Wednesday, 28 February 2018

Το τέλος του Γιώργου Σαραντάρη

Μέσα στην λασπωμένη από τις μικρότητες της καθημερινότητας ζωή του σημερινού Έλληνα πολίτη, η μνήμη του θανάτου ενός δικαίου, νέου στην ηλικία και ιδιοφυούς ποιητή και στοχαστή μας δίνει κουράγιο να συνεχίσουμε να προσπαθούμε να ζήσουμε με μιαν ελπίδα, την ελπίδα «μιας άλλης χαράς». 25 Φεβρουαρίου 1941. Την ημέρα εκείνη έσβησε το καντήλι του  Γιώργου Σαραντάρη.


Ασθενικός, καχεκτικός και με αυξημένη μυωπία, ο Σαραντάρης πολέμησε στην πρώτη γραμμή του ελληνοϊταλικού μετώπου. Φυσικό ήταν να λυγίσει σωματικά, υπερασπιζόμενος την Πατρίδα. Ετοιμοθάνατο τον άφησαν στην τύχη του. Εκείνος ζούσε κιόλας την «άλλη χαρά». Εγκαταλελειμμένος από το στράτευμα γύρισε και πέθανε  σε μια ιδιωτική κλινική των Αθηνών... Η κηδεία του στην εκκλησία του Α΄ Νεκροταφείου, με παρόντες λίγους, συγγενείς και φίλους. Το φέρετρό του σκεπασμένο με την ελληνική σημαία. Η μόνη ηθική ανταμοιβή που έλαβε, για όσα προσέφερε στην Πατρίδα.

Η «Καθημερινή» ανακοίνωσε, στις 2 Μαρτίου 1941, με ένα σύντομο κείμενο στην πρώτη σελίδα, τον θάνατό του: «Μεταξύ των ηρωικώς πεσόντων εις τον αγώνα κατά της ιταλικής βαρβαρότητος καταλέγεται και ο νέος λόγιος Γεώργιος Σαραντάρης. Ο Γ. Σαραντάρης ήτο από τους αξιολόγους ποιητάς της νέας γενεάς, δημοσιεύσας τρεις ποιητικάς συλλογάς και δύο φιλοσοφικά δοκίμια. (Σημ. Στην πραγματικότητα ήσαν πέντε οι ποιητικές συλλογές του και τρία τα φιλοσοφικά του δοκίμια). Υπήρξε συνεργάτης της φιλολογικής σελίδος της “Καθημερινής”, δημοσιεύσας σημειώματα δι’ άλλους νέους λογοτέχνας, ως και στίχους του. Στρατιώτης εις το αλβανικόν μέτωπον, προσέφερε την ζωήν του υπέρ του αγωνιζομένου Έθνους. Λόγω των πολεμικών ημερών περιοριζόμεθα εις τας ολίγας αυτάς γραμμάς εις μνήμην του εκλιπόντος διανοουμένου».

Ο φίλος του ποιητή, ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος, έγραψε στο βιβλίο του «Φήμη απόντων» (Εκδ. Καστανιώτη) για τον θάνατο του ποιητή και στοχαστή: «Ας μου επιτραπεί να βεβαιώσω πως είχε ο Σαραντάρης, τις τελευταίες ημέρες της ζωής του, νικήσει τον φόβο του θανάτου... Ήταν γαλήνιος ενώπιον του θανάτου και ψιθύριζε προς τους νέους που τον είχαν επισκεφθεί παραινέσεις για εμμονή στον δρόμο της αρετής, υψωμένος ήδη ο ίδιος στην σφαίρα της αγιότητας».

Ο Ανδρέας Καραντώνης, κριτικός και συνεκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού «Νέα Γράμματα», σημειώνει αργότερα πως τα τελευταία  ποιήματα του Σαραντάρη αντανακλούσαν «μια πνευματική και ψυχική ευδαιμονία, είτε ως ένα τέρμα της πνευματικής του πορείας, είτε ως το θριαμβευτικό εξάγγελμα αυτής της “άλλης χαράς”, που την ένιωθε να ξημερώνει μέσα του, καθώς αγκάλιαζε ολοένα και πιο σφικτά τον Σταυρό του Κυρίου».

H μηδενιστική και ηδονιστική ιντελιγκέντσια απορρίπτει τον Σαραντάρη και τον αγνοεί. Όμως, όπως πάλι γράφει ο Καραντώνης, «για ένα μπορούμε να είμαστε βέβαιοι: ο γνήσιος πνευματικός άνθρωπος, μ’ ό,τι κι αν κάνει, όπου κι αν βρεθεί, ποτέ δεν κινδυνεύει να χαθεί. Και ο Γιώργος Σαραντάρης δε χάθηκε για την πνευματική Ελλάδα».

Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Tuesday, 27 February 2018

Περίαπτον εξ Αθηνών

Ο παρών ιστολόγος αισθάνεται ιδιαίτερη εύνοια και περιποίηση για το πολύτιμο δώρο που έλαβε από αγαπημένο πρόσωπο, από τη ζαφειρόπετρα Αθήνα μας.


Το δώρο αυτό, που είναι φυλαχτό, το περίφημο περίαπτον των αρχαίων Ελλήνων, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία με τα οποία επιδιώκεται άλλοτε η αποτροπή και πρόληψη κακού και άλλοτε η επίτευξη αγαθού και ευδαιμονίας.


Η ερμηνεία που το συνοδεύει έχει ως εξής: «Οι ασπρόμαυρες πέτρες λέγονται ίασπις, είναι ημιπολύτιμος λίθος, τα άλλα 2 ξύλινα είναι λιβάνια τορναρισμένα 5 φορές με φυσική επάλειψη από κερί μέλισσας. Το λιβάνι παρέχει προστασία κι ο ίασπις το ίδιο».


Όπως είναι ήδη ορατό, το εν λόγω φυλακτήριο έλαβε ήδη θέση σε κεντρικό σημείο της δικής μας σφαίρας, του προσωπικού μας κόσμου!

Monday, 26 February 2018

Προσδοκίες...

(ἤ , Τῆς Μ. Σαρακοστῆς τὸ εὐχετήριο νόημα)


Κάθε χρόνο αὐτὲς τὶς ἡμέρες ἀκούγεται κατὰ κόρον ἡ εὐχή: «Καλὴ Σαρακοστή», ὅπως ἐπίσης ἀκροώμεθα ἀπὸ τὰ Μ.Μ.Ε., πὼς οἱ καταναλωτὲς προμηθεύτηκαν τὰ σαρακοστιανὰ ἐδέσματα κ.ἄ. παρόμοια. Καὶ γιὰ νὰ εἴμαστε εἰλικρινεῖς, αὐτὴ εἶναι κι ἡ ἀλήθεια: ὅτι δηλαδή μὲ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα ἔχουμε ἔναρξη τῆς ἱερώτερης περιόδου τοῦ λεγομένου ἐτησίου λειτουργικοῦ κύκλου τῆς Ἐκκλησίας μας. Μὲ λίγα λόγια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τὴν ὁποία ὅλοι θυμοῦνται, ἀλλὰ τὸ ἐρώτημα εἶναι: πῶς καὶ γιατὶ τὴ θυμοῦνται. Κι αὐτὸ ἀσφαλῶς πρέπει ν᾿ ἐρευνηθεῖ.

Ἤδη  ἔγινε ἡ  σύγχυση,  κι ἔτσι ἡ λέξη Ἀπόκρεω, Ἀποκριά, ποὺ ἀφορᾶ τὴν τρίτη Κυριακὴ τοῦ Τριωδίου, νὰ μπερδευτεῖ καὶ μὲ τὴν ἑπόμενη Κυριακή, τῆς Τυρινῆς, τὴν ὁποία καὶ ὀνομάζουν τελευταία Ἀποκριά. Γιατί, σύμφωνα μὲ τὰ ὅσα ἔχουμε παραλάβει ἀπὸ τοὺς πατέρες μας, τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω, σταματᾶμε τὴν βρώση τοῦ κρέατος κι ἀρχίζουμε ἀπὸ τὴ Δευτέρα τὴ λευκὴ λεγομένη νηστεία. Ποὺ σημαίνει,  ὅτι ἀρχίζει σταδιακὰ  τὸ μέγα ἄθλημα τῆς ἐγκρατείας,  τὸ ὁποῖο οὐσιαστικὰ πραγματοποιεῖται τὴ Μ. Σαρακοστή. Ἀπὸ Καθαρὰ Δευτέρα δηλαδή, μέχρι καὶ τὴν Παρασκευὴ τῆς λεγομένης ἑβδομάδος τῶν Βαΐων. Γιὰ νὰ περιμένουμε μετὰ τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα καὶ τὸ Πάσχα.

Καλὴ Σαρακοστή, λοιπόν, εὐχόμαστε τὴν Καθαρὰ Δευτέρα. Καί, μάλιστα, κοιτάζουμε τὰ ἐδέσματα τῆς ἡμέρας αὐτῆς νὰ εἶναι νηστίσιμα.

Δυστυχῶς ὅμως. Γιατὶ μένουμε μονάχα στὶς πρόχειρες συνήθειες καὶ στὶς ἀκόμα πιὸ πρόχειρες, καὶ δίχως νὰ τὶς πιστεύουμε, εὐχές. Ἔτσι λέμε Καλὴ Σαρακοστή, ὅμως δὲν τὴν τιμᾶμε καὶ πιὸ πολὺ περισσότερο, οὔτε κἄν τὴν τηροῦμε. Γιατὶ ὅλος μας ὁ ζῆλος ἐξαντλεῖται τὴν πρώτη ἡμέρα. Τὴν ἡμέρα δηλαδή,  τῆς  Καθαρᾶς Δευτέρας, ἐπειδὴ ἀπὸ τὴν Τρίτη ξαναρχίζουμε τὶς ἴδιες μας συνήθειες. Τὸν ἴδιο τρόπο διατροφῆς καὶ ζωῆς, ποὺ εἴχαμε μέχρι τήν Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς.  

Αὐτὸ τὸ ψευδές, λοιπόν, γεγονὸς ποὺ ζοῦμε -ἔστω καὶ μιὰ μέρα τὸ χρόνο- ἴσως κάποτε νὰ πρέπει νὰ πάψει ἤ ἔστω νὰ βελτιωθεῖ. Γιατὶ τὸ νὰ ζοῦμε μὲ ψευδαισθήσεις,  αὐτὸ εἶναι ὅ,τι τὸ χειρότερο, τὸ ὁποῖο στὸ τέλος μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἀπόγνωση ἤ στὴν πόρωση. Ἔτσι, ἀφοῦ ἀποφασίζουμε νὰ κάνουμε τὸ ταξίδι μας μέσα στὸ πάντερπνο τοπίο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, τί μᾶς πειράζει, ἄραγε, νὰ τὸ συνεχίσουμε; Ἔτσι, γιὰ συνειδητοποιήσουμε ἐπιτέλους γιατὶ λέμε κι εὐχόμαστε, «Καλὴ Σαρακοστή». Τί ἐπιτέλους εἶναι αὐτὴ ἡ Σαρακοστή, γιατὶ παρουσιάζεται στὴ ζωή μας, ποιὲς οἱ ὠφέλειες ποὺ μᾶς προσφέρει. Καὶ στὸ κάτω-κάτω τῆς γραφῆς ἔτσι χωρὶς λόγο τὴν παρουσιάζει ἡ Ἐκκλησία, ὡς τὴν ἱερώτερη περίοδο τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους;

«Ὅταν κάποιος ξεκινάει γιὰ ἕνα ταξίδι -θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἀείμνηστος π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν- θὰ πρέπει νὰ ξέρει ποῦ πηγαίνει. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ εἶναι ἕνα πνευματικὸ ταξίδι ποὺ προορισμός του εἶναι τὸ Πάσχα, ἡ «Ἑορτὴ  Ἑορτῶν». Εἶναι ἡ πρετοιμασία γιὰ τὴν «πλήρωση τοῦ Πάσχα, ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ Ἀποκάλυψη». Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ἀρχίσουμε μὲ τὴν προσπάθεια νὰ καταλάβουμε αὐτὴ τὴ σχέση ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὴ Σαρακοστὴ καὶ τὸ Πάσχα... [γιατὶ] εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἐξηγήσουμε ὅτι τὸ Πάσχα εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο  ἀπὸ μιὰ γιορτὴ, πολὺ πέρα ἀπὸ μιὰ ἐτήσια ἀνάμνηση ἑνὸς γεγονότος ποὺ πέρασε. ὁ καθένας ποὺ ἔστω καὶ μιὰ φορὰ ἔζησε αὐτὴ τὴ νύχτα «τὴ σωτήριο, τὴ φωταυγῆ καὶ λαμπροφόρο», ποὺ γεύτηκε ἐκείνη τὴ μοναδικὴ χαρά, τὸ ξέρει αὐτό».

Ἕνα εἶναι βέβαιο, πὼς ὅσοι εὔχονται τὴν Καθαρὰ Δευτέρα «Καλή Σαρακοστή» καὶ γεύονται τὰ νηστίσιμα ἐδέσματα, ἔστω κι αὐτὴ τὴ μέρα μονάχα, οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτούς ἤ ἔστω σχεδὸν ὅλοι, τὴ Νύχτα τοῦ Πασχα εἶναι παρόντες στὴν τελετὴ τῆς Ἀναστάσεως μὲ τὴν ἀναμμένη τους λαμπάδα στὸ χέρι καὶ τὸ φτερούγισμα τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς συγκίνησης στὴν ψυχή.  

Εἶναι, βέβαια,  ἀλήθεια,  πὼς ἀπὸ ἀπὸ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα ἴσαμε τὴ βραδυὰ τοῦ Μ.  Σαββάτου τὸ χρονικὸ διάστημα ποὺ ὑφίσταται,  εἶναι ἀρκετὰ μεγάλο - κοντὰ δυὸ μῆνες. Ὅμως ἕνα πράγμα θὰ πρέπει νὰ προσεχτεῖ ἐδῶ, καὶ μάλιστα μὲ τὴ δέουσα  ἱεροπρέπεια, γιατὶ ὅπως διαπιστώνει ὁ κάθε ἔμπειρος ποιμένας, κάποιο μυστικὸ νῆμα δένει αύτὲς  τὶς δύο ἡμέρες. Κι αὐτὸ εἶναι ἡ προσδοκία:  Ἡ προσδοκία τῆς ἀναστάσιμης χαρᾶς καὶ εὐλογίας. Αὐτῆς τῆς χαρᾶς ποὺ δὲ μποροῦν νὰ καταλάβουν οἱ ἄνθρωποι, ὡστόσο τὴν ἀναζητοῦν.

π. Κ.Ν. Καλλιανός