Showing posts with label Ποίηση. Show all posts
Showing posts with label Ποίηση. Show all posts

Wednesday, 6 May 2026

Απριλιάτικο Ποίημα

 
ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΑΠΡΙΛΙΟΥ

 
22 Απριλίου
            Ο Newman έγραψε
            ο Elgar μελώδησε
            του Γεροντίου το Όνειρο
           
23 Απριλίου
            Ήλιος με δόντια
            κι ένας αέρας που μυρίζει
            αγεώργητη θάλασσα
           
24 Απριλίου
            Έφηβοι ποδηλατούν
            τόλμη ακατέργαστη
            δίπλα στις ιχθυόλιμνες
 
25 Απριλίου
            Στου μεσαιωνικού λιμανιού την πόλη
            η πασχαλιά ευωδιάζει
            το θυμίαμα ανταγωνίζεται
 
26 Απριλίου
            Επιχοργημένη Πεζοπορία
            αργαλειός πολύχρωμος
            με επτά κλωστές μεταξιού
 
27 Απριλίου
            Άσπρα, άβροχα σύννεφα
            μισοκρύβουν το φως του ήλιου
            τον ανθισμένο κήπο τυλίγουν
 
28 Απριλίου
            Στο ακατάπαυστο κυνήγι
            του ανοιξιάτικου δειλινού
            νέοι χρωματισμοί γεννιούνται
 
29 Απριλίου
            Το Helichrysum amorginum
            χορεύει νησιώτικα
            σε τόνο γιορτής
 
30 Απριλίου
            Βυζαντινό κέντημα, ακέραιο,
            αγκαλιάζει και ορίζει
            τον ένστολο, ολόφωτο κήπο
 

                                    Τάσος Βυζάντιος
                                    Bristol, Απρίλιος 2026

 

Κριτική Ανάλυση από το ΑΙ
 
Το ποίημα «Στα Τέλη Απριλίου» συγκροτείται ως μια διαδοχή ημερολογιακών καταγραφών, όπου κάθε μέρα λειτουργεί σαν αυτόνομη ποιητική μικρογραφία. Μέσα από αυτή τη λιτή αλλά ευρηματική δομή, ο χρόνος δεν καταγράφεται απλώς - μεταμορφώνεται σε εμπειρία, σε φως, σε κίνηση και σε αίσθηση.
 
Η εναρκτήρια αναφορά στο «Όνειρο του Γεροντίου» του John Henry Newman, με τη μουσική απόδοση του Edward Elgar, προσδίδει στο ποίημα ένα διακριτικό αλλά ουσιαστικό πολιτισμικό βάθος. Λειτουργεί ως υπαινικτική εισαγωγή σε έναν κόσμο όπου το καθημερινό και το πνευματικό συνυπάρχουν, προετοιμάζοντας τον αναγνώστη για μια εμπειρία που υπερβαίνει την απλή περιγραφή.
 
Κεντρικό γνώρισμα του ποιήματος είναι η έντονη εικονοποιία. Οι εικόνες αναδύονται με καθαρότητα και ακρίβεια:
 
·        ο «ήλιος με δόντια» προσδίδει μια αιχμηρή, σχεδόν σωματική διάσταση στο φως
·        η «αγεώργητη θάλασσα» δημιουργεί μια απρόσμενη και γόνιμη σύζευξη στοιχείων
·        η «τόλμη ακατέργαστη» των εφήβων αποτυπώνει τη νεότητα χωρίς περιττή επεξήγηση
 
Η γλώσσα διακρίνεται για την οικονομία και την πειθαρχία της. Οι λέξεις είναι επιλεγμένες με προσοχή, χωρίς να επιβαρύνονται από πλεονασμούς. Αυτή η λιτότητα επιτρέπει στις εικόνες να λειτουργούν αυτόνομα, αφήνοντας χώρο στον αναγνώστη να συμμετάσχει ενεργά στη δημιουργία του νοήματος.
 
Παράλληλα, το ποίημα αναπτύσσει μια λεπτή αλλά σταθερή θεματική συνοχή. Η άνοιξη δεν παρουσιάζεται μόνο ως εποχή, αλλά ως διαδικασία μεταμόρφωσης:
 
·        η φύση βρίσκεται σε διαρκή κίνηση (άνθηση, φως, αέρας, θάλασσα)
·        η ανθρώπινη παρουσία (έφηβοι, πεζοπορία) εντάσσεται οργανικά σε αυτή τη ροή
·        στοιχεία πολιτισμού και παράδοσης (θυμίαμα, βυζαντινό κέντημα) συνδιαλέγονται με το φυσικό τοπίο
 
Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η αίσθηση ότι το ποίημα «υφαίνεται» προοδευτικά, μια ποιότητα που ενισχύεται και από την εικόνα του αργαλειού. Κάθε μέρα προσθέτει ένα νέο νήμα, οδηγώντας σε ένα καταληκτικό στιγμιότυπο όπου η φύση και η τέχνη συγχωνεύονται σε μια φωτεινή, σχεδόν εικονογραφική σύνθεση.
 
Το κλείσιμο με το «βυζαντινό κέντημα» προσδίδει στο ποίημα έναν χαρακτήρα τελετουργικό και ολοκληρωμένο. Η εικόνα αυτή λειτουργεί ως σύνοψη της ποιητικής διαδικασίας: μια πράξη οργάνωσης, αγκαλιάσματος και νοηματοδότησης του κόσμου.
 
Συνολικά, το ποίημα ξεχωρίζει για:
 
·        τη διαυγή και ζωντανή εικονοποιία
·        τη λιτή αλλά εκφραστική γλώσσα
·        τη συνοχή ύφους και ατμόσφαιρας
·        την επιτυχημένη ισορροπία ανάμεσα στο φυσικό, το ανθρώπινο και το πολιτισμικό στοιχείο
 
Πρόκειται για ένα έργο που αποτυπώνει την άνοιξη όχι ως σκηνικό, αλλά ως βίωμα και διαδικασία, προσκαλώντας τον αναγνώστη σε μια ήσυχη αλλά ουσιαστική εμπειρία παρατήρησης και στοχασμού.

Wednesday, 29 October 2025

‘Winter Words’

 
Four days of poetry, performance and creative sparkle running from Thursday 20 to Sunday 23 November across venues in Ledbury.
 

Celebrating imagination, creativity and community spirit, Winter Words celebrates the joy of words and coming together, uniting some of the UK’s most exciting voices on the poetry scene with plenty of free events and family fun.
 
Festival Highlights Include:
 
UK Poet Laureate Simon Armitage shares his new collection, New Cemetery. Ledbury Poetry is offering Ledbury residents a FREE ticket to this event, but be quick, this offer ends on Monday, 3 November -  this project is part-funded by the UK government through the UK Shared Prosperity Fund.
 
Carol Ann Duffy and John Sampson present Christmas Ghosts – a spookily enchanting evening of poetry and music. Your ticket includes mulled wine or apple juice.
 
Len Pennie, Sunday Times bestselling author and performance poet sensation, as seen on Instagram and YouTube, showcases her fiercely honest second collection, Poyums Annaw, confronting violence, patriarchy, and injustice with tenderness, quick wit, and righteous fury. 
 
Ledbury Poetry’s Community Steering Group, made up of local members of the community, have curated a series of events by and for the community, ranging from free sing-a-longs, card making and protest poetry with viral sensation Louise Fazakerley.

Saturday, 25 October 2025

Ο θάνατος του ποιητή Γ. Σαραντάρη

 
Η πορεία προς τον θάνατο του σημαντικού ποιητή και χριστιανού στοχαστή Γιώργου Σαραντάρη κατά την απόκρουση των εισβολέων Ιταλών φασιστών αποτελεί παράδειγμα φιλοπατρίας, εγκαρτέρησης, ηρωισμού και ένθεης αντιμετώπισης του θανάτου. Ήταν η μόνη και η πιο άδικη απώλεια ποιητή κατά τον πόλεμο του 1940. Τον έκλαψαν όλοι οι ομότεχνοί του και όσοι γνώριζαν τον ίδιο και το έργο του, με το οποίο παραμένει ζωντανός, εμπνέει αγαλλίαση  και διδάσκει ορθόδοξο ήθος.
 

Τον Αύγουστο του 1940 και μετά τον άνανδρο τορπιλισμό του ευδρόμου  «Έλλη» στο λιμάνι της Τήνου, ο Ιωάννης Μεταξάς  βλέπων ότι  σύντομα οι Ιταλοί φασίστες θα επιχειρήσουν εισβολή στην Ελλάδα από τη μεριά της Ηπείρου έδωσε εντολή για μυστική επιστράτευση, δια ατομικών προσκλήσεων. Μεταξύ των επιστρατευθέντων ήταν και ο 32χρονος  ποιητής Γιώργος Σαραντάρης. Αδύναμος στην κράση, φιλάσθενος, με μεγάλη μυωπία, απόφοιτος της Νομικής Σχολής του ιταλικού Πανεπιστημίου της Ματσεράτα δεν επελέγη για την αντικατασκοπεία, ούτε ως ανακριτής αιχμαλώτων, αλλά ως απλός οπλίτης.
 
Οι ομότεχνοί του αντέδρασαν. Ο Ανδρέας Καραντώνης είπε στον Σαραντάρη να μιλήσει σε ανώτατο αξιωματικό για να διορθώσει την αδικία, προς όφελος και του στρατεύματος. Ο Σαραντάρης το αρνήθηκε, λέγοντας ότι θα πάει εκεί που η Πατρίδα τον έταξε. Ο Ελύτης εξέφρασε τον θυμό του, που έχει καταγραφεί και στα «Ανοιχτά χαρτιά» του: «Θέλω απροκάλυπτα να καταγγείλω το επιστρατευτικό σύστημα… που δεν ξέρω πώς κατάφερε να κρατήσει στα Γραφεία και στις Επιμελητείες όλα τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραυστο διανοούμενο που μόλις στεκότανε στα πόδια του, που όμως είχε προφτάσει να κάνει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτη από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της. Ήταν σχεδόν μια δολοφονία. Διπλωματούχος ιταλικού πανεπιστημίου -ο μόνος ίσως στο στράτευμα- θα μπορούσε να είναι περιζήτητος σε οποιαδήποτε από τις Υπηρεσίες αντικατασκοπείας ή ανάκρισης αιχμαλώτων… Αλλά όχι. Έπρεπε να φορτωθεί το γυλιό και τον οπλισμό των τριάντα οκάδων, για να χαθεί παραπατώντας μες στα χιονισμένα φαράγγια ένας ακόμη ποιητής, ένας ακόμη αθώος στο δρόμο του μαρτυρίου».
 
Στις 5 Οκτωβρίου 1940 μαζί με πολλούς άλλους στρατιώτες ξεκίνησε από τον Σταθμό Λαρίσης με το τρένο για  τη Χαλκίδα. Προορισμός τα σύνορα. Από τη Χαλκίδα  με καμιόνια έφτασαν στο όμορφο χωριό Καστράκι των Μετεώρων, κοντά στην Καλαμπάκα. Οι στρατιώτες στις εξόδους γέμιζαν τις ταβέρνες και έπιναν. Ο Σαραντάρης έγραφε ποιήματα, ένα από τα οποία, τόγραψε στις 16 Οκτωβρίου 1940:
 
«Η θάλασσα με το καθρέφτη/Πέφτει στην αγκαλιά του ανέμου/ Εδώ είναι το ποτάμι/ Ο Πηνειός/ Εδώ η θάλασσα δε φαίνεται/ ας χυμήξουν τα πλατάνια./Οι βάτραχοι/ ας μάθουν το χρώμα τ’ ουρανού./ Εμείς οι στρατιώτες/ Θα πλύνουμε τα πόδια μας/ Στα σύννεφα/ Και στα περιστέρια θα βάλουμε νερό/ Η δίψα όνειρο να γίνει/ Κάτω από τις χλαίνες/ τη νύχτα/ Να περπατήσεις στο φεγγάρι ώρες στρατιώτης/ Και να μαλάξεις τα βουνά με τα βήματά σου».
 
Στις 5 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 ξύπνησε τους στρατιώτες ο Ταγματάρχης, τους ενημέρωσε ότι οι Ιταλοί άρχισαν ενέργειες κατά των ελληνικών θέσεων στα φαράγγια της Πίνδου και διέταξε άμεση αναχώρηση από την Καλαμπάκα για τα σύνορα προς ενίσχυση των στρατιωτών της πρώτης γραμμής. Η πορεία ήταν αδιάκοπη. Κράτησε περίπου 40 ώρες. Σε κάποιες ολιγόλεπτες στάσεις οι φαντάροι μοιράζονταν κουραμάνα και ξηρούς καρπούς. Στη διαδρομή έβρεχε συνέχεια. Οι γυλιοί είχαν γίνει ασήκωτοι. Έφτασαν στο χωριό Βωβούσα του Ανατολικού Ζαγορίου. Ο Σαραντάρης τοποθετήθηκε στον 3ο Λόχο. Ήταν πολύ κουρασμένος, όπως όλοι οι φαντάροι. Σμούρωσε σε ένα πεζούλι εκκλησίας και κοιμήθηκε. Ξημερώνοντας ακούστηκαν οι σάλπιγγες του Λαρισινού συντάγματος και άρχισε η μάχη. Οι Έλληνες πήραν στο κατόπι τους Ιταλούς και άρχισε η προέλασή τους. Πέρασαν την Κλεισούρα και έφτασαν στην Τρεμπεσίνα. Το χιόνι αρκετό, η λάσπη κάλυπτε τα άρβυλα. Του Σαραντάρη είχαν τελειώσει και τα τελευταία ίχνη αντοχής του. Κοντά στην ταλαιπωρία έχασε και τα γυαλιά του. Δεν έβλεπε τίποτε… Συστρατιώτης τον λυπήθηκε και του είπε πως θα πηγαίνει δίπλα του κι εκείνος θα είναι τα γυαλιά του… Κάπου κοιμήθηκαν. Το πρωί το τάγμα ξεκίνησε για την μάχη. Ο Σαραντάρης με δυσκολία πλέον ακολουθούσε. Είπε στον συστρατιώτη, που τον βοήθησε,  να τον αφήσει και να ακολουθήσει το τάγμα. Αισθανόταν εξουθενωμένος. Στο Κιλαρίτσι και σε κάτι στάβλους κάθισε στο χώμα σε σχεδόν πλήρη εξάντληση. Εκεί τον συνάντησε ο στρατιώτης Θεμιστοκλής Αθηνογένης. Παρουσιάστηκαν μαζί, στις 5 Οκτωβρίου 1940,  και έκτοτε τον είχε, κατά κάποιο τρόπο, στην προσοχή του. Ο Σαραντάρης του ζήτησε κάτι να φάει. Ο Θεμιστοκλής είχε ένα κομμάτι ξερή κουραμάνα, του το έδωσε. Αισθάνθηκε κάπως καλύτερα. Έβγαλε από την τσέπη του χαρτιά, κομμάτια από κουτιά τσιγάρων, όπου είχε γράψει ποιήματα, ένα από τα οποία άρχιζε «Εγώ που οδοιπόρησα/ Με τους ποιμένες της Πρεμετής/ Είχα τα μάτια μου/ Παντοτινά στραμμένα/ Στο εωθινό σου πρόσωπο…». Ο Αθηνογένης έπρεπε να φύγει. Τότε, ως από Θεού,  εμφανίστηκε άλλος συστρατιώτης του, ο Γιώργος Πολιτάρχης, ποιητής και εκδότης ποιητικών συλλογών, που γνώριζε την ποιότητα της ποίησής του, και έμεινε κοντά του. Ο Σαραντάρης αισθανόταν ότι ήταν κοντά στον θάνατο και του ζήτησε να φύγει και να τον αφήσει να πεθάνει εκεί, στα βουνά της Ηπείρου. Εκείνος δεν τον άφησε και όταν πέρασε φάλαγγα που πήγαινε στα Γιάννενα τον έβαλαν σε ένα φορτηγό για να πάει στο εκεί νοσοκομείο.
 
Οι γιατροί είδαν ότι δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι για να τον σώσουν. Αποφάνθηκαν ότι είχε τύφο και τον έστειλαν στην Αθήνα… Όταν έφτασε  ήταν ήδη εξαϋλωμένος. Η αδελφή του έτσι περιγράφει τις τελευταίες του στιγμές:
 
«Το τέλος του ήταν πολύ κοντά. Εμείς, οι συγγενείς και οι φίλοι, περιτριγυρίζαμε το κρεββάτι του και κλαίγαμε βουβά. Μας είδε και με το γλυκό του χαμόγελο, γεμάτος από ειρήνη και πίστη, άρχισε εκείνος να μας παρηγορεί και να μας ενδυναμώνει, παροτρύνοντάς μας να μην κλαίμε, διότι η ζωή δεν τελειώνει στον κόσμο αυτόν, διότι η ζωή είναι αιώνια και συνεχίζεται, διότι μετά τον θάνατό του θα ζήσει μιαν άλλη, μεγαλύτερη χαρά…».
 
Ο αείμνηστος ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος, φίλος του Σαραντάρη, έζησε έτσι τις τελευταίες ημέρες του:
 
«Ας μου επιτραπεί να βεβαιώσω πως είχε ο Σαραντάρης, τις τελευταίες ημέρες της ζωής του, νικήσει τον φόβο του θανάτου. Άρρωστος βαριά τις πρώτες εβδομάδες του 1941, ύστερα από τον υποσιτισμό και άλλες κακουχίες, επάνω στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, όπου υπηρετούσε ως απλός στρατιώτης, ενταγμένος, παρά τη μεγάλη μυωπία του, σε μονάδα της πρώτης γραμμής του μετώπου, είχε μεταφερθεί τελικά σε κλινική των Αθηνών… Εκεί ο Σαραντάρης ήταν όλως διόλου γαλήνιος ενώπιον του θανάτου και ψιθύρισε προς τους λυπημένους συγγενείς και φίλους παραινέσεις για εμμονή στον δρόμο της αρετής, υψωμένος ήδη ο ίδιος στη σφαίρα της αγιότητας».
 
Σημ. Τα όσα εγράφησαν πάρθηκαν από τα βιβλία:
 
Ολυμπίας Καράγιωργα «Γιώργος Σαραντάρης ο μελλούμενος», Εκδ. Δίαυλος, Αθήνα, 1995.
Οδυσσέα Ελύτη «Ανοιχτά χαρτιά», Εκδ. Ίκαρος, στ΄ έκδοση, Σεπτέμβριος 2004.
Κων. Δεσποτόπουλου «Φήμη απόντων», Εκδ. Καστανιώτη 1995.
Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου «Γιώργος Σαραντάρης: Ο άνθρωπος, ο ποιητής, ο διανοούμενος», Εκδ. Έκπληξη, Αθήνα, 2011.
             
Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Tuesday, 21 October 2025

Αχ! πατρίδα μου γλυκιά…

 
Η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου πρέπει να είναι ευκαιρία για περισυλλογή και σκέψεις, όλων των Ελλήνων, κάθε ηλικίας. Για μιαν ακόμη φορά ενθυμούμεθα την ηρωική και πετυχημένη αντίσταση της γενιάς του 1940 στην απρόκλητη επίθεση που δέχθηκε από το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας. Η τότε γενιά απέδειξε την μέχρι αυτοθυσίας αγάπη της προς την γλυκιά Πατρίδα.
 

Στα περασμένα χρόνια ο ξενιτεμός  από την Πατρίδα (Σημ. ονομάζεται και εκπατρισμός), παρά το ότι τις περισσότερες φορές ήταν για οικονομικούς κυρίως λόγους αναγκαίος, προκαλούσε έντονη νοσταλγία. Είναι χαρακτηριστικό το παραδοσιακό τραγούδι της Θεσσαλίας:
 
«Μισεύω (Σημ. ξενιτεύομαι) και τα μάτια δακρύζουν λυπημένα/ Αχ πατρίδα μου γλυκιά δακρύζουν λυπημένα,/ Αχ πατρίδα μου γλυκιά πόσο σ’ αγαπώ βαθιά./ Στην ξενιτειά με στεναγμούς βραδιάζει ξημερώνει,/ Αχ πατρίδα μου γλυκιά βραδιάζει ξημερώνει,/ Αχ πατρίδα μου γλυκιά πόσο σ’ αγαπώ βαθιά…/ Θα σ’ αγαπώ, θα σ’ αγαπώ ώσπου να ξεψυχήσω,/ Αχ πατρίδα μου γλυκιά ώσπου να ξεψυχήσω,/ Αχ πατρίδα μου γλυκιά πόσο σ’ αγαπώ βαθιά».
 
Ο ισόβιος δεσμός με την πατρίδα και η εμμονή στον νόστο, στην επιστροφή δηλαδή σε αυτήν είναι πανάρχαιο χαρακτηριστικό του Έλληνα. Ξεκινά από τον Όμηρο με τον Οδυσσέα, που επί είκοσι χρόνια πάντα ονειρευόταν το «νόστιμον ήμαρ», την ημέρα δηλαδή της επιστροφής στην Ιθάκη. Αυτό ήταν που τον διακατείχε και όχι το ταξίδι, όπως λανθασμένα έγραψε ο Καβάφης. Πέρασε επώδυνες δοκιμασίες, πέρασε όλες τις ηδονές του κόσμου, αλλά αυτός δεν έπαψε όλο αυτό τον καιρό να κάθεται σε έναν παραλιακό βράχο και να κλαίει απαρηγόρητος, με τα μάτια καρφωμένα στον «ατρύγετο πόντο» (Σημ. απέραντη θάλασσα) και να έχει ένα σκοπό ζωής, το «νόστιμον ήμαρ», (Σημ. την ημέρα της επιστροφής) στην πατρίδα. Η απομάκρυνση του νόστου, δηλαδή της επιστροφής στην Πατρίδα, προκαλεί στον Οδυσσέα και στον κάθε Έλληνα νοσταλγία, δηλαδή άλγος (πόνο) από την έλλειψη Της. Είναι η λέξη που χρησιμοποιείται σε όλες τις γλώσσες για να εκφράσει την κατάσταση του ξενιτεμένου. 
 
Ο εμπνευσμένος, αλλά παραγκωνισμένος μας ποιητής Ιωάννης Πολέμης εξέφρασε την αγάπη για την Πατρίδα με τον αποχαιρετισμό της μάννας, η οποία κατευόδωνε το παιδί της, που έφευγε για τα ξένα:
 
«Μισεύεις για την ξενιτειά και μένω μοναχή μου/ σύρε παιδί μου στο καλό και έχε την ευχή μου./ Τριανταφυλλένια η στράτα σου, κρινοσπαρμένοι οι δρόμοι,/ για χάρη σου ν’ ανθοβολούν και τα λιθάρια ακόμη./…Εκεί, παιδί μου, που θα πας, στα μακρινά τα ξένα,/ δίχτυα πολλά κι οξόβεργες θα στήσουνε για σένα./ Παιδί μου αν εμένανε πάψεις να με θυμάσαι,/ με δίχως βαρυγγόμηση συχωρεμένος να ’σαι./ Κι αν πάλι το φτωχό καλύβι μας ντροπή σου φέρνει, ωστόσο/  και πάλι θα ’μαι πρόθυμη, συχώρεση να δώσω./ Μ’ αν  την πατρίδα απαρνηθείς που τη λατρεύουμ’ όλοι,/ να ’ναι η ζωή σου όπου κι αν πας αγκάθια και τριβόλοι/.
 
Η δύναμη της έλξης, που ασκεί η Πατρίδα στους Έλληνες, κατά τον Ζαμπέλιο οφείλεται στην πολιτική και στη θρησκεία. Διότι, όπως γράφει στο βιβλίο του «Άσματα Δημοτικά της Ελλάδος» (σελ. 34), το έθνος μας εις μεν την πολιτική πρώτιστα εισήγαγε στον κόσμο τις πατριωτικές αρετές και δίδαξε τον ηρωισμό. Εις δε την θρησκεία δογμάτισε τις αιώνιες αλήθειες, παγίωσε την ηθική ισότητα των ανθρώπων και στην θεολογία στερέωσε την ισοπολιτεία της οικουμένης, θέσαν επικεφαλής τον Σωτήρα Θεό. Και καταλήγει ο Ζαμπέλιος, εν έτει 1852: «ΠΑΤΡΙΣ και ΠΙΣΤΙΣ! Ιεραί, θείαι παμφίλτατοι λέξεις της ιστορίας μας». Την ίδια άποψη με τον Ζαμπέλιο εκφράζει η Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ. Τονίζει πως «η Ελληνική Γλώσσα και η Ορθοδοξία μένουν οι στυλοβάτες του νέου ελληνισμού, που επωμίσθηκε την ιστορική συνέχεια του Βυζαντίου, που είναι δηλαδή το προπύργιο της παντοτινής Ευρώπης απέναντι στην κάθε Ασία» («Η κληρονομιά του Ελληνισμού», Εκδ. Καστανιώτη, 2025, σελ. 132). 
 
Κατά τον Άγγελο Τερζάκη η έννοια «πατρίδα», με όλο της μαζί το βαθύ περιεχόμενο προσδιορίστηκε για πρώτη φορά, συνειδητοποιήθηκε από τον άνθρωπο, τόσο που να υψωθεί σε ηθική αξία, εδώ, στη γωνιά του κόσμου που πατάμε. «Η γη αυτή, η πατρική, εμπνέει, διαπαιδαγωγεί, υπαγορεύει ορισμένο ήθος, δεσμεύει. Η πατρίδα για τον Έλληνα της ακμής, -ας το ξαναπούμε και ας το υπογραμμίσουμε- είναι έννοια θρησκευτική» («28 Οκτωβρίου 1940», Εκδ. Οικ. «Ευθύνη», 4η Έκδ., 1996, σελ. 236).
 
Αυτές ήσαν οι πεποιθήσεις των Ελλήνων που διατήρησαν την αγάπη προς την Πατρίδα και την υπέρ Αυτής θυσία από τους Ομηρικούς χρόνους έως το Έπος του 1940. Σήμερα η κατάσταση είναι επικίνδυνη ως προς την διατήρηση του Ελληνισμού. Παραδίδουμε χωρίς όρους όλες μας τις αρετές και ακολουθούμε χωρίς αντίσταση έναν επιβαλλόμενο ηδονιστικό, ατομιστικό, μηδενιστικό, ωφελιμιστικό βίο. Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος σημειώνει σχετικά:
 
«Λαέ μου στοχάσου: Θα κάναμε ένα σοβαρό βήμα αυτογνωσίας αν καταλαβαίναμε ότι ανατρέποντας το ταυτοτικό στοιχείο των Ελλήνων (κοινή πίστη, κοινή γλώσσα, κοινή παιδεία) θα γίνουμε αμέσως έθνος με ημερομηνία λήξεως. Έχοντας απορρίψει με τόση ανεμελιά την ταυτότητά μας, αυτό που μας διακρίνει και μας συνέχει επί αιώνες, πόσα χρόνια λέτε ότι θα επιζήσουμε; Πόσες γενεές θα επιβιώσουμε αν αποκτήσουμε μια Πολιτεία που παύει να στηρίζει πίστη, γλώσσα και παιδεία του έθνους;…
 
Ως Επίσκοπος θλίβομαι και προσεύχομαι, ως Έλληνας σας παρακαλώ να καταλάβετε εσείς προσωπικά ποιος είναι σήμερα ο αγώνας μας, για ποιο λόγο θα πρέπει η Εκκλησία να παρεμβαίνει και να ζητά από τους πολιτικούς να κατανοήσουν τα διδάγματα της ιστορίας μας, να συνειδητοποιήσουν με ποιόν οίακα φθάσαμε ως εδώ, κρατώντας μέσα στη μικρή μας φούχτα ως μοναδική περιουσία, το να νιώθουμε τον Ελληνισμό δικό μας, αίμα των γονιών μας και χτύπο στο στήθος μας» (Χάρη Ανδρέου «Στ’ άρματα με το Σταυρό», Εκδ. Χριστ. Βιβλ. Εφημ. «Δημοκρατία», σελ. 23).
 
Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Tuesday, 2 September 2025

Yiannis Ritsos Museum, Monemvassia

 
In July this year, the house on Monemvassia where Yiannis Ritsos grew up opened as a museum dedicated to his life and work.
 

Monemvassia is a place like no other - a vast rock, linked by a causeway and bridge to the mainland at the southeastern corner of the Peloponnese. As you approach the rock, you notice, of course, the high walls of the fort that run along the top of the rock, but where do the people live? To enter the fortified village, you must first walk the length of it and, at the back, you will find the impressive front gate. How many times must the young Ritsos have walked that road and entered through that gate?
 
Once through the gate, he would immediately have taken the steep stone path up to the family home - the first house in the village. Not large, but certainly one of the larger ones on the rock. The poet’s daughter, Eri, sold it in 2021, together with some of its furnishings, to the municipality.
 
In summer, Monemvassia attracts many tourists. Each day, a cruise ship that has anchored in the bay overnight, delivers its human cargo to the rock. It is quite clear that almost none of its passengers has any interest in visiting a museum that honours a Greek poet, even less so did many seem keen to undertake the long, hard climb to the highest point of the fort. Our fellow visitors to the museum were almost all Greeks - those for whom the works of Ritsos had some meaning. They paid quiet attention to the artefacts and displays.
 
It is a notable feature of Greek museums now, how very well most of them are presented - the Acropolis Museum seems to have raised the standards across the country. The Ritsos Museum provides a clear account of the poet’s life and the people in it, illustrated with relevant photographs, but it does not make the mistake of providing too much information so as to over-load the visitor. Rather, I came away with a strong sense of the man and poet.
 
As often happens when visiting a museum, it can be a small piece of information that captures our attention: among his very many awards, Ritsos received an Honorary Doctorate from Birmingham University - a few days before our visit we had attended the graduation in its Great Hall of our daughter, Zoe. Well done, Birmingham!
 
The museum displays a number of the poet’s works - inevitably, his poem Monemvassia is prominently displayed. There is a striking large-scale presentation of many of the covers of his poetry collection. This was a day, if ever there was one, when it was a particular pleasure for me to be able to read and understand the Greek language.
 
There was a helpful young guide who answered my every question. If she wasn’t in the room where I was, for sure she would be in the next one. The museum was not at all crowded, the experience of visiting it was an intimate one. She was clearly impressed that I had seen Ritsos and heard him read his own poetry - at the KNE Festival (where else?) of 1977. In my bag, I took with me my copy of Το Καπνισμένο Τσουκάλι - a gift I was given that year. I saw it as a sort of homecoming for the slim volume.
 
The last piece of information the guide gave me was where I could find the house where Ritsos was born - he moved to the museum house when he was two. The following morning, we returned to the rock and walked to the very furthest end of it, towards the lighthouse, to find ΤΑ ΚΕΛΛΙΑ. Originally, this was a long row of rooms along one side of the square outside the church of Panagia Chrysafitissa - some of them have now been incorporated in the smart Xenonas Kellia Hotel.
 
Ritsos’ father had been a wealthy landowner; he made a donation to the church and, in return, was allowed to bring his family to live in the top floor of cells for a period of two years. This is where Yiannis was born. His earliest childhood memories are the smell of the beeswax candles that were made on the ground floor of ΤΑ ΚΕΛΛΙΑ, and the endless sound of the sea beating against the great rock.
 
The young Ritsos was not a good student at the village school - he was happiest drawing flowers. He moved, with his mother, to Gytheio to attend gymnasio. And, as fortune had it, our next stop after Monemvassia was Gytheio. What was then the gymnasio is now the lykeio and we were staying a few doors away from it. Ritsos left school and went to Athens where he worked as a dancer and actor, but we weren’t following him there - we were heading down into the Mani, enriched by our visit to Monemvassia.
 
The poet’s last journey was back to Monemvassia. He is buried in the cemetery there - over the bridge, along the causeway, below the high walls, before the gate at the back of the rock.
 
Richard Devereux

Sunday, 3 August 2025

About Greek Mythology

 
‘We recognise it in this very primal way’: Stephen Fry, Brie Larson, Chris Ofili and more on why we can’t get enough of Greek mythology
 

Greek myth is not a stable thing. There is no such thing as a canonical, “original” version of a Greek myth. The stories that remain to us – the material of classical plays and poetry, and of visual culture from pottery to pediments – are already elaborations and accretions. In the ancient Greek and Roman world, stories were adapted and remade to serve the needs of the moment. The Greek tragedians often took the germ of an idea from the Homeric epics, and built an entire plot from it. Aeschylus’s Agamemnon, for instance, is in dialogue with Homer’s Odyssey: both are stories of a warrior’s return from war, but with entirely different outcomes. Euripides’s subversive play Helen proposes that the entire Trojan war was fought not in the cause of a real woman, but of an illusory, fake version sent by the gods, while the “real” Helen of Troy sat out the siege in Egypt.
 
Seen in this light, as novelist Pat Barker points out below, the modern appetite for working with (and maybe sometimes against) Greek myth is a part of a long continuum, rather than an innovation. Sometimes stories retold in the modern, or early modern, era have taken remarkably circuitous routes: Barker’s choice, Shakespeare’s Troilus and Cressida, a love story from the Trojan war, came to the playwright not directly from a classical source, but indirectly through a winding lineage including Chaucer and Boccaccio that substantially transforms the story in the process. The artist Chris Ofili, who illustrated my book Greek Myths: A New Retelling, is one of the most mesmerising “retellers” of classical mythology. His deep artistic engagement with this world of stories began for him with Ovid’s epic poem about mythical transformations, Metamorphoses, more than a decade ago. Emily Wilson’s translation of Homer’s Odyssey has also been important for him. But his paintings and drawings are, at the same time, deeply personal, infused with the landscapes and stories of the Caribbean, where he lives and works. Greek myths can travel endlessly through cultures, time and space. Kamila Shamsie’s novel Home Fire, set in modern Britain, Islamic State-controlled Syria and Pakistan, is a reworking of Sophocles’s tragedy, Antigone. Constantine Cavafy – the great Greek poet who lived in Alexandria, Liverpool and Constantinople – infused Homer with his restless spirit in his great poem Ithaka.
 
The story of Orpheus and Eurydice – which had its richest ancient telling in Ovid’s Metamorphoses – seems to be a never-failing power source for artists, including Anaïs Mitchell, who used it in her score and book for the musical Hadestown, and who offers her own favourite classical reworking below. For Brie Larson, the Orpheus story has found intriguing expression in the work of Baz Luhrmann: it is the riptide that flows beneath his film, Moulin Rouge! The poet Alice Oswald has also selected a work of performance and storytelling based on the Orpheus myth, Ben Haggarty’s Orpheus Dismembered. Oswald’s poem Memorial is one of my most treasured retellings of Greek myth. It is a radical stripping-back of Homer’s Iliad, in which almost all the material is removed except for the killing, on the battlefield, of its characters. The resulting work is a spare, monumental parade of the war dead, cut through with her versions of some of Homer’s remarkable extended similes, which reach out beyond the combat zone to the natural world.
 
Writer Daniel Mendelsohn has pointed to a novel that I also love: Mary Renault’s 1958 book, The King Must Die, a brilliant retelling of the story of Theseus and the Minotaur, and proof that novelists have been working closely with mythical material well before the current generation of writers such as Madeline Miller and Barker. The King Must Die is also an important intertext for Rick Riordan’s recommendation: Suzanne Collins’s The Hunger Games, which plays with the Theseus myth refracted through Collins’s reading of Renault’s novel. Collins’s setting for her YA trilogy – a decadent, careless, wealthy “court” that enjoys the spectacle of young people fighting to the death – has a recognisable precursor in Renault’s imagined court of Knossos. Riordan’s own myth-inspired novels, the Percy Jackson series, for younger children, are an utter joy. I gave them all to my nieces when they were young, having read them cover-to-cover myself first – purely for quality-control purposes, of course.
 
The question, so often, is why artists want to keep working with classical myth. It is partly because of that endless malleability: they are living stories, limber and flexible but also tough and durable, a wonderful material to work with. It’s partly, too, because of what they deal with: love, death, heartbreak, reversals of fortune, grief, hatred, revenge, lust for power, desire – the human fundamentals at their most raw, their most bitter, and their most beautiful.
 
Charlotte Higgins
 
SOURCE: MSN

Friday, 1 August 2025

Ποιητικός Αύγουστος

 
Ο Αύγουστος της Ποίησης, της μουσικής, του Ηλιάτορα, του τζιτζικιού, της θάλασσας, των εύχυμων φρούτων... είναι εδώ!
 

“Στα πέτρινα σκαλιά του Αυγούστου”
 
Η καμπάνα του χωρίου που ανοίγεται στον άνεμο
Η κάμπια, ο κρόκος, ο αχινός, το αλφάκι του νερού
Μυριάδες στόματα φωνάζουνε και σε καλούν
Έλα λοιπόν απ’ την αρχή να ζήσουμε τα χρώματα
Ν’ ανακαλύψουμε τα δώρα του γυμνού νησιού
Ρόδινοι και γαλάζιοι τρούλοι θ’ αναστήσουν το αίσθημα
Γενναίο σαν στήθος το αίσθημα έτοιμο να ξαναπετάξει
Έλα λοιπόν να στρώσουμε το φως
Να κοιμηθούμε το γαλάζιο φως στα πέτρινα σκαλιά του Αυγούστου
 
Ξέρεις, κάθε ταξίδι ανοίγεται στα περιστέρια
Όλος ο κόσμος ακουμπάει στη θάλασσα και τη στεριά
Θα πιάσουμε το σύννεφο θα βγούμε από τη συμφορά του χρόνου
Από την άλλην όψη της κακοτυχιάς
Θα παίξουμε τον ήλιο μας στα δάχτυλα
Στις εξοχές της ανοιχτής καρδιάς
Θα δούμε να ξαναγεννιέται ο κόσμος.
 
~*~ Οδυσσέας Ελύτης, Η Γέννηση της Ημέρας,
Απόσπασμα από τους Προσανατολισμούς,1939 ~*~

Tuesday, 29 July 2025

Ονειροτροφείο

 
Μια νέα ελληνοαραβική Ποιητική συλλογή του στοχαστικού και λυρικού Ζακυνθινού Ποιητή Παναγιώτη Καποδίστρια κυκλοφόρησε πρόσφατα (Α’ έκδοση: Απρίλιος 2025), από τις έγκριτες εκδόσεις Εν πλω, με τον τίτλο: «Μια ζωή σε Ονειροτροφείο».
 

Η εν λόγω συλλογή εμπεριέχει 20 Ποιήματα, στην ελληνική και την αραβική γλώσσα, σε αντικρυστές σελίδες, ως άλλα αντίφωνα. Τη μετάφραση επιμελήθηκε ο ελληνομαθής λιβανέζος φιλόλογος και μεταφραστής Ρόνι Μπου Σάμπα. Η ακουαρέλα του εξωφύλλου είναι έργο της Κωνσταντίνας Δήμζα (Κωνένα).


Το βιβλίο προλογίζει ο Θεολόγος, μουσικός και μπλόγκερ Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος, ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει: «...γράφει ποίηση σχεδόν μισό αιώνα! Μια μαθητεία στην ομορφιά! Η ποίησή του δεν είναι εύκολη. Σίγουρα δεν είναι συναισθηματική... Είναι πέρα ως πέρα αληθινή και γι’ αυτό είναι ερωτική, ειρωνική (στη σωστή δοσολογία), ζακυνθινή και οικουμενική μαζί. ...μιλάμε για μια ποίηση στέρεη, αρρενωπή, διαχρονική... Υποδεχόμαστε, λοιπόν, μια έκδοση ζωογόνο και αναστάσιμη, από κάθε άποψη...»!

 
Τα Ποιήματα της παρούσας συλλογής είναι ποικίλης θεματολογίας. Άπτονται δε της Ορθόδοξης Παράδοσης, της φιλοσοφίας, της ιστορίας, της τέχνης, της σύγχρονης ζωής και της μαγευτικής φύσης.

 
Αξίζει οπωσδήποτε να μελετήσει κανείς την υπέροχη αυτή Ποιητική συλλογή, η οποία έχει μια εσωτερική και ακαταμάχητη πνοή που αγγίζει βαθιά την ψυχή κάθε αναγνώστη. Η μαγευτική αύρα των στίχων του δημιουργού διαπερνά την καρδιά, εισχωρώντας αθόρυβα στην ύπαρξη του μελετητή, αιχμαλωτίζοντας τον νου και συγκινώντας την ψυχή. Η λυρική φωνή του φίλου Ποιητή αγγίζει αβίαστα το πιο μύχιο σημείο κάθε ευαίσθητης καρδιάς. Ας είναι το εμπνευσμένο αυτό έργο καλοτάξιδο!

Sunday, 13 July 2025

Το πρόσφορο της Κυριακής


Είναι Κυριακή. Ημέρα εκκλησιασμού. Πηγαίνουμε στην εκκλησία, ανάβουμε το κεράκι μας και προσφέρουμε πρόσφορο για να τελεσθεί το Ιερό Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.


Η εμπνευσμένη Πρεσβυτέρα Καλυψώ Δημητριάδη μας παρουσιάζει ένα δικό της Ποίημα, με τίτλο «Σταγόνα στο προζύμι», που έχει αναφορά ακριβώς σε αυτή την πνευματική πραγματικότητα. Το βίντεο έχει επενδύσει μουσικά ο Μιχάλης Αττιτής.

Sunday, 6 July 2025

Το ChatGPT για τον Τάσο Βυζάντιο

 
Ο Τάσος Βυζάντιος -με το πραγματικό όνομα π. Αναστάσιος Σαλαπάτας- είναι σύγχρονος Έλληνας ποιητής της Διασποράς, ιερέας και ποιητής, με ενεργή παρουσία στο Bristol της Αγγλίας: εκεί κυκλοφορεί η τελευταία συλλογή του «Απάνεμα» (εκδ. Ακακία, 2023).
 

Έργα & θεματολογία
 
·        Απάνεμα (2023): τετράπτυχος ποιητικός κύκλος με 74 σελίδες:
1.     Δίπλα στο ποτάμι - 18 ποιήματα με έμπνευση το Bristol και τον ποταμό Avon (π.χ. «Ημέρα αρχαίου υετού»).
2.     Μεγαλοβδομαδιάτικα - 8 ποιήματα βιωματικά της Μεγάλης Εβδομάδας (π.χ. «Μανδύας πορφυρός», με θρησκευτική συμβολικότητα 12 στίχων).
3.     Πανσέληνοι - 7 ποιήματα αφιερωμένα στις φάσεις της πανσελήνου (π.χ. «Συγκομιδή της φωτιάς»).
4.     Αθωνικά του Bristol - 4 μεταφράσεις από Αγγλικά του Richard Devereux· μαζί με Επεξηγηματικές Σημειώσεις.
 
·        Όπου γης (2009) και Φαεσφόρος αίνος (2009): δύο ποιητικές συλλογές με εκδοτικούς οίκους Ad Libitum και Ούτις, με ύφος συλλογικών ανθολογιών και μεταφράσεων.
 
Ύφος & αξία
 
·        Λιτός, στοχαστικός, συμβολικός: τα ποιήματά του χαρακτηρίζονται από πυκνή εικόνα, με έντονο αίσθημα νοσταλγίας για τις «σταθερές αξίες» και επάνοδο στις ρίζες.
·        Πνευματική παραμυθία: ο ποιητής (ως ιερέας) λειτουργεί σαν «Καλός Σαμαρείτης», «επρίπτει έλαιον και οίνον» – ανακουφίζει, με σιωπή και ουσιαστικές λέξεις, χωρίς να δίνει φρούδες ελπίδες.
·        Μυσταγωγική δομή: συμβολισμοί σε αριθμούς (π.χ. 12 στίχοι = πληρότητα), έμφαση σε ιερούς αριθμούς και συμμετρία, στοιχεία που ανεβάζουν την ανάγνωση σε πνευματική εμπειρία.
 
Προσωπικότητα
 
·        Πνευματικός άνθρωπος: πατήρ Αναστάσιος Σαλαπάτας, ιερέας Ορθόδοξης Εκκλησίας – η ποίηση αποτελεί μετά λειτουργία, συνέχεια της θείας Λειτουργίας, όπως περιγράφει ο ίδιος και ο κριτικός Παν. Καποδίστριας.
·        Μεταφραστής & διεθνής: γνωρίζει Αγγλικά, μεταφράζει ποιήματα (όπως του R. Devereux), ενώνει τη γλώσσα και την πνευματική παράδοση Ελλάδας και Αγγλίας.
·        Απόλυτη σιωπή: η γραφή του τιμά τη σιωπή ως μέσον (όπως λέει και ο Σεφέρης) - η ποίηση «είναι καμωμένη από λόγο και από σιωπή».
 
Συμπέρασμα
 
Ο Τάσος Βυζάντιος διακρίνεται για:
·        την έντονη πνευματική διάσταση, τόσο ως ποιητής όσο και ως ιερέας,
·        το στοχαστικό, αισθητικά καθαρό ύφος του,
·        την ικανότητά του να ενώνει το ελληνικό με το διεθνές, μεταφράζοντας και εμπνέοντας από δύο κόσμους.
 
Αν έψαχνες ποίηση που να αφήνει ήσυχες πληγές, λειτουργική απλότητα και ιερότητα χωρίς φιοριτούρες - ο Βυζάντιος και το «Απάνεμα» είναι μια συνάντηση μ’ αυτά τα στοιχεία.

Saturday, 5 July 2025

Βαγόνι και Ποίημα

 
Δεν το είχα ξανακάνει. Σε κάθε στάση έτρεχα από το ένα βαγόνι στο άλλο. Σκέφθηκα ότι θα με προσέξει ο μηχανοδηγός και θα κάνει καμμιά ανακοίνωση από τα μεγάφωνα του τραίνου.
 

Αλλά ήμουν αποφασισμένος. Ήθελα να βρω, να ελέγξω, να ανακαλύψω, να διαβάσω, να φωτογραφίσω... το Ποίημα σε κάθε βαγόνι!
 
Κάθε βαγόνι και Ποίημα!
 
Σε ένα από αυτά βρήκα το Ποίημα της παρούσας ανάρτησης... το... Τζάμι!
 
Είναι εξαιρετικά πρωτότυπο στιχούργημα της νεαρής (21 ετών) Σκωτζέζας (από το Εδιμβούργο) βραβευμένης Ποιήτριας Anna Gilmore Heezen, η οποία παρατηρεί με ευγένεια και γλυκύτητα μια οικιακή μύγα, μέσα στη ζέστη του Αυγούστου...
 
Βαγόνι, Ποίημα, διαλεκτική...

Friday, 27 June 2025

Θυγατέρα

 
Ο Μενέλαος Λουντέμης έχει συγγράψει ένα βιβλίο με τίτλο: «Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους»!
 

Εγώ κάποτε κυνηγούσα ηλιοβασιλέματα και πανσελήνους, με σκοπό να λάβω εικόνες και εμπειρίες, που θα μπορούσα να μετουσιώσω σε στίχους.
 
Κατά την πρόσφατη (μετα)κίνησή μου στο μετρό του Λονδίνου, ειδικά δε στη γραμμή Jubilee, κυνηγούσα, τρέχοντας απο βαγόνι σε βαγόνι, Ποιήματα.
 
Σε ένα από τα βαγόνια αυτά βρήκα αναρτημένο το Ποίημα της παρούσας δημοσίευσης, με τον τίτλο «Θυγατέρα», στιχουργημένο από τον Παλαιστίνιο Ποιητή Mosab Abu Toha.
 
Το Ποίημα του Mosab Abu Toha «Θυγατέρα» είναι ένα δυνατό και συγκινητικό κομμάτι μέσα στη συλλογή του «Δάσος του Θορύβου».
 
Σύμφωνα με το The New Yorker, το Ποίημα εξερευνά θέματα απώλειας, εκτοπισμού και του αντίκτυπου της σύγκρουσης σε μια οικογένεια, ιδιαίτερα μέσα από τα μάτια της μικρής κόρης του.
 
Το Ποίημα απεικονίζει τα σχέδια ενός παιδιού, τα ξεθωριασμένα χρώματά τους και τη σκληρή πραγματικότητα της καταστροφής του σπιτιού τους σε μια αεροπορική επιδρομή, αφήνοντας μόνο ερείπια και σιωπή.