Monday, 29 November 2021

Ἄρωμα Χριστουγέννων

 
…ἤ περιμένοντας τὸν μῆνα Δεκέμβριο
 

Ὄχι, δὲν εἶναι ὁ ἔσχατος τοῦ χρόνου μῆνας ὁ Δεκέμβριος ποὺ μᾶς ἔκαμε τὴ χάρη καὶ μᾶς ἐπισκέφτηκε κι ἐφέτος. Εἶναι ὁ πιὸ τρυφερὸς μῆνας ὅλου τοῦ χρόνου, γιατὶ μᾶς προετοιμάζει γιὰ τὴν στοργικὴ καὶ μεγάλη Γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων καὶ πολὺ περισσότερο μᾶς ξαναγυρίζει στὰ χρόνια ἐκεῖνα ποὺ εὐωδιάζουν ἀθωότητα καὶ ἄμετρη συγκίνηση: Τὰ χρόνια τῆς παιδικῆς ἡλικίας, τότε ποὺ μετρούσαμε τὶς μέρες γιὰ νὰ φτάσει ὁ καιρὸς ὁποῦ θὰ κλείσουν τὰ Σχολεῖα καὶ θὰ χαιρόμαστε τὶς διακοπὲς τοῦ Δωδεκαημέρου.
 
Ὡστόσο ὁ Δεκέμβριος μὲ τὰ Νικολοβάρβαρα, τὶς ἄλλες γιορτὲς τῶν Ἁγίων φωτίζει καὶ τὸν προεόρτιο δρόμο μας καὶ μᾶς γαληνεύει τὴν ψυχὴ μὲ τὴν εἰκόνα πραότητος π.χ. τοῦ Ἁγίου τῶν θαλασσῶν Νικολάου, τὴν φιλότιμη μορφὴ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος, ὁ ὁποῖος «ἀγγέλους ἔσχε συλλειτουργοῦντας» τον, ὁ Προφήτης Δανιὴλ μὲ τοὺς Ἁγίους Προπάτορες ποὺ μᾶς γνέφουν νὰ προσεγγίσουμε «ἐν πίστει τὸ Μυστήριον» τῶν τοῦ Χριστοῦ Γεννῶν καὶ νὰ προευτρεπίσουμε τῶν Χριστουγέννων τὰς εἰσόδους.
 
Δεκέμβριος, λοιπόν... Μὲ τοὺς φωταγωγημένους δρόμους, τὰ σπίτια, τὰ καταστήματα. Φῶτα ποικίλα καὶ ἑλκυστικά. Ποὺ στολίζουν Χριστουγεννιάτικα δέντρα, προσόψεις σπιτιῶν, πλατεῖες, δρόμους. Ὡστόσο, τὸ ζητούμενο δὲν εἶναι αὐτό, γιατὶ ὅπως λέει κι ὁ ποιητὴς «Οἱ βιτρίνες δὲν ἀνασταίνουν τὸν παράδεισό μου» (Π.Β. Πάσχος). Καὶ τὸν Παράδεισο, ἄν μᾶς ἐνδιαφέρει, θὰ χρειαστεὶ νὰ τὸν ἀναζητήσουμε σὲ μιὰ σπηλιά. «Δεῦτε λάβωμεν τὰ τοῦ Παραδείσου ἔνδον σπηλαίου» μᾶς συμβουλεύει ἡ Ἐκκλησία, ὅπως ἐπίσης μᾶς προτρέπει κι ἄλλο ἕνα πρᾶγμα: Νὰ ἀναζητήσουμε μέσα στὰ πολλὰ καὶ ποικιλόχρωμα φῶτα «τὸ φῶς τὸ τῆς Γνώσεως». Κι ὄλοι ξέρουμε ποιὸ εἶναι αὐτὸ τὸ φῶς, λιγοστοὶ, ἐλάχιστοι ὅμως τὸ ἀναζητοῦμε... Γιατί, τάχα;
 
π. Κων. Ν. Καλλιανός

Wednesday, 24 November 2021

Νικηφόρος Θεοτόκης

 
Ζηλωτής Παιδείας και Ορθοδοξίας
 

Ο Νικηφόρος Θεοτόκης (1731-1800), Αρχιεπίσκοπος της Ρωσικής τότε Επαρχίας Σλαβινίου και Χερσώνος και μετά Αρχιεπίσκοπος Αστραχανίου και Σταυρουπόλεως, εγένετο, όπως γράφει ο Κωνσταντίνος Σάθας, «ένας εκ των πολυμαθεστέρων και φιλοπόνων συγγραφέων του ΙΗ΄ αιώνος και ήταν πρόμαχος της Ορθοδοξίας και ζηλωτής της Παιδείας ένθερμος» (Κων. Σάθα «Νεοελληνική Φιλολογία - Βιογραφίαι των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Ελλήνων (1453-1821)», Εν Αθήναις, εκ της Τυπογραφίας Ανδρ. Κορομηλά, 1868, σελ. 583).  
 
Η βιογραφία και το  έργο του Αρχιεπισκόπου Νικηφόρου Θεοτόκη είναι αποστομωτική απάντηση στους ιδεολόγους του «Νεοελληνικού Διαφωτισμού». Οι Έλληνες τον 18ο αιώνα δεν ήσαν οι πρωτόγονοι ιθαγενείς, που ήρθαν οι αποικιοκράτες να τους εκπολιτίσουν. Ήσαν στη νοοτροπία «παίδες», όπως γράφει ο Πλάτωνας στον «Τίμαιο». Πάντοτε τους αρέσει να μαζεύουν γνώσεις από άλλους πολιτισμούς, να τις αφομοιώνουν  και να τις προσαρμόζουν στον δικό τους πολιτισμό.
 
Ο Νικηφόρος Θεοτόκης ήταν σπουδαίος θεολόγος και ποιμένας, αλλά και εξαίρετος θετικός επιστήμονας. Ιδιαίτερη επίδοση είχε στα ανώτερα μαθηματικά. Ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ στην «Απολογία» του γράφει χαρακτηριστικά: «Είς μόνος κυρίως ήτον πεφυκώς προς την αναπλήρωσιν μιας τοσαύτης χρείας του ταλαιπώρου Γένους (Σημ. γρ. Περί γνώσεως των ανωτέρων μαθηματικών), ο περίβλεπτος Θεοτόκης. Πλήρης, σαφής, απέριττος, και πνέων αεί ζήλον ακραιφνή υπέρ της ωφελείας του κοινού, μόνος έμελλε να προικίση τα ημέτερα σχολεία μετά πάντων των αναγκαίων αυτοίς είτε των μαθηματικών, είτε και των λοιπών φυσικών» (Ιωσήπου του Μοισιόδακος «Απολογία», Μέρος Πρώτον, Εν τη Βιέννη της Αυστρίας, 1780, Ανατύπωση, εκδόσεις «Ερμής», 1976, σελ.  43).  
 
Τα «Μαθηματικά» του Θεοτόκη τυπώθηκαν στη Μόσχα το 1798 - 1799, λίγο πριν από το θάνατο του. Η έλλειψη στους Έλληνες βιβλίου Μαθηματικών, που να περιέχει την Ανωτέρα Άλγεβρα και τον Απειροστικό Λογισμό ήταν εμφανής. Γι’ αυτό και έγινε ανάρπαστο το βιβλίο του Θεοτόκη. Π.χ. σε επιστολή του προς τους Ζωσιμάδες, στις 15/5/1802, ο Αρχιεπίσκοπος Ελασσώνος Δομένικος Ιωαννίκιος, παραπονείται ότι δεν έφτασε το βιβλίο των Μαθηματικών του Θεοτόκη στη Σχολή της Τσαριτσάνης. Το 1803 ο Κούμας ζητάει από τον κληρικό και λόγιο Ιωνά Σπαρμιώτη να του στείλει αντίτυπα των Μαθηματικών του Θεοτόκη, αλλά αυτός του απαντά ότι «τα Θεοτόκεια εξέλιπον διανεμηθέντα» και του αποστέλλει «το Μπαλάνιον Μαθηματικόν». Τέλος σώζονται επιστολές του ιερομάρτυρος και δασκάλου του Γένους Μητροπολίτη Φιλαδελφείας και μετά Αδριανουπόλεως Δωροθέου Πρωΐου προς τον Βενιαμίν τον Λέσβιο, που τον ενημερώνει ότι «49 αντίτυπα των Μαθηματικών του Θεοτόκη εστάλησαν στη Σχολή Κουρουτσεσμέ της Κωνσταντινούπολης, από τα οποία 8 πήγαν στις Κυδωνίες» (Μιχάλη Λάμπρου «Τα μη στοιχειώδη μαθηματικά κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας - Η περίπτωση του Νικηφόρου Θεοτόκη», από τον τόμο «Οι μαθηματικές επιστήμες στην Τουρκοκρατία», Εκδ. Ελλ. Ετ. Ιστορίας των Επιστημών και της Τεχνολογίας και του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα, 1990, σελ. 16-17).  
 
Περίφημο έργο του Θεοτόκη είναι η Φυσική του. Κυκλοφόρησε το 1767 στη Λειψία και δεν είναι δυνατόν να μελετηθεί χωρίς βαθειά γνώση των σύγχρονων, για την εποχή εκείνη και αρκετά προχωρημένων, Μαθηματικών. Ο χαρακτηρισμός της Φυσικής αυτής του Θεοτόκη ως «εφαρμοσμένης Μαθηματικής» από τον Κούμα, είναι επιτυχής (Κων. Κούμα «Ιστορία των Ανθρωπίνων πράξεων», Βιέννη, 1832, τόμος ΙΒ΄, σελ. 564). Σημειώνεται ότι στο βιβλίο του «Στοιχεία Φυσικής» ο Θεοτόκης αναφέρει και ορισμένα ιατρικά θέματα, στις υποσημειώσεις των οποίων καταχωρίζει και κείμενα των αρχαίων Ελλήνων κλασσικών ιατρών (Βλ. σχ. Άρθρο Δρος Δημητρίου Καραμπερόπουλου «Η ιατρική σκέψη μέσα από τα βιβλία Φυσικής της προεπαναστατικής περιόδου» εις Τόμο του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών «Οι επιστήμες στον Ελληνικό χώρο», Έκδ. «Τροχαλία», Αθήνα, 1997, σελ. 226). 
 
Ο Έλληνας διακεκριμένος πολυεπιστήμονας Νικηφόρος Θεοτόκης, γνώστης των πιο προχωρημένων γνώσεων και επιστημών της εποχής του, πολέμησε τις προλήψεις και δεισιδαιμονίες, δείχνοντας ότι η Εκκλησία είναι εναντίον τους. Δίδαξε το προφητικό, ότι «αυτά που σήμερα είναι δύσληπτα και ακατανόητα, αύριο μπορούν με το πείραμα και την έρευνα να καταστούν εύληπτα» (Γιάννη Καρά «Οι θετικές επιστήμες στον ελληνικό χώρο - 15ος έως 19ος αιώνας», Εκδ. «Δαίδαλος», Ι. Ζαχαρόπουλου, Αθήνα, 1991, σελ. 98-99).
 
Όμως ήταν και εξαίρετος θεολόγος και ποιμένας. Ένα από τα σπουδαιότερα ποιμαντικά έργα του Θεοτόκη είναι το «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ», ήτοι «Ερμηνεία ... εις τα κατά πάσαν Κυριακήν εν ταις αγίαις των Ορθοδόξων Χριστιανών Εκκλησίαις αναγιγνωσκόμενα Ευαγγέλια». Τυπώθηκε στη Μόσχα το 1796. Έκτοτε έχει κατ’ επανάληψη ανατυπωθεί. Σημαντικό σύγγραμμά του είναι και η «Απόκρισις ορθοδόξου τινός περί της των Κατολικών δυναστείας και περί του τίνες οι Σχίσται, οι Σχισματικοί και οι Εσχισμένοι, και περί της βαρβαρικώς λεγομένης Ουνίας και Ουνίτων» (Εν Χάλλη, 1775). Ανατυπώθηκε το 1851 στην Κέρκυρα και το 1853 στην Αθήνα.
 
Στο «Κυριακοδρόμιο» παροτρύνει ο Θεοτόκης τον κάθε αναγνώστη του να φροντίζει πρώτα την ψυχή του: «Μη παρερχέσθω ημέρα χωρίς μελέτης των περί της μελλούσης ζωής, χωρίς φροντίδος περί της ψυχής σου, χωρίς μνήμης του δημιουργού και πλάστου σου» (Νικηφόρου Θεοτόκη Αρχιεπισκόπου Αστραχανίου και Σταυρουπόλεως «Κυριακοδρόμιον», εκ του τυπογραφείου Α.Ν. Καστριώτου, 6η Έκδοση, εν Αθήναις, 1885, σελ. 111). 
 
Ο Νικηφόρος Θεοτόκης γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1736 και είχε μέντορα και πνευματικό του αδελφό τον άλλο μεγάλο δάσκαλο του Γένους Ευγένιο Βούλγαρη (1716-1806), ο οποίος παραιτήθηκε υπέρ του στην Αρχιεπισκοπή Σλαβινίου και Χερσώνος. Διδάχθηκε τα εγκύκλια μαθήματα στην Κέρκυρα από τον ιερομόναχο διδάσκαλο Ιερεμία Καββαδία. Νεότατος πήγε στην Ιταλία και σπούδασε στα πανεπιστήμια της Μπολόνια και της Πάντοβα φιλοσοφία, ιατρική, φυσική και ανώτερα μαθηματικά. Το 1772 αρνήθηκε την εκλογή του ως μητροπολίτη Φιλαδελφείας στη Βενετία, επειδή οι ενετικές αρχές ήθελαν να υπάγεται στον Πάπα και όχι στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
 
Για τον χαρακτήρα του Θεοτόκη ο Σάθας γράφει: «Η αθόρυβος σπουδή και μελέτη υπήρξαν πάντοτε εις τον Θεοτόκη προσφιλέστεραι των πολυκρότων τιμών και αξιωμάτων. Όπως ως απλούς λόγιος δεν έπαυε μοχθών υπέρ του φωτισμού του έθνους, έτσι και ως αρχιερεύς δεν έπαυσε ποτέ ορθοτομών τον λόγον του Θεού. Μετά παρέλευσιν χρόνου τινός παραιτηθείς του αρχιεπισκοπικού θρόνου μετέβη εις Μόσχαν, όπου έζησε μονάζων και συγγράφων μέχρι του εις το έτος 1800 επελθόντος θανάτου αυτού» (Κων. Σάθα, ο.π. «Νεοελληνική Φιλολογία», σελ. 583). Η Μαρία Τερδήμου στην διδακτορική της διατριβή τονίζει ότι «οι πρώτοι εκφραστές - μεταφορείς της δυτικής παιδείας και επιστήμης στους Έλληνες ήσαν εν μέρει ο Ευγένιος Βούλγαρης και κυρίως ο Νικηφόρος Θεοτόκης» (Μαρίας Ε. Τερδήμου «Τα μαθηματικά στην ελληνική σκέψη κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας», Εκδ. Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήναι, 2006, σελ. 41).  Οι δύο αυτοί σπουδαίοι κληρικοί και μεγάλοι δάσκαλοι ποιά σχέση θα μπορούσαν να είχαν με τον «διαφωτισμό» των Ντιντερό και Ροβεσπιέρου;...
 
Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Monday, 22 November 2021

Ἐπίμμετρο Ποιητικό

 
ἤ, Ἀποκαλύπτοντας μιὰ εὐλογημένη συνέχεια: Τῆς ποιητικῆς δημιουργίας
 

Μεσ’ ἀπὸ τὴ σπηλιὰ τοῦ στήθους
σὲ νοιώθω ἀναρριχώμενη
ποιητικὴ μορφὴ καὶ ψάχνεις
ἕνα λευκὸ χαρτὶ ν’ ἁπλώσεις
τὴν ὕπαρξή σου, ἡλιόλουστη[1]
 
Μὲ ἱερὴ συγκίνηση, κατάνυξη καὶ ὄχι χωρὶς τὸ άπαραίτητο παλευλαβὲς συναισθηματικὸ  φορτὶο,  συνάχθηκαν αὐτὰ τὰ «εὔοσμα ἄνθη» ἀπὸ τὸν θαλερὸ πάντα κῆπο τοῦ ποιητῆ Π.Β.Π. Εἶναι μιὰ ἀνθοδέσμη περίεργη, ἀλλὰ πολὺ σεμνή, λιτή, στολισμένη μὲ περίσεια φιλοκαλίας καὶ ἐμπιστοσύνης σ’ Ἐκεῖνον ποὺ τὰ παραδίδει. Τὰ παραδίδει φρεσκοκομμένα μὲ τὶς διαμαντιένες νεροσταλίδες νὰ τὰ στολίζουν ἀκόμα. Κ’ ἂλήθεια,  ποιὸς δὲν τὸ ὑποθέτει, ὅτι πάνω τους εἶναι σταγμένα καὶ τὰ ἐγκάρδια δάκρυα ψυχῆς προσευχομένης. Ἐκείνης τοῦ ποιητῆ. Ὅπως τότε, ποὺ μικρὰ παιδιὰ μᾶς στέλνανε οἱ μανάδες μας πρωΐ - πρωΐ στὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ προσκομίσουμε τὰ ἄθῶα μας ἄνθη, ποὺ κόβανε ἀπό τις γλάστρες καὶ τὰ κηπάκια οἱ δικοί μας καὶ νὰ τὰ πᾶμε στὶς «στολίστρες» νὰ καλλωπίσουν μὲ σεμνότητα καὶ ἀνόθευτη πίστη τὸν Ἐπιτάφιο. Ἔτσι,  Μ. Παρασκευή, Ὄρθου βαθέως αὐτὴ ἡ χαρμολυπικὴ λιτανεία γίνονταν μιὰ πάντιμη σφραγίδα,  ποὺ ἐκτυπώνεται ἀνεξίτηλα στὴν ψυχή καὶ μένει, ὡσὰν μυστικὴ δέησις, ὡσὰν μιὰ ἰδιότυπη προσευχή, ἀφοῦ ὅλα τὰ φύλλα τῶν λουλουδιῶν ἐκείνων κρατοῦσαν ταπεινὰ καὶ βαθειὰ μέσα μας ἰκέσιους λόγους, τῶν δικῶν μας ἀνθρώπων. Δεήσεις, ποὺ  ἀναδύονταν ἀπὸ τὰ βαθύτατα ἔγγατα τῆς ψυχῆς, ποὺ ἦταν τόσο «πεφορτισμένη» ἀπὸ τὶς ἔγνοιες τοῦ βίου καὶ στάλαζε σ’ αὐτὰ τὰ εὔοσμα ἄνθη προσφορὰ τῆς πίστεως καὶ προσευχῆς τους, τὶς πλέον Ἰερώτερες  δεήσεις τους.
 
Κάτι τέτοια, λοιπόν, μαζεύει –χρόνους πολλοὺς καὶ μέσα στοῦ «βίου τὴν θάλασσαν» -πολλάκις, ὄντως, κλωνιζόμενος- μὲ τὴν διακινδύνευση τῆς στυγνῆς καθημερινότητας νὰ τὸν προσεγγίζει, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν ἀπειλεῖ, ὁ Ποιητὴς Π.Β.Π.  Κι έκεῖνος σὲ αὐτὴν «τοῦ βίου τὴν θαλασσαν» ταξιδεύοντας ἐπαναλαμβάνει τὸ Ἁγιογραφικὸ  λόγιο «Κύρε, σῶσον ἡμᾶς άπολύμεθα» (Μτθ. 8, 25). τείνοντας χεῖρα βοηθείας καὶ ἐπιστευόμενος πάντα τὴ Χάρη καὶ Παρουσία Του. Κι αὐτὴν τὴν ἐμπιστοσύνη, λοιπόν, τὴ μετουσιώνει σὲ στίχους. Σὲ στίχους ποὺ μοιάζουν μὲ τροπάρια καὶ συνοδεύουν πλήρως αὐτὰ ποὺ ἐδῶ καὶ χρόνια διδάχτηκε σιμὰ στοὺς ἁγίους ποιητὲς καὶ ὑμνογράφους, Τὰ δοχεῖα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὰ ὁποῖα κάθε μέρα -γιορτὴ καθημερινή- μᾶς ραίνουν μὲ θεῖα ρήματα, θεόπνευστα καί κυρίως, «πρὸς καταρτισμόν μας» (Ἐφ. 4, 12) Ἐκείνους ποὺ μεταποιοῦσαν στὴν ποιητική του δημιουργία σὲ εὐκατάνυκτο  προσευχή:  «πρὸς τὸν Κύριον καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μας» καὶ ὄχι μόνο, γιατὶ μή ξεχνᾶμε πὼς ὑπάρχουν κι οἱ φίλοι τοῦ Νυμφίου, οἱ Ἅγιοι.
 
«Ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι, τὶ ποιήσω ὁ ἄθλιος, ὅταν τέλος φθάσῃ, τὸ τῆς ζωῆς μου λοιπόν, ποῦ μοι ὁ δρόμος ὁ ἄκαιρος; ποῦ τὰ ἀξιώματα; ποῦ ὁ πλοῦτος, ποῦ τρυφή; ποῦ ἡ δόξα ἡ πρόσκαιρος; ποῦ τῆς φύσεως, τὸ καινότατον ἄνθος; Ἀλλὰ δεῦρο, πρὸ τοῦ τέλους ὧ ψυχή μου, τῇ Θεοτόκῳ προσπέσωμεν» (Θεοτοκίον τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς 11ης ‘Οκτωβρίου).
 
Παραδειγματικὰ μνημόνευσα αὐτὸ τὸ κατανυκτικὸ Θεοτοκίο -γιατὶ ἀσφαλῶς ὁ πλοῦτος τῆς Ὀρθοδόξου Ὑμνογραφίας εἶναι ἀνεξάντλητος- γιὰ νὰ δέσω τὸ παραπάνω μὲ κάποιους στίχους, παρόμοιους, τοῦ Π.Β.Π. Καὶ τοῦτο γίνεται ὄχι γιὰ νὰ φανεῖ ἡ ἐπήρεια ποὺ δέχτηκε ὁ ποιητὴς ἀπὸ τὸν υμνογράφο, ἀλλὰ νὰ διατρανωθεῖ ἡ ἁγιοπνευματικὰ ραντισμένη  βιωματικὴ τους συγγένεια.
 
Μεσ᾿ ἀπὸ πληγές
Σὰν καλογέρι, πρώτη νύχτα ὕστερα
ἀπ᾿ τὴ κουρά μου, δὲν μὲ παίρνει ὁ ὕπνος.
Χάνω τὰ λόγια στὸ παρθενικό μου κομποσκοίνι
καὶ δὲν μπορῶ τὶς ἁμαρτίες νὰ μετρήσω.
Ἀναξιος τοῦ οὐρανοῦ μὰ καὶ τῆς γῆς, πώς νὰ ὑψώσω
τὰ μάτια μου καὶ ν᾿ ἀντικρύσω τὸ Σταυρό σου;
Τὰ δάκρυα τῆς πόρνης καὶ τὰ μύρα ποῦ νὰ τά ’βρω,
τὶς τύψεις ποὺ κλωθογυρᾶνε σάν τὰ φίδια
στὰ βάθη μου νὰ σβήσω  καὶ τὰ θεῖα  πόδια Σου.
Ἐσταυρωμένε, νὰ φιλήσω. Μὴ μοῦ ἀρνιέσαι
Τὴ σπλαχνικὴ ματιά Σου -ἔστω καὶ μέσα
ἀπ’ τὶς πληγὲς καὶ τοὺς καινούριους πόνους.
Φώτισε λίγο τὴν ἁμαρτωλή μου νύχτα
Καί, μὲ τὶς ὅποιες ἀστραπές Σου, ἀγκάλιασέ με.
 
Ὁ Π.Β.Π. εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἔχει γράψει πολλὰ δοκίμια περὶ ποιήσεως καὶ προσευχῆς. Ἀπὸ τὸν περίφημο ἀκόμα «Ἔρωτα Ὀρθοδοξίας» ἴσαμε σήμερα, πολλὰ εἶναι τὰ κείμενα ἐκεῖνα ποὺ συγγενεύουν απόλυτα με ποιήματά του, λὲς καὶ εἶναι ἡ περίληψη τοῦ κάθε δοκιμίου ποὺ ἐμφανίζεται (βλ. «Ἡ προσευχὴ στὴ Νεοελληνικὴ ποίηση», «Θεομητορικὸ προσόμοιο»,  «Κατάνυξη»  κ.ἄ).
 
Πεποικιλμένη
 
Ἀπὸ τὴ χώρα τῶν νεκρῶν καὶ τῶν ἁμαρτωλῶν,
ἀνέρχεται ἡ ἅμωμη Παρθένος σήμερα στὴ Χώρα
τῶν ζωντανῶν. Δὲν ἄντεξε ἄλλο μακρυὰ νὰ μένει
ἀπὸ τὸ θεῖον κάλλος καὶ τὴν ὡραιότητα τοῦ Τέκνου Της.
Ἔξω ἀπ᾿ τοὺς δαίμονες, ὅλοι, γῆ καὶ οὐράνια χαίρονται
Βλέποντας τὴν Μετανάταση τῆς Θεοτόκου, τὴν παράδοξη,
ὅπως καὶ τότε, στὴν άπρόσμενή Της γέννηση. Κι ἀντὶ ἐξόδια
ἅσματα, οἱ Ἄγγελοι λαφροπετοῦν μὲ κύμβαλα ἑόρτια
κρατώντας στὰ φτερά τους τὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ.
Κ’ οἱ λυπημένοι Ἀπόστολοι, ἀκούγοντας τοὺς ὕμνους
τῶν Ἀρχαγγέλων συναθροίζονται κι ἐκεῖνοι ἀπ’ τὰ πέρατα
τοῦ κόσμου μὲ φτερὰ ὄχι τοῦ λόγου μόνο, ψάλλοντας:
«Τὴν πάνσεπτόν Σου Κοίμησιν, ὦ Μῆτερ, μακαρίζομεν...»
Πεποικιλμένη ὅλη ἡ οἰκουμένη μὲ τὴν ἔνδοξη
μνήμη τῆς Θεοτόκου, ἐφραίνεται κι ἁρπάζει
κ’ ἐκείνη ἀπ’τὰ χείλη τῶν Ἀγγέλων εὐσυμπάθητον
ὕμνο; «Τῆς ἀστραπῆς τὸ φέγγος καὶ τῶν Ἀσωμάτων»
τὴν καθαρώτατη φωνὴ δὲν ἔχουμε, Παρθένε.
Ὅμως μ᾿ ὅλη τὴ λάσπη καὶ τὴ νύχτα μας, σ’ Ἐσένα
προστρέχουμε καὶ στὸν χαρίτων Σου τὸ φῶς τὸ ἄχραντο:
μὴ λησμονεῖς ἐκεῖ ποὺ ἀνεβαίνεις τὸν φιλόψυχο
Γιό Σου νὰ ἰκετεύεις  καὶ τὴ δική μας ἔγερση,
πρὶν φτάσουμε στοῦ δρόμου αὐτοῦ τὴν τελευταία
στροφή, κ’ εἶναι ἀργὰ πιὰ γιὰ μετάνοια καὶ δάκρυα...
μὴ λησμονεῖς ἐκεῖ ποὺ ἀνεβαίνεις τὸν φιλόψυχο
Γιό Σου νὰ ἰκετεύεις  καὶ τὴ δική μας ἔγερση,
πρὶν φτάσουμε στοῦ δρόμου αὐτοῦ τὴν τελευταία
στροφή, κ’ εἶναι ἀργὰ πιὰ γιὰ μετάνοια καὶ δάκρυα...
 
Θὰ μποροῦσε μάλιστα, στὸ μέλλον νὰ γραφεῖ μιὰ μελέτη, ὅπου θὰ δίδεται μὲ παραδείγματα αὐτὴ ἡ συγγένεια. Μὲ λίγα λόγια, θὰ γίνει πράξη ὁ λόγος τοῦ Καθηγητοῦ κ. Γεωργίου Μπαμπινιώτη, ποὺ πολὺ σωστὰ ἀναφέρει «Μὲ  ἄλλα λόγια, τὸ τροπάριο δὲν εἶναι ξένο πρὸς  τὴν ποίηση, ἀφοῦ τὸ ἴδιο εἶναι ποίηση. Καὶ τὸ συναξάρι δὲν εἶναι ξένο πρὸς τὴν πεζογραφία, ἀφοῦ τὸ ἴδιο εἶναι ἀφήγηση. Καὶ ὅλα μαζί ἀναφέρονται σὲ βιώματα, περιπέτειες καὶ προβληματισμοὺς τοῦ νοῦ, σὲ ἀγώνες καὶ ἀγωνίες τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου»[2].
Αγαπητέ Συνάδελφε, γιγάντιε και ουδαμώς «κεγχριαίε» Παντελή Πάσχο, ως Πρύτανης του Πανεπιστημίου μας σας συγχαίρω για ό,τι έχετε δώσει στην επιστήμη της Θεολογίας, ιδιαίτερα στην αγιολογία και την υμνολογία. Ως απλός πιστός σας ευχαριστώ, γιατί έχετε προσφέρει πολλά στο να στηρίξετε την πίστη μας και να διδάξετε στο «χριστεπώνυμο» -αλλά όχι και «χριστοσυνείδητο»- πλήρωμα τον δρόμο της λύτρωσης. Τέλος ως αναγνώστης των βιβλίων σας και ως μαθητευόμενος της ορθόδοξης πνευματικότητας δηλώνω -με τα λόγια του Αθανασίου του Σιμωνοπετρίτη-, ότι πραγματικά τα κείμενά σας μας παραστέκουν «για να επιτύχουμε στις εξετάσεις του Ουρανού»! Συγχαρητήρια σε σας, συγχαρητήρια στους συναδέλφους που είχαν την πρωτοβουλία και την ευθύνη του τιμητικού τόμου, συγχαρητήρια στον Ακρίτα που μας χαρίζει εκδόσεις τέτοιας ποιότητας.
 
π. Κ.Ν. Καλλιανός


[1] Π. Β. Πασχός, «Ἐν θλίψει ἐπλατυνάς με…», Παρρησία, Ἀθήνα 2017, σελ. 11.
[2] Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Π. Β. Πάσχος, Ὁ γιγάντειος «κεγχριαῖος», εἰς http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/pasxos_kexri.html