχαλινή
οικογενειακή συγκέντρωση και συσπείρωση, με τη συμμετοχή και των ξενιτεμένων
συγγενών, καθώς και στον πάνδημο χορό της χαράς την Κυριακή του Πάσχα, μετά τον
Εσπερινό της Αγάπης. Σημειώνεται ότι για τους Ρωμαιοκαθολικούς και τους
Προτεστάντες το Πάσχα είναι μια εορτή
χωρίς τίποτε το ιδιαίτερο. Και οι δύο ομολογίες τονίζουν το Πάθος και τη
Σταύρωση του Ιησού και όχι την Ανάσταση και δίνουν περισσό βάρος στα Χριστούγεννα, που τα συνδυάζουν με τον Άγιο Νικόλαο και την
ανταλλαγή δώρων.
Η εορτή του Πάσχα εορτάστηκε με τον ίδιο
πανηγυρικό και πάνδημο τρόπο από τους όπου Γης Έλληνες. Από την Αυστραλία και
τη Νέα Ζηλανδία έως τη Νέα Υόρκη και την Φλόριντα, από το Λος Άντζελες έως τη
Νότια Αφρική, από την Αργεντινή έως την Ιρλανδία, από τη Σουηδία και τη
Νορβηγία έως τη Γαλλία και την Ισπανία, νέοι στην ηλικία φοιτητές και
επιστήμονες, και οικογένειες με μέλη τρίτης και τέταρτης γενιάς γιόρτασαν με
τον παραδοσιακό τρόπο την μεγάλη εορτή της Χριστιανοσύνης.
Ο αείμνηστος Διονύσης Σαββόπουλος στον δίσκο
του «Η Ελλάδα που αντιστέκεται…», το 1983, με τον τρόπο του μίλησε για την
εθνική αυτοσυνειδησία μας, την εθνική μας παράδοση και για την πολιτισμική μας
μοναξιά:
«Η Ελλάδα που αντιστέκεται/ η Ελλάδα που
επιμένει/ κι όποιος δεν καταλαβαίνει/ δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει».
Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου
With great joy, I would like to invite you to a
special celebration organized by the Romanian Orthodox Parish of Bristol.
This event
brings together traditional Romanian culture and classical music, offering a
beautiful opportunity for fellowship, cultural sharing, and spiritual joy
within our community.
Saturday, 25th
April 2026
6:00 PM – Traditional food, wine, and artefacts
7:00 PM – Classical concert
Trinity-Henleaze United Reformed Church, BS9 4BT,
Bristol.
Your presence
would be a blessing and a great honour for us.
Please feel free to invite the members of your
community, as long as they register themselves using QR code, which will give
us the number we need to prepare for.
Looking forward
to welcoming you with brotherly love.
https://www.eventbrite.co.uk/e/an-evening-of-romanian-culture-and-classical-music-tickets-1986486412334?utm-campaign=social&utm-content=attendeeshare&utm-medium=discovery&utm-term=listing&utm-source=wsa&a
In Christ,
Pr. Ioan Claudiu Moldovan
Protopop /
Dean, Romanian Orthodox Church, South West England and Wales
On 18 April 2026, when
the Paschal joy had not yet faded from the hearts of the faithful, something
small -and perhaps easily overlooked- took place in the seaside town of
Torquay.
It was announced as the
first Orthodox youth gathering there. The kind of thing people imagine will be
full-laughter, crowded church, voices echoing through the nave. Yet that
morning, the church of St Andrew Torquay stood quieter than expected.
Father Trayan Goranov
had prepared for fifty. There were far fewer.
The tables, laid out
with care -sandwiches, sweets, cakes prepared with love- seemed almost too
generous. Even he, who had seen much in parish life, was surprised. On ordinary
Saturdays, for Vespers and discussion, more people would come.
But grace does not
measure by numbers.
At 12:30, the day began
not with chatter, but with prayer - the solemn, radiant rhythm of the Paschal
Hours. The words of the Resurrection, still fresh from the Feast, filled the
church again. A visiting priest, Father Gregory Floridis, stood among them,
lending his voice to the singing. It was not loud. But it was alive.
Afterward, Father
Trayan spoke. He told the history of the ancient church that now shelters a
small, multinational flock under the omophorion of the Archbishop of Thyateira.
Stones, he reminded them, remember. Walls, if we listen, speak.
Then came the theme of
the day: “Pascha: The Feast of Feasts and Triumph of Triumphs.”
The Reader Arsenios-Charlie
Copleston - stood by the whiteboard, carefully writing each point, as if
preserving something fragile. The words were familiar. And yet, in that small
gathering, they seemed newly discovered.
Before the food was
touched, Father Gregory spoke again -lightly, warmly-adding details, insights,
small treasure of meaning, about the Resurrection in our lives as Orthodox
Christians. Theological insights, quoting from Scripture and from the hymnology
of the Church. The kind that does not demand attention, but reward it.
Then came the meal and
getting to know each other.
Outside, the sun had
broken through, as if it too had decided to attend. The group walked toward the
sea, toward the harbour where the water shimmered against the anchored yachts.
They walked the pier
together.
Fishermen stood there,
patient and unsmiling, casting their lines again and again - catching nothing.
The sea, they said, had been rough in the past days. The fish had withdrawn
into the depths.
No one laughed at them.
Something about it felt… familiar.
The wind grew stronger,
as it does by the sea. They turned back inland, and Father Gregory, with the
ease of one among friends, offered to buy coffee. Tables were pulled together
outside - too eagerly, perhaps. A waitress, firm and unyielding, reminded them
that even good intentions can obstruct others.
So, the tables were
separated. And for a moment, so were they.
Back at the church
about 5 pm, time pressed gently but insistently. Father Gregory had a long
journey ahead - five hours to London. They sent him off first, reluctantly, as
one sends away a brother rather than a guest.
Then something deeper
began.
The discussion about
repentance and confession.
And suddenly, the
questions multiplied.
Not abstract questions
- but careful ones. Hesitant ones. Questions that revealed distance. It became
clear: many had never confessed.
Or not truly.
And beneath every
question, there was one unspoken concern, finally said out loud:
Is it really secret?
What if the priest reveals to others our deeds and thoughts?
Father Trayan did not
rush his answer. He spoke plainly, firmly - like a man placing a cornerstone:
Nothing -under any
circumstance- would ever be revealed. What is confessed is sealed, not by
discipline alone, but by something far greater.
The room grew quieter.
Not empty - quiet.
Later, the singer Molly
(Maria) McEwan arrived, and together they served Vespers for the eve of St.
Apostle Thomas. The same Thomas who doubted. The same Thomas who didn’t want to
touch, because his faith was great and who later proved it with his martyrdom.
It seemed fitting.
Evening came, though no
one welcomed it.
They lingered.
Conversations stretched. Goodbyes were delayed, then delayed again. As if, by
refusing to part, they might hold the day in place.
But distance called
them back.
One would travel 120
miles to Falmouth.
Others, 200 miles to
Birmingham.
The rest would return
to Plymouth, Exmouth, and nearby towns.
Small places. Scattered
people.
It had not been a large
gathering.
It had not been
impressive.
No crowd, no spectacle,
no overflowing hall.
And yet - Something had
begun.
Those who were not able
to travel from afar to join us or could not make it may never quite understand
what they missed.
Not because it was
grand. But because it was real.
Fr.
Trayan Goranov
Parish Priest
The Greek Orthodox Church
of St. Andrew
Torquay