Έτσι
έλεγε η γιαγιά μου τα λουλούδια με το κόκκινο της φωτιάς χρώμα στην γλάστρα
δίπλα στην εξώπορτά της. <Σμαρώ, ε Σμαρώ, μην ποτίσεις την γλάστρα,
την πότισα>, φώναζε στην συνυφάδα της που είχε την μανία να παραποτίζει τις
γλάστρες. Χήρες και οι δυό από χρόνια, σοβαρές και αυστηρές, η κάθε μιά στο
είδος της, συγκατοικούσαν στο πατρογονικό σπίτι του παππού. Συγκατοικούσαν μεν,
ίδια πόρτα, αλλά ανεξάρτητες η μια από την άλλη δε, η κάθε μιά τον
μπουτσέ (προϋπολογισμό) της. Φυσικά μοιράζονταν τα βεργκιά (φόρους) και
τους λογαριασμούς του νερού και του ηλεκτρικού.
Ήταν βέβαια και η αλλη συνυφάδα, η <πες και γέλα>, λιγότερο αυστηρή,
θεία Μαρούλα ή Μαρουλιώ, ανάλογα ποιός την φώναζε, στο ίδιο σπίτι αλλά με
άλλη εξώπορτα, χήρα και αυτή με τον δικό της μπουτσέ, αλλά με συμμετοχή
στους υπόλοιπους λογαριασμούς, Δηλαδή, οι λογαριασμοί κομμένοι στα τρία. Οι
τρεις συννυφάδες τα καλοπερνούσαν, είχαν βέβαια τις μικροπροστριβές τους,
δεν μπορούσαν να συμφωνούν σε όλα, ένα σου και ένα μου και ένα παραπάνω. Όταν έπαιρνε
να βραδιάζει τα καλοκαίρια τα ζεστά, η κάθε μια με το εργόχειρο στο χέρι,
το έριχναν στην κουβέντα μέχρι να σκοτεινιάσει. Κανένα στρίφωμα, και κάποιος
ποδόγυρος, κάποια τσέπη που είχε τρυπήσει και έπεφταν τα κέρματα, καμιά κάλτσα για ρούντισμα (καρίκωμα), μπιμπίλες με πατητή βελονιά
στις πετσέτες της κουζίνας και τα ατελείωτα μέτρα
νταντέλας της γιαγιάς μου, σαν αυτό πού λέει <Νταντέλα πλέκει και δεν
αδειάζει να κουβεντιάζει>.
Μια
χαρά τα πήγαινα με τις σαρδέλες μέχρι που εμφανίστηκε το τραγούδι του Ελληνικού
κινηματογράφου που μιλούσε για ένα γεράνι κόκκινο που λουλούδισε στη
γλάστρα. Ως δια μαγείας οι σαρδέλες κόπηκαν από το λεξιλόγιό μου και
αντικαταστάθηκαν με γεράνια. Ακουγόταν πιο ρομαντικό.
Πρωτομαγιά.
Χιλιάδες ποιήματα και τραγούδια έχουν γραφτεί, γράφονται και θα γράφονται
όσο θα υπάρχουν Πρωτομαγιές, θα πλέκονται στεφάνια για τις μπροστινές πόρτες
σπιτιών και διαμερισμάτων. Υπάρχουν και τα έτοιμα, ακόμη και πλαστικά (ό Θεός
να φυλάει!), πως να τα κάψει κανείς αυτά στις φωτιές του Αη-Γιαννιού;
Έτσι
που λέτε και με τον νου να περπατά στον τόσο καλοσκουπισμένο χωματόδρομο που οι
τρεις συννυφάδες καθόταν μπροστά από το κατώφλι τους, με την λιγνή
κληματαριά που έγερνε το κεφάλι της για να μην χάσει λέξη από τις
κουβέντες που αράδειαζαν οι κυράδες στο Τζιρά σοκάκ όταν μάζευαν τα εργόχειρά
τους, πήρα τον δρόμο για τo τσαρσί (αγορά). Κατηφορικό το μονοπάτι, με τις
φουντωμένες λευκές αγριοπασχαλιές που προσπαθούσαν να με αγκαλιάσουν και
ως που να το καταλάβω βρέθηκα μπροστά στο λουλουδάδικο. Μια σειρά από
κόκκινα γεράνια υποδέχτηκαν το βλέμμα μου. Σκέτος πειρασμός.
Θυμήθηκα
μια χρονιά που η πρώτη του Μάη ήταν η δεύτερη μέρα του Πάσχα,
όταν αποφασίσαμε να εκδράμουμε στο Polonεzkoy και ας μην είχαν
ωριμάσει ακόμα τα κεράσια. Αφού πρώτα εκκλησιαστήκαμε στην Αγία Παρασκευή,
όχι στην δική μας στα Θεραπειά αλλά στου Beykoz, Παρασκευές και Άγιες και οι
δύο, σχεδόν αντικριστά, με τον Βόσπορο μόνο ανάμεσά τους, δεν θα
κακοφαινόταν και πολύ στη δική μας αν γινόταν και κάποια απουσία από
πλευράς μας. Φυσικά είχαμε την δικαιολογία πως εκτός της αλλαγής σκηνικού,
θα ακούαμε τον λογιώτατο Μητροπολίτη Χαλκηδόνος που θα κήρυττε -θα έβγαζε λόγο,
όπως συνηθίζαμε να λέμε στην απλή καθημερινή μας διάλεκτο. Χριστός
Ανέστη λοιπόν στο Μπέικοζ, πικ-νικ με τα κεφτεδάκια και τα κόκκινα αυγά μας,
τους απαραίτητους τσίρους με ξύδι και άνηθο, ευχάριστη συντροφιά και
γραμμή για το Πολονεζκιοϊ. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου.
Μια
άλλη Πρωτομαγιά και η πρώτη στην Αθήνα. Ένα ποταμάκι με λιγοστό νερό
και μια μικρή γέφυρα από πάνω και στη μια πλευρά όργιαζε ένας θάμνος από
μεγάλες μαργαρίτες. Νωρίς το πρωί μάζεψα μια αρμαθιά
και τργουδώντας <pour jouer et cueillir des
fleurs...>, τραγουδάκι που είχα μάθει στο Γαλλικό Σχολείο έπλεξα ένα
στεφάνι. Ευχαριστημένη απ’ τα έργα των χειρών μου το κρέμασα στο
μπαλκόνι. Ακολουθώντας τα άρματα της Πρωτομαγιάς που περνούσαν μπροστά από το
σπίτι μας, τραβήξαμε για την Νέα Φιλαδέλφεια όπου εκεί γινόταν ξεφάντωμα.
Είχε πια για τα καλά σκοτεινιάσει και το στεφάνι έλειπε. Με έπιασαν τα
κλάματα. <Θα κάνουμε άλλο> είπε ο μπαμπάς μου, <θα έρθω να πάμε μαζί,
να κόψουμε μαργαρίτες τώρα> πρόσθεσε. Δεν πήγαμε, η μαγεία είχε
χαθεί. Αχ μαργαρίτα, μαγιοπούλα...
Αλλαγή
σκηνικού, μακριά, εδώ και χρόνια πλέον, πολύ μακριά από την πατρώα γη. Έτσι
ήρθαν τα πράγματα. Στο περιβόλι μας ανθίζουν Πασχαλιές, δύο δέντρα, πλάι
- πλάι. Λιλά τα λουλούδια τους, διαφορετικές αποχρώσεις του καθενός. Στα πόδια
τους, κρινάκια του αγρού, αυτά τα λεπτεπίλεπτα κερένια ανθάκια που σκορπίζουν
τις ευωδιές τους με κάθε φύσημα του αγέρα και μπλέ καμπανούλες με
περίμεναν. Πανδαισία στην όσφρηση. Λείπει όμως η μυρωδιά της θάλασσας, λείπει ο
Βόσπορος...
Άδειασα
την αγκαλιά μου από τις κόκκινες σαν φωτιές σαρδέλες -για να ξαναθυμηθώ και το
παλιό μου λεξιλόγιο. Θα τις φυτέψω δεξιά και αριστερά της εξώπορτας, θα
τις κανακεύω και όταν τις ποτίζω θα σκέπτομαι την θεία Σμαρώ.
Δεν
θα πλέξω στεφάνι. Ένα μπουκέτο με πασχαλιές, κρινάκια του αγρού, καμπανούλες
και μια κόκκινη σαρδελιά στην μέση, αρκεί, έτσι για το καλό.
Νίκη Beales
Πρωτομαγιά
2026
Μπάκινγκχαμ
Αγγλία
No comments:
Post a Comment