Showing posts with label Νίκη Beales. Show all posts
Showing posts with label Νίκη Beales. Show all posts

Saturday, 8 August 2026

Τα Νικητήρια «Ευχαριστώ» της Πόλης

 
Στις Βλαχέρνες σήμερα με ευλάβεια η Ανάμνηση.
 

Και σαν σήμερα,  στον τόπο τον ίδιο, τον δικό μας και της καρδιάς μας γονατίζουμε και δεν λησμονούμε  αυτά που διαδραματίστηκαν τότε, πολλά - πολλά χρόνια πριν.
 
Παρών, πρώτος και καλύτερος - ποιός άλλος; - ο Πατριάρχης μας, που ζει και αναπνέει την Πόλη και την πόλη Της Παναγιάς, την δική Του Πόλη,  αντιπροσωπεύοντας όλους εμάς που η απόσταση μόνο νοερά μας αφήνει να Την πλησιάσουμε.

Τότε, όταν γιορτάζοντας τα έπαθλα της νίκης, η Πόλη δωρίστηκε για πάντα στην Παναγία. Όταν  εμπνεύστηκαν  οι στίχοι του  «Τη Υπερμάχω...» για να αποδώσουν όσο πιό εκφραστικά και όμορφα γίνεται, μέσα από τον μοναδικό συνδυασμό της υμνωδίας και της μελωδίας, απεριόριστη ευγνωμοσύνη στην Θεοτόκο.
 
Από το Άλφα μέχρι το Ωμέγα, συλλαβές - λέξεις - λόγια - ποίηση - μουσική,  που μας αγγίζουν εδώ και αιώνες και μας προσφέρονται σαν Αντίδωρα. 
 
Με ένα δικό μου "Ευχαριστώ" 
 
Νίκη Beales
Μπάκινγκχαμ - Αγγλία
7 Αυγούστου 2026
1.400 χρόνια μετά

Friday, 24 July 2026

Παρασκευή, η Αγία, στα Θεραπειά...

 
Ιούλιος μήνας, μέσα στην ζέστη. Το ημερολόγιο είναι γεμάτο από γιορτές και τα Θεραπειά μας, τιμούν ιδιαίτερα τρεις. Της Αγίας Κυριακής, της Αγίας Μαρίνας και της  Αγίας Παρασκευής. 
 

Η πρώτη έχει το εξωκκλήσι της, στα ψηλά μέρη, η δεύτερη, έχει το παρεκκλησάκι της στα μισά, και η τρίτη που γορτάζει στις 26 του μήνα, απέναντι από την παραλία του προαστίου της καρδιάς μου. 
 
Τι να πρωτοθυμηθώ και τι να πρωτοξεχάσω; Τον χωματόδρομο του Ντερέ, περνώντας πρώτα από το καρακόλι (αστυνομία), το σπίτι της θείας Μαριέττας, στα αριστερά, το ξύλινο σπίτι της κυρίας Κατίνας, την μεγάλη βρύση αντίκρυ του και πιό πέρα το δύσβατο μονοπάτι που πήγαινε στους Σιδεράδες,  και προχωρώντας να λιγοστεύουν τα σπίτια και να συναντώ τα μποστάνια και τους μπαξέδες με τις σμέουρες; Να μην θυμηθώ τον δρόμο που ολοένα και στένευε για να γίνει μονοπάτι, κυριολεκτικά μονοπάτι για να φτάσει στην κατηφορίτσα που η βάση της  γινόταν ένα με τις ρίζες από τον πλάτανο αντάμα με τις πέτρες κάτω από το διάφανα νερά για να πατήσω πάνω τους και να ανέβω την μικρή ανηφορίτσα και να βρεθώ στην μικρή εξωκκλησιά; Να ξεχάσω το γάργαρο νερό που  ανάβλυζε  από  την καρδιά του μικρού λόφου;
 
Να παραλείψω το λιλιπούτειο ταπεινό Αγιασματάκι της Αγ. Μαρίνας, που για να το βρει κάποιος, αρκεί να στρίψει αριστερά διαβαίνοντας πέντε λεπτά από το Πάρκο προς το ρομαντικό Ροσινιόλ με τις αγριοκαστανιές; Να σβήσω με σφουγγάρι την παραμονή της γιορτής με το πλατύ δρομάκι γεμάτο από Θεραπειανούς  και καλοκαιρινούς να προσέχουν τα λόγια του Παπά - Αχιλλέα στην Παράκληση και να τσιτώνουν το αυτί τους για να ακούσουν να μνημονεύονται τα ονόματά τους; Ή τις κυρίες και τις μαμαζελίτσες με τα εμπριμέ τους να φυσιούνται με τις βαντάλιες τους, αφού έκανε ζέστη και η αύρα της θαλασσας δεν έφτανε μέχρι το Αγίασμα. Γίνονται αυτά παραλειπόμενα; Ξεχνιούνται;
 
Ο μήνας φτάνει στο τέλος του και μαζί του έρχεται και πάλι γιορτή, της Αγίας Παρασκευής. Κουβεντιάζοντας με την εξαδέλφη μου Νίτσα τις προάλλες για περιστατικά που έχουν συμβεί στην γενέτειρά μας, αναφέρθηκε στο παρακάτω: 
     
...<<Ως προς το θαύμα της Αγίας Παρασκευής.
 
Θα ήταν περιπου την εποχή του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Ήμουν μικρή. Ο μπαμπάς μου είχε το οικογενειακό κέντρο TURAN (κήπος πλατφόρμα ) με 50 τραπέζια, δεύτερος όροφος με 2-3 τραπέζια, τρίτος όροφος με 1-2 τραπέζια, που συνορεύει με τον κήπο της ΑγΠαρασκευής  δεξιά λίγο ανηφόρα πίσω από κάποιους τάφους. 
 
Απ' αυτό το σημείο  έδινε ένα καρβέλι, ένας από τους στρατιώτες που βρίσκοταν στην εκκλησία και φύλαγε την είσοδο του ναού, γεμάτο με κούτες, όπλα κ.τ.λ. ...,  στον πατέρα μου,  εις αντάλλαγμα ενός πακέτου τσιγάρων. Είχαν πιάσει φιλία.
 
Ένα βράδυ, στις 12 η ώρα το βράδυ, ακούστηκαν πυροβολισμοί. Τρομοκρατήθηκαν οι πελάτες. Με όλο που ήταν καλοκαίρι άδειασε το μαγαζί. Το πρωΐ οι χωριανοί ρώτησαν τον μπαμπά μου αν κατάλαβε από που γινόταν, τι συνέβη.
 
Αυτό το γεγονός συνέβη και την επομένη και την μεθεπομένη.
 
Ο μπαμπάς μου το πρωΐ την επομένη του τρίτου συμβάντος όταν ανέβηκε να πάρει το καρβέλι, ρώτησε τον στρατιώτη τι ήταν αυτοί οι πυροβολισμοί και ο στρατιώτης με μεγάλη επιφύλαξη του εξιστόρισε το γεγονός.
 
Το βράδυ ο φύλακας που κρατούσε  σκοπιά στην πόρτα εισόδου του Ναού είδε μια υψηλή γυναίκα  ντυμένη στα άσπρα να προχωρά προς την πόρτα του Ναού και να θέλει να μπει μέσα. Της είπε στοπ και αυτή προχώρησε, της ξαναείπε στοπ και αυτή προχώρησε, τότε εκείνος την πυροβόλησε. Αυτή χάθηκε προς τον ουρανό.
 
Την επομένη το πρωΐ πήγε στον αξιωματικό να δικαιολογήσει τη σφαίρα που χρησιμοποίησε. Εξήγησε το περιστατικό. Το επόμενο βράδυ ο αξιωματικός άλλαξε στρατιώτη στη σκοπιά. Το συμβάν έγινε και με τον δεύτερο φύλακα ο οποίος είπε τα ίδια που έζησε, όπως ο πρώτος, όταν πήγε να δικαιολογήσει τη χρήση της σφαίρας στον αξιωματικό.
 
Την τρίτη βραδιά κράτησε σκοπιά ο αξιωματικός και συνέβη το ίδιο. Την επομένη ήρθαν φορτηγά και πήραν τις κούτες με όπλα κ.τ.λ. ...
 
Οπότε άδειασε ο Ναός. Όπως σου είπα ανώτερα ο μπαμπάς τα έμαθε από πρώτο χέρι και είπε, ήταν η Αγία Παρασκευή που τους έδιωξε από το σπίτι της. Τότε ησύχασε το χωριό και οι χωριανοί...>>
 
Πόσο γνωστή ή πόσο άγνωστη είναι αυτή η ιστορία;  Την πιστεύει κανείς; Ο θείος Μόρφης, ο πατέρας της εξαδέλφης μου την πίστεψε και την εξιστόρησε στην κόρη του και από αυτήν ήρθε σε μένα για την μοιραστώ μαζί με αυτούς που διαβάζουν αυτές τις αράδες, χρόνια και χρόνια μετά από τότε που συνέβη.
 
Βρισκόμαστε στο τώρα και στην Απογευματινή, την αειθαλή εφημερίδα της Πόλης,  στην οποία η Μητρόπολη Δέρκων ανακοινώνει τις Ακολουθίες που προγραμματίζει. "Την σπουδήν σου τη κλήσει κατάλληλον..." και το κύμα της Βοσποριανής παραλίας  θα συνοδεύει το Απολυτίκιο για να κρατά το ίσον παραδοσιακά όπως γίνεται κάθε φορά από τους Ψάλτες της Βασιλεύουσας (και άνευ ηλεκτρονικών βοηθημάτων που είναι πλέον της μόδας). Πόσο θα γεμίσει η Αγιά Παρασκευή από Θεραπειανούς & καλοκαιρινούς φέτος; Πόσοι πιστοί θα απολαύσουν κομμάτια από τους Άρτους με το γλυκάνισο της Αρτοκλασίας στην φετινή Πανήγυρη;  Κύριος οίδε. Λίγοι ή πολλοί, ουκ εν τω πολλώ το ευ και όλοι οι καλοί χωρούνε.  
 
Προσκυνήματα & Χρόνια Πολλά στους συντοπίτες μου και σε όσους γιορτάζουν.
 
Νίκη Beales
Της Αγίας Παρασκευής, 2026
Μπάκινγκχαμ, Αγγλία

Wednesday, 24 June 2026

Τ’ Αη-Γιαννιού oi φωτιές που γίνονται λουλούδια

 
Σαν σήμερα το βράδυ, αλλά πρώτα η Παράκληση...
 

Μέσα, η φλόγα στο καντηλάκι και ο Πατ. Αχιλλέας, άντε και το πολύ κάποιος άλλος.  Μπροστά στην ανοικτή πόρτα ένα τραπεζάκι, ένα ντεφτέρι με μια άσπρη πέτρα πάνω στις ανοιγμένες σελίδες για να μην τις τραβολογά το Θεραπειανό αεράκι πέρα δώθε και ένα μολύβι για τα ονόματα υπέρ υγείας.
 
Το μικρό Αγίασμα, κολλημένο στα πετρωμένα πόδια του βουνού, έχει στα αριστερά του ένα στενό μονοπάτι που κάνοντας παρέα με το κελαριστό ντερεδάκι του χωριού  βγαίνει σε μια άλλη γειτονιά. Δίπλα στο μονοπάτι ήταν το σπίτι της κυρίας Άννας και  απέναντί του,  μια  μικρή πολυκατοικία.  Εκεί διέμενε ο Πάτ. Γερμανός με την μητέρα του, όπως και η οικογένεια του  Γιώργου & της Όλγας Φενερλή, με τα παιδάκια τους, τον Άκη με τα όμορφα ματάκια και την Σμαρούλα. 
 
Μπροστά,  σχηματίζεται  μια πλατειούλα, κατάλληλη για να ανάβουμε τις φωτιές του Αη Γιάννη.
 
Λείπω. Λείπω εδώ και πολλά χρόνια και όλα αυτά μένουν θησαυρισμένα και αστείρευτα.  Κλείνω όμως τα μάτια για να βλέπω βαθιά. Ανιχνεύω ανάμεσα στις φλόγες και αφουγκριέμαι τα ψιθυρίσματα από τις άλικες τσιμπλίδες που λαμπυρίζουν. Τα ακούω να αντιλαλούν ανεβαίνοντας προς τον ουρανό που έχει τον Βόσπορο υπό την σκέπη και θωρώ τις σπίθες να γίνονται λουλούδια. Λουλούδια με βαθύ κόκκινο πορφυρένιο χρώμα που ακροπατώντας στην κλίμακα ανάβασης χρυσίζουν σαν τον ήλιο που βασιλεύει με ευπρέπεια καταλήγοντας σε ένα άυλο και διάφανο φως. Τα βλέπω να γίνονται κόκκοι θυμιάματος που ευωδιάζει για να προσπερνούν τα σύννεφα και να φτάνουν χάρισμα σε αυτούς που ξέρουν να περιμένουν.
 
Από την μιά ο Βόσπορος και από την άλλη ο Κεράτιος και κάπου παρακάτω, η Μεταμόρφωση. Η Πόλη Της Θεοτόκου.
 
Ιούνιος και είκοσι τρεις του μήνα σήμερα,  παραμονή χρονιάρας μέρας, μια από αυτές που τα Θεραπειά τιμούν. Το αγοράκι με τα όμορφα μάτια που έβλεπαν το Αγιασματάκι του Αη Γιάννη και το λιμάνι με τις βάρκες,  έτσι και στα καλά καθούμενα, πήρε την άγουσα προς τις αιώνιες στράτες όπου οι φλόγες στα καντήλια δεν κοιμούνται, κομίζοντας  προσκυνήματα σε αγαπημένες καρδιές και ψυχές...
 
Ώρα του καλή.
 
Νίκη Beales
Παραμονή του Αη Γιάννη 2026
Μπάκινγκχαμ, Αγγλία

Monday, 1 June 2026

Ήχοι & απόηχοι...

 
Τις προάλλες, όχι μακριά από τον Τάμεση, στην καρδιά του Λονδίνου μια συντροφιά από αναπνοές, που κρατούσαν διακριτικά το ίσον σε αυτά που έλεγαν μια ο ένας και μια η άλλη, οι δύο καλεσμένοι.  Έφτασαν από τα αιώνια χώματα της Πόλης του Κωνσταντίνου αλλά και της Παναγίας.  
 

Μια φούχτα ψυχές γέννημα θρέμμα της Πόλης, δυό, ίσως τρεις φούχτες με καταγωγή από εκεί και μερικές άλλες επειδή την σέβονται, την λαχταρούν και την αγαπούν. Την αγαπούν γιατί είναι <Η Πόλη> και επειδή είναι <<η Πόλη της καρδιάς μας>>.  Ο λόγος που γέμισε ο φιλόξενος χώρος  στο Ελληνικό Κέντρο του Λονδίνου. Στιγμές ανεπανάληπτες Ρωμιοσύνης και Ορθοδοξίας, χέρι-χέρι, μαζί.  
 
Σημαντικό, συναρπαστικό και συγκινητικό το θέμα και το θέαμα, <Η Αναβίωση Της Ακουστικής της Αγίας Σοφίας> στην Παναγία του Μπαλίνου,  με αρωγό το PeopleCert και την τεχνολογία στην παρουσίαση τους. Εξαιρετικοί οι ομιλητές  που, μαζί με τα υπόλοιπα, έφεραν αέρα Πολίτικο στις αποσκευές τους για να μας μεταφέρει, βλέποντας και ακούγοντας, στις όχθες του Βοσπόρου, στην Προποντίδα, στην παλιά πόλη, στον Κεράτιο Κόλπο για να φτάσουμε στο Φανάρι. Εκεί, που το  φανάρι τo βαστούν χέρια στιβαρά για να κρατιέται η φλόγα άσβεστη μέρα-νύχτα και οι ακτίνες της να βρίσκουν δίαυλο για να προσπερνούν θάλασσες και βουνά δίχως να χάνει ούτε δράμι από την λάμψη της.
 
Και η φλόγα, πρόσφατα βρέθηκε στην Μαλακοπή της Καππαδοκίας. Με συνοδεία, την διακριτική και ταπεινή λαμπρότητα όπως αρμόζει στην περίπτωση. Γέμισαν από  ψαλμωδίες τα πάντα. Οι κολώνες,  παρέα με το φως πού έμπαινε από το τοξωτά παράθυρα για να την ανταμώσει ανάμεσα στους αιωνόβιους χώρους που ακόμα και αν είχαν λαλιά  δεν θα μπορούσαν να αρθρώσουν λέξη, αρκέστηκαν και αυτές σε ένα βουβό ισοκράτημα... Γέμισαν και οι στήλες στις εφημερίδες και στο διαδίκτυο σηματοδοτόντας το γεγονός. Απέραντο το νόημα, βαθύ και αμέτρητο, Derin kuyu σήμερα. Κληρονομιά και παρακαταθήκη. 
 
Σαν το "ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ 1922 ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΣΧΟΛΩΝ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΜΑΛΑΚΟΠΗΣ".  Ένα κειμήλιο που βρέθηκε ανάμεσα σε διάφορα χαρτιά,  βιβλία και έγγραφα του μπαμπά μου. Ταξίδεψε  από την Πόλη στην Αθήνα όταν παρατήσαμε το μέρος που αγαπούσαμε ακολουθώντας την μοίρα των εξαναγκασθέντων. "J'ai quitté mon pays" (εγκατέλειψα την πατρίδα μου) έπαιζε στο μαγνητόφωνο συνέχεια ο πατέρας μου μέχρι να φτάσουμε,  οδικώς,  στην Αθήνα. Μαύρο με ασημένια γράμματα, το ημερολόγιο, το θυμούμαι. Όταν ήμουν παιδάκι, σε ένα ράφι ανάμεσα στα λεξικά, πως το κοίταζα, πως το έπαιρνα στα χέρια μου  και το φυλλομετρούσα  για να βλέπω τις φωτογραφίες και να χαίρουμαι σαν  έφτανα στην σελίδα 253 που ήταν η φωτογραφία των Θεραπειών, και την γιαγιά μου να λέει, <πρόσεχε, πρόσεχε, είναι από τον Δεσπότη>.  Βέβαια, εννοούσε τον Μητροπολίτη Δέρκων, Ιάκωβο Παπαϊσίου, κατά κόσμον Ιορδάνη, τον λεγόμενο Αζιζ, τον Δεσπότη μας, που όπως είναι γνωστό ήταν από εκείνα τα μέρη.  Καταχωρημένα στις 6 Ιανουαρίου υπάρχουν, γραμμένα στο χέρι, το Απολυτίκιο Των Θεοφανείων και στις 11 του ίδιου μήνα, "Ταις των δακρύων σου ροαίς". Το πως και το γιατί ήταν εκεί, παραμένει και θα παραμείνει άγνωστο. Δεν ρώτησα τότε και δεν ζει κανείς από αυτούς που θα μπορούσαν να με διαφωτίσουν. Το 1922 ο πατέρας μου θά ήταν μικρό παιδάκι. Πόλη- Αθήνα και γιαγιά-Αλβιώνα! Κόσμος πάει κι’ έρχεται...
 
Το προσκυνηματικό ταξίδι του Πατριάρχη μας στην γενέτειρα του μακαριστού μας Δεσπότη που σε μιά φωτογραφία, γελώντας  <παίζει> μπάλα με γελαστά παιδιά, έγινε αφορμή για ρίξω μια ματιά στο Ημερολόγιο..., να φτάσω στην σελίδα με την ξεθωριασμένη στο χαρτί φωτογραφία του Θεραπειανού κόλπου για να με πλησιάσει ο απόηχος της φωνής της γιαγιάς μου, <πρόσεχε...>. 
 
Η παρουσίαση από την Μαρία Δήμου & τον Συμεών Σολταρίδη, μερικές εβδομάδες πριν, μας έδωσε την ευκαιρία να πάμε κοντά σε ήχους και να πάρουμε μια γεύση από  <όπως θα ακουγόταν κάτω από τον τρούλο της Αγίας Σοφίας τα χρόνια εκείνα.> Συγχαρητήρια στον Πρόεδρο του Συλλόγου Κωνσταντινουπολιτών Η.Β. Πάνο Αναγνωστόπουλο και στους συνεργάτες του για την έμπνευση και την διοργάνωση.
 
Οι ήχοι γεννούν απόηχους και ταξιδεύοντας νοερά στην Νίκαια πλησιάσαμε αυτούς που είπαν ότι είπαν και τα λεγόμενά τους έμειναν για να ταξιδεύουν, αιώνας μπαίνει-αιώνας βγαίνει μέχρι τις μέρες μας και έπεται συνέχεια. 
 
Ψυχοσάββατο, <Πάτερ, Πάτερ, ελάτε και απ’ εδώ, αχ, Πάτερ, γιατί φεύγετε...> στην Αγία Ελένη, εκεί που κοιμούνται μακαρίως οι μακαριστοί, κόλλυβα και λουκούμια, badem ezmesi (αμυγδαλόψιχα) και <Θεός σχωρέστους...>. Θεραπειά, κυπαρίσσια, αηδόνια και Ροσινιόλ. Τα Πενήντα της Πασχαλιάς και της Αγίας Τριάδος. Οι μέρες ποτισμένες με αθάνατο νερό δεν κουράζονται. Οι απόηχοι της καμπάνας στο Ταξίμ και του παφλασμού της θάλασσας που περνώντας ανάμεσα από τα πεύκα στο Τσαμ Λιμάνι της φτάνει στα ψηλά μέρη, στον Λόφο της Χάλκης και ως διά μαγείας φτάνουν και σε μένα.
 
Καλοκαίριασε...
 
Νίκη Beales
Μπάκινγκχαμ, Αγγλία

Saturday, 2 May 2026

Οι Σαρδέλες

 
Έτσι έλεγε η γιαγιά μου τα λουλούδια με το κόκκινο της φωτιάς χρώμα στην γλάστρα δίπλα στην εξώπορτά της. <Σμαρώ, ε Σμαρώ,  μην ποτίσεις την γλάστρα, την πότισα>, φώναζε στην συνυφάδα της που είχε την μανία να παραποτίζει τις γλάστρες. Χήρες και οι δυό από χρόνια, σοβαρές και αυστηρές, η κάθε μιά στο είδος της, συγκατοικούσαν στο πατρογονικό σπίτι του παππού. Συγκατοικούσαν μεν, ίδια πόρτα, αλλά ανεξάρτητες η μια από την άλλη δε, η κάθε μιά τον μπουτσέ  (προϋπολογισμό) της. Φυσικά μοιράζονταν τα βεργκιά (φόρους) και τους λογαριασμούς του νερού και του ηλεκτρικού.


Ήταν βέβαια και η αλλη συνυφάδα, η <πες και γέλα>, λιγότερο αυστηρή, θεία  Μαρούλα ή Μαρουλιώ, ανάλογα ποιός την φώναζε, στο ίδιο σπίτι αλλά με άλλη εξώπορτα, χήρα και αυτή με τον δικό της μπουτσέ, αλλά με συμμετοχή στους υπόλοιπους λογαριασμούς, Δηλαδή, οι λογαριασμοί κομμένοι στα τρία. Οι τρεις συννυφάδες τα καλοπερνούσαν, είχαν βέβαια τις μικροπροστριβές τους, δεν μπορούσαν να συμφωνούν σε όλα, ένα σου και ένα μου και ένα παραπάνω. Όταν έπαιρνε να βραδιάζει τα καλοκαίρια τα ζεστά,  η κάθε μια με το εργόχειρο στο χέρι, το έριχναν στην κουβέντα μέχρι να σκοτεινιάσει. Κανένα στρίφωμα, και κάποιος ποδόγυρος, κάποια τσέπη που είχε τρυπήσει και έπεφταν τα κέρματα, καμιά κάλτσα για ρούντισμα (καρίκωμα), μπιμπίλες με πατητή βελονιά στις πετσέτες της κουζίνας και τα ατελείωτα μέτρα νταντέλας  της γιαγιάς μου, σαν αυτό πού λέει <Νταντέλα πλέκει και δεν αδειάζει να κουβεντιάζει>. 
 
Μια χαρά τα πήγαινα με τις σαρδέλες μέχρι που εμφανίστηκε το τραγούδι του Ελληνικού κινηματογράφου που μιλούσε για ένα γεράνι κόκκινο που λουλούδισε στη γλάστρα. Ως δια μαγείας οι σαρδέλες κόπηκαν από το λεξιλόγιό μου και αντικαταστάθηκαν με γεράνια. Ακουγόταν πιο ρομαντικό. 
 
Πρωτομαγιά. Χιλιάδες ποιήματα και τραγούδια έχουν γραφτεί, γράφονται και θα γράφονται όσο θα υπάρχουν Πρωτομαγιές, θα πλέκονται στεφάνια για τις μπροστινές πόρτες σπιτιών και διαμερισμάτων. Υπάρχουν και τα έτοιμα, ακόμη και πλαστικά (ό Θεός να φυλάει!), πως να τα κάψει κανείς αυτά στις φωτιές του Αη-Γιαννιού; 
 
Έτσι που λέτε και με τον νου να περπατά στον τόσο καλοσκουπισμένο χωματόδρομο που οι τρεις συννυφάδες καθόταν μπροστά από το κατώφλι τους, με την λιγνή κληματαριά που έγερνε το κεφάλι της για να μην χάσει λέξη από τις κουβέντες που αράδειαζαν οι κυράδες στο Τζιρά σοκάκ όταν μάζευαν τα εργόχειρά τους, πήρα τον δρόμο για τo τσαρσί (αγορά). Κατηφορικό το μονοπάτι, με τις φουντωμένες λευκές αγριοπασχαλιές που προσπαθούσαν να με αγκαλιάσουν και ως που να το καταλάβω βρέθηκα μπροστά στο λουλουδάδικο. Μια σειρά από κόκκινα γεράνια  υποδέχτηκαν το βλέμμα μου. Σκέτος πειρασμός.
 
Θυμήθηκα μια χρονιά που  η πρώτη του Μάη ήταν  η δεύτερη μέρα του Πάσχα, όταν  αποφασίσαμε να εκδράμουμε στο Polonεzkoy και ας μην είχαν ωριμάσει ακόμα τα κεράσια. Αφού πρώτα εκκλησιαστήκαμε στην Αγία Παρασκευή, όχι στην δική μας στα Θεραπειά αλλά στου Beykoz, Παρασκευές και Άγιες και οι δύο, σχεδόν αντικριστά, με τον Βόσπορο μόνο ανάμεσά τους, δεν θα κακοφαινόταν και πολύ στη δική μας αν γινόταν και κάποια απουσία από πλευράς μας. Φυσικά είχαμε την δικαιολογία πως εκτός της αλλαγής σκηνικού, θα ακούαμε τον λογιώτατο Μητροπολίτη Χαλκηδόνος που θα κήρυττε -θα έβγαζε λόγο, όπως συνηθίζαμε να λέμε στην απλή καθημερινή μας διάλεκτο. Χριστός Ανέστη λοιπόν στο Μπέικοζ, πικ-νικ με τα κεφτεδάκια και τα κόκκινα αυγά μας, τους απαραίτητους τσίρους με ξύδι και άνηθο, ευχάριστη συντροφιά  και γραμμή για το Πολονεζκιοϊ.  Το τερπνόν μετά του ωφελίμου. 
 
Μια άλλη Πρωτομαγιά  και η πρώτη στην Αθήνα. Ένα ποταμάκι με λιγοστό νερό και μια μικρή γέφυρα από πάνω και στη μια πλευρά όργιαζε ένας θάμνος από μεγάλες μαργαρίτες. Νωρίς το πρωί μάζεψα μια αρμαθιά και τργουδώντας <pour jouer et cueillir des fleurs...>, τραγουδάκι που είχα μάθει στο Γαλλικό Σχολείο έπλεξα ένα στεφάνι.  Ευχαριστημένη απ’ τα έργα των χειρών μου το κρέμασα στο μπαλκόνι. Ακολουθώντας τα άρματα της Πρωτομαγιάς που περνούσαν μπροστά από το σπίτι μας, τραβήξαμε για την Νέα Φιλαδέλφεια όπου εκεί γινόταν ξεφάντωμα. Είχε πια  για τα καλά σκοτεινιάσει και το στεφάνι έλειπε. Με έπιασαν τα κλάματα. <Θα κάνουμε άλλο> είπε ο μπαμπάς μου, <θα έρθω να πάμε μαζί, να κόψουμε μαργαρίτες τώρα> πρόσθεσε. Δεν πήγαμε, η μαγεία είχε χαθεί. Αχ μαργαρίτα, μαγιοπούλα...
 
Αλλαγή σκηνικού, μακριά, εδώ και χρόνια πλέον, πολύ μακριά από την πατρώα γη. Έτσι ήρθαν τα πράγματα.  Στο περιβόλι μας ανθίζουν Πασχαλιές, δύο δέντρα, πλάι - πλάι. Λιλά τα λουλούδια τους, διαφορετικές αποχρώσεις του καθενός. Στα πόδια τους, κρινάκια του αγρού, αυτά τα λεπτεπίλεπτα κερένια ανθάκια που σκορπίζουν τις ευωδιές τους με κάθε φύσημα  του αγέρα και μπλέ καμπανούλες με περίμεναν. Πανδαισία στην όσφρηση. Λείπει όμως η μυρωδιά της θάλασσας, λείπει ο Βόσπορος...
 
Άδειασα την αγκαλιά μου από τις κόκκινες σαν φωτιές σαρδέλες -για να ξαναθυμηθώ και το παλιό μου λεξιλόγιο. Θα τις φυτέψω  δεξιά και αριστερά της εξώπορτας, θα τις κανακεύω και όταν τις ποτίζω θα σκέπτομαι την θεία Σμαρώ.
 
Δεν θα πλέξω στεφάνι. Ένα μπουκέτο με πασχαλιές, κρινάκια του αγρού, καμπανούλες και μια κόκκινη σαρδελιά στην μέση,  αρκεί,  έτσι για το καλό.
 
Νίκη Beales
Πρωτομαγιά 2026 
Μπάκινγκχαμ Αγγλία

Wednesday, 22 April 2026

Ο Σταυρός στην μέση

 
Και έβγαιναν τα Εξαπτέρυγα... με τον Σταυρό στην μέση...
 

<Ως τον Βασιλέα...> και έβγαιναν τα Εξαπτέρυγα, ένα-ένα τα παπαδάκια, από την αριστερή πορτίτσα με τους Αγγέλους, πίσω από την Αγία Πρόθεση. Eλεγε η μαμά μου: Ντόλτσα, εξαπτέρυγο, Σταυρός στην μέση, εξαπτέρυγο, μιά ακόμα ντόλτσα και ο καντηλανάφτης,  με το θυμιατό  στο χέρι,  βαδίζοντας πίσω-πίσω, θυμιάζοντας όχι τον παπά, αλλά αυτά που κρατά στα χέρια του.  Από το πες-πες και από το άκουγε-άκουγε, τα έμαθα και εγώ.
 
<Τι είναι αυτά γιαγιά; -  Είναι τα δώρα παιδί μου. - Τα δώρα;  Για ποιόν γιαγιά;  - Για μας παιδάκι μου  - Για μας;  Για σένα και για μένα; - Όχι, για όλους. Για όλους;  -  Ναι, αλλά τώρα σώπα, δεν κάνει να μιλούμε; - Γιατί δεν κάνει; -  Σσσς τώρα. -  Γιαγιά πότε θα μας δώσει τα δώρα; - Στο τέλος. >
 
Απλή η κουβέντα, ρωτά για να μάθει η μικρή. Βλέπει και θέλει να μάθει και καλά κάνει. Πρέπει να ρωτήσει. Αλλά όχι τώρα. Φυσικά δεν είναι κατάλληλη η στιγμή. 
 
Μεγάλη μέρα, γιορτή από τις Μεγάλες. Γεμάτη χρώματα και αρώματα η Εκκλησία. Λουλούδια στολίζουν την Εικόνα στο Προσκυνητάρι. Τα Εξαπτέρυγα περιμένουν, ο νεωκόρος, τα μοίρασε, δυσεύρετα τα παπαδάκια, πολλά τα ερεθίσματα, κολύμπι, καράτε, judo, ποδόσφαιρο -αυτό πάντα υπήρχε, αλλά  κάπως τα βολεύαμε-, ράγκμπι και γυμναστήριο. Ευτυχώς υπάρχουν άνδρες που είναι πρόθυμοι.  <Πάντων Υμών... και πάντων των ευσεβών...>   Γιαγιά, τι λέει; - Σσσς, θα σε πω ύστερα.  - πότε; - Αντε πήγαινε στην μαμά σου...
 
Κοιτάζω και ο Κ. Καβάφης έρχεται στο μυαλό μου με το ποίημα του, <Την Εκκλησιά αγαπώ> και πόσο δίκιο είχε που την αγαπούσε. 
 
Την Εκκλησιά που οι μυρωδιές και οι  ψαλμωδίες της,  ο κυρ-Μητσάκης, οι  άρτοι με το γλυκάνισο,  ο Πατ. Γερμανός στον Άμβωνα,  ο Πατ. Αχιλλέας στο Ιερό Βήμα  και ο Δεσπότη μας ο Ιάκωβος, έδωσαν και σε μένα τα κίνητρα για να την αγαπώ όπως  την αγαπούσε ο Αλεξανδρινός Κωνσταντίνος, ο άνθρωπος που είχε ρίζες από την Πόλη. 
 
Στο σύμπλεγμα της αγάπης και τα υπόλοιπα. Το άνοιγμα της πόρτας με μια αρμαθιά φύλλα να εισέρχονται απροσκάλεστα στον νάρθηκα το φθινόπωρο που φυσούσε ο Βοριάς με μανία.  Τα καντήλια και τα μανουάλια, τα κεριά και οι λαμπάδες, οι Επίτροποι στο παγκάρι,  στη χάση και στη φέξη ο Πατριάρχης,  ο Παπάς και το θρόισμα από αυτά που φορούσε, τα Άμφια, τα ελαφροπατήματα του, ελαφρά και γρήγορα για να προλάβει να θυμιάσει αυτά, εκείνα, τα άλλα και όπου πρέπει. Από τα  σκαλιά του  Ιερού, στα δεξιά και στα αριστερά του,  την μιά Εικόνα και την άλλη, τον Δεσποτικό Θρόνο, βαδίζοντας στο ένα κλίτος και στο άλλο και στον Νάρθηκα αφήνοντας πίσω του συννεφάκια ευωδιαστά μαζί με τον απόηχο από το  κουδούνισμα του θυμιατού με τις μακριές αλυσίδες, ή τό άλλο, το χωρίς αλυσίδες, αυτό που σπάνια το βλέπουμε,. Αυτό που βγαίνει στην επιφάνεια τα δειλινά στις Ακολουθίες του Νυμφίου.
 
<<Όχι μην κάνεις τον Σταυρό σου τώρα, κάνε υπόκλιση - υπόκλιση; Τι θα πει;  - Σκύψε το κεφάλι σου. - Γιατί; - Πήγαινε στην μαμά σου...>>. Δεν πήγαινα. Άλλο γιαγιά και άλλο μαμά... Ήταν βέβαια και η θεία, το αποκούμπι μου, κυριολεκτικά και απόλυτα. Δεν με μάλωνε. Ποτέ.  Η αγάπη της ήταν σαν αυτήν που περιγράφει ο Απόστολος Παύλος όταν μιλούσε στην Κόρινθο.  
 
Κοιτάζοντας στο πουθενά βλέπω τον  Αη Γιώργη να  φανερώνεται στην ομίχλη των χρόνων και την Αγία Παρασκευή,  με το Αγίασμα της Ζωοδόχου Πηγής στον αυλόγυρό της, να εμφανίζεται σαν το Ουράνιο Τόξο στον αιθέριο ουρανό.  Αυτά τα χρώματα της Ίριδος  μετά από μια βροχή που κάνει τα φύλλα πάνω από τους τάφους στα μονοπάτια της γειτονιάς της Εκκλησιάς να αστράφτουν, χαρίζουν αρμονία, αισιοδοξία  και χαμόγελο ακόμα και στην σκέψη που με παρασύρει στις αγριοκαστανιές που λουλουδίζουν. Λευκά και τριανταφυλλένια ανθάκια πετούν στον Θεραπειανό αέρα για να με μεταφέρουν  όταν,  λίαν πρωί, έγερναν τα κλαδιά τους για να τα ακουμπήσουν στην σελίδα που έγραφε, <Διαγενομένου του Σαββάτου...> την ώρα που ρόδιζε η αυγή τον ουρανό. 
 
Αντίδωρο και Δι’ ευχών...
 
Πάσχα και φέτος,  του Αη-Γιωργιού αύριο και η αγάπη συνεχίζεται.
 
Καλά να είμαστε, Χριστός Ανέστη!
 
Νίκη Beales
Απρίλιος 2026
Μπάκινγκχαμ, Αγγλία

Wednesday, 25 March 2026

Δυό δρομάκια

 
Παράλληλα. Το φαρδύτερο, άρχιζε από το Τσαρσί, από την γωνία που ήταν το αρχοντικό του Haydar bey όπου συναντιόταν με το σπίτι της κυρίας Ολγας, αρχοντικό και αυτό δίπλα στο Bogurtlen sokak. Το δεύτερο ξεκινούσε από την πλατιούλα του χωριού, απέναντι από το πάρκο με τον ανδριάντα. Τώρα, γιατί λέμε και λέγαμε τα Θεραπειά χωριό, άγνωστο το ερώτημα που χρειάζεται κάποια απάντηση και δικαιολογία.  Με ένα τόσο επιβλητικό ξενοδοχείο, καλόγουστο και γεμάτο αρχοντιά το παλιό Τοκατλιάν του καιρού εκείνου, στην γωνιά απέναντι από την βαπορόσκαλα και με το κακόγουστο άδειο από καλαισθησία αυτό που το αντικατέστησε, πολυτελείας και τα δυό, όπως και να το κάνουμε, με θέρετρα ξένων Πρεσβειών, κομψότατες βίλες, και σκάφη με κατάρτια, χωριό γίνεται;  Και όχι μόνο αυτό αλλά και να έχει εκεί την έδρα της η Μητρόπολη Δέρκων; Μήπως το λέμε έτσι από αγάπη; 
 

Στα δρομάκια, τα σοκάκια CIRA - που ήταν πιό μεγάλο - και  SARDUNYA που ήταν μικρότερο,  έδρευαν δυό φωλιές, ας πούμε σαν τις Πρεσβείες των ξένων χωρών δεξιά και αριστερά του λιμανιού, που είχαν επιλέξει για εαρινή διαμονή τους τα φτερωτά, ορατά και άρτια ποιήματα του πλάστη μας. Το κάθε ένα ήταν, για μένα, κομβικό σημείο του βασιλείου μου. Το σπίτι μας ήταν στο στενότατο Σαρντούνγια σοκάκ  απέναντι από το περιβόλι με τις μανόλιες του Χαριτωνίδη. Το σπίτι του Χαριτωνίδη έβλεπε στην πλατεία των Θεραπειών και η καμινάδα του φιλοξενούσε κάθε χρόνο την πρεσβεία των πελαργών, κοινώς λελεκιών, -leylek στα Τουρκικά-. Το υπνοδωμάτιο, η κρεβατοκάμαρα στην καθημερινή μας ομιλουμένη, των γονιών μου, στην πρόσοψη του σπιτιού μας στο δεύτερο ή μεσαίο πάτωμα, ανάλογα πως μετρούσαμε τα πατώματα, επειδή υπήρχε και ένας μικρός όροφος με τρία- τέσσερα σκαλιά ενδιάμεσα με ένα μόνο δωμάτιο/κάμαρα-κάμαρη, που με μπέρδευε στο μέτρημα, είχε ένα παράθυρο στην γωνία. Από εκεί σαν τον Ξέρξη που παρατηρούσε την ναυμαχία της Σαλαμίνας από το όρος Αιγάλεω, με την διαφορά ότι εκείνος καθόταν αναπαυτικά στον θρόνο του, εγώ πατούσα στις μύτες των ποδιών μου σηκώνοντας ψηλά το βλέμμα μου για να παρακολουθώ τα καμώματα των λελεκιών. Τα λυγερά αυτά πουλιά, με τις γάμπες που έμοιαζαν να είναι έτοιμες να σπάσουν έφταναν ποιός ξέρει από που και αφού αναπαυόταν για λίγο,  άρχιζαν τα σούρτα φέρτα για να επιδιορθώσουν το μισογκρεμισμένο από τα βόλια και τους αέρηδες της βαρυχειμωνιάς, θέρετρο τους.
 
Περίμενα πως και πως να συναντήσω την Λίτσα που στο σπίτι της σε μια γωνιά κάτω από την στέγη στον εξώστη με τα άσπρα κάγκελα, στο παράλληλο με το δικό μας στενό, Τζιρά σοκάκ, θα είχαν φτάσει τα χελιδόνια. Από ότι ήξερα πως και αυτά που θα κατέφθαναν την ίδια μέρα, θα καταπιανόταν με παρόμοιες εργασίες. Λίγη ανάπαυση μετά από τόσο δρόμο και τόσα Air Miles όπως λέμε σήμερα, θα άρχιζαν τα πάνε και έλα και έρχομαι,  για να βρεθούν τα υλικά και με καλφάδες τους εαυτούς τους, θα άρχιζαν τις επισκευές της εστίας που την είχαν αποχαιρετήσει το περασμένο φθινόπωρο. 
 
Δεν ήταν μόνο οι απόψεις και τα πορίσματά μας που θα ανταλλάζαμε, ως προς την επισκευή του σπιτικού του κάθε ιπτάμενου ζευγαριού, πάντα έρχοταν δύο πελαργοί στην καμινάδα της κυρίας Ζαχαρώς Χαριτωνίδη και πάντα δύο χελιδόνια στην ταράτσα της οικογένειας της Λίτσας μέχρι να αποκτήσουν πελαργόπουλα και χελινοδόπουλα, αλλά και  οι ευχές, τα αγκαλιάσματα και τα ματς-μουτς αφού γιόρταζαν μαζί με την φιληναδίτσα μου και οι δυό γιαγιάδες μας, Ευαγγελίες και οι δυό.  Και μετά τα Χρόνια Πολλά και τις καταλήξεις των απόψεων μας γεννιόταν το ερώτημα, πόσα λελέκια και πόσα χελιδόνια χρειάζονται για να μυρίζει Ανοιξη; 
 
Όπως-όπως ανάπαυση την πρώτη μέρα. Δεν θα γινόταν αλλιώς. "Σήμερον της σωτηρίας ημων Το Κεφάλαιον" διάβαζε η Εκκλησία. Αργία. Στα δυό δρομάκια, στις δυο φωλιές, τα πετεινά του ουρανού, ήθελαν να ακούσουν τα διαβάσματα. Εικοσιπέντε Μαρτίου ήταν.
 
Νίκη Beales
Του Ευαγγελισμού 2026
Καλά και πολλά χρόνια σε όλους
Μπάκινγκχαμ Αγγλία

Tuesday, 17 March 2026

Μερικές μικρές μαργαρίτες

 
Μια Κυριακή στην Άνοιξη, που τα πάντα ετοιμάζονται να ανοίξουν, καρδιές και φύλλα για να λουλουδιάσουν τους κάμπους και τις όχθες των ποταμών και τις πλαγιές των λόφων στα ξαφνικά, μας χαμογελά.
 

Χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει και η ανακύκλωση συνεχίζει να περιτυλίγει το βιός μας. Αγριολούλουδα φυτρώνουν μπροστά στο κατώφλι μας και αυτή η μια Κυριακή, κάπως αλλιώτικη απ τις άλλες μας κάλεσε όπως το έκανε από τότε που μπορώ να θυμούμαι τον εαυτό μου,να πάμε επίσκεψη. Ήμασταν καλεσμένοι οικογενειακώς από την κυρία Κυριακή να πάμε στο σπίτι του Θεού κάθε εβδομάδα και κάποιες άλλες μέρες. Και για αυτό φορούσαμε τα καλά μας ρούχα για να χαίρεται που μας βλέπει. Αυτά έλεγαν οι μεγάλοι του σπιτιού και όλες οι θείες όταν πήγαινα  να φιλήσω το χέρι τους και να τους πω <να με συγχωρέσετε> πριν πάω να πάρω <χρυσό δοντάκι>. Έτσι έκαναν τα παιδιά. Το χρυσό δοντάκι ήταν φυσικά αόρατο, απορούσα και ρωτούσα γιατί δεν το βλέπω. Η απάντηση ήταν <οταν μεγαλώσεις>. Φυσικά περίμενα.
 
Από πολύ  νωρίς κατάλαβα πως  ο Θεός είχε και άλλα σπίτια εκτός από αυτά που είχε στα Θεραπειά και στο Μπουγιούκντερέ, είχε και στο Γενή Μαχαλέ, και στο Μπεϊκοζ, στο Τσενγκιελκιοϊ και αλλού στα Ανατολικά παράλια, στο Νιχώρι, στην Στένη και πιό μακριά. Είχε και μικρότερα σπιτάκια ακόμα και μέσα σε βράχους που έτρεχε νεράκι μέσα...
 
Λουστρινένια παπουτσάκια με μπαρέτα και άσπρα καλτσάκια μέχρι κάτω από το γόνατο με φουντίτσες στο πλάϊ, με την γιαγιά μου να με κρατά από το χέρι για να περάσουμε αντίκρυ. Στο άλλο χέρι, ένα ματσάκι από μερικές μικρές μαργαρίτες που τις μάζευα καθ' οδόν. Βιαστικά για να προλάβουμε, μήπως χάσουμε την καμπάνα. Θα μπαίναμε στην Εκκλησία, μετά το κερί και το ψιθυριστό <καλημέρα σας> στους πάντοτε παρόντες επιτρόπους, θα βάδιζε η γιαγιά στο στασίδι της στο δεξιό κλίτος και εγώ από πίσω.
 
Η θεία μου θα ήταν ήδη εκεί, η μαμά μου θα ερχόταν λίγο αργότερα και μετά τα δικά της καλημερίσματα θα πήγαινε στο δικό της στασίδι, στο αριστερό κλίτος, πίσω από τον Άμβωνα, απέναντι από τον Δεσποτικό Θρόνο και εγώ τότε θα άλλαζα θέση και η επίβλεψη της γιαγιάς έπαιρνε τέλος για να παραλάβει τις ευθύνες της η μητέρα. Τα στασίδια τους ήταν σχεδόν απέναντι το ένα από το άλλο, θα ήταν πολύ πιό εύκολο να διασχίσω τον κυρίως Ναό και να πάω πιό σύντομα. Αλλά δεν ήταν κάτι που θα το επέτρεπαν οι οδηγίες που λάμβανα πριν ακόμα ξεκινήσουμε.  Έτσι, με χτυποκάρδι που ακόμα είναι ριζωμένο στην καρδιά μου, έκανα μεταβολή προς τα πίσω περνώντας από τις ράχες των θείων μου και τον κυρίων τάδε και δείνα οι οποίοι, καθώς και οι περισσότεροι άνδρες, στέκονταν πάντα στην πλευρά που ήταν η Εικόνα του Χριστού. Προσπερνώντας  μερικά μανουάλια  για να πατήσω το σανίδι που στεκόταν η μαμά μου, το χάϊδεμα του βλέμματος της και η κίνηση της  κεφαλής  της γιαγιάς μου από μακριά, το τρυφερό βλέμμα της θείας μου, ήταν η αναγνώριση και του σιωπηλού επαίνου. 
 
Φέρνοντας στον νου μου την αλλιώτικη Κυριακή που λέγαμε, με βλέπω, να παραδίδω τον μικρό μου θησαυρό, τις  μαργαρίτες,  στον καντηλανάφτη για να τις τοποθετήσει μαζί με τα άλλα άνθη πάνω στον δίσκο με τα τρια κεριά και τον Σταυρό στην μέση. Ήταν η Γιορτή της Σταυροπροσκυνήσεως.  
 
Φωτογραφίες και ζωγραφιές αποτυπωμένες, εκτυπωμένες, ευλαβικά αποθηκευμένες, πιθανόν ωραιοποιημένες και ζουν στο πλαίσιο που λέγεται τότε. 
 
Το ατομικό, στον μικρόκοσμο μου, <τότε>,  με τις δικές μου αγριομαργαρίτες στην δική μου Πόλη, στον δικό μου Βόσπορο, στο δικό μου λιμάνι, στα ταπεινά στασίδια της Αγίας Παρασκευής,  δεν σβήνεται με μια μονοκοντυλιά ούτε και με πολλές.
 
Νίκη Beales
Της Σταυροπροσκυνήσεως 2026
Μπάκινγκχαμ, Αγγλία

Monday, 9 March 2026

Προσκυνήματα πολλά

 
Τα βλέπω από το παράθυρο. Μάρτης μπήκε, η Σαρακοστή άρχισε, ακούστηκαν τα φετινά πρώτα Χαίρε. Πνευματική κληρονομιά, ήθη και έθιμα,  χέρι-χέρι.
 

Θεραπειά, με την Άνοιξη να στέκεται δίπλα μας, το γλυκοσούρουπο να αγκαλιάζει το λιμάνι με τις αραγμένες βάρκες, τους γλάρους που έκαναν τις τελευταίες τους βουτιές για το στερνό βραδινό τους γεύμα πριν πάνε για ύπνο, με την θάλασσα να γαληνεύει και η Αγία Παρασκευή να μας περιμένει.  Μαζί με τον Ιερουργό που μπροστά στην Εικόνα της Παναγιάς, στα αριστερά της Ωραίας Θύρας να απαγγέλλει τους στίχους δυνατά και καθαρά για μην χαθεί συλλαβή και χαλάσει η ομοιοκαταληξία, κάθε  Παρασκευή βράδυ μέσα στις νηστείες, άλλος λίγο, άλλος πολύ, ψιθυρίζαμε και εμείς τα λόγια που ακούγαμε κρατώντας την Σύνοψη στα χέρια μας. Η γιαγιά μου που επέμενε να παρακολουθεί την Ακολουθία "ορθοστάδην" τα ήξερε απ' εξω, par coeur, από καρδιάς,  που λεν οι Γάλλοι. Το ίδιο και η μαμά μου και η θεία μου, η αδελφή της.  
 
Μνημονεύοντας την Αναστήλωση, Θεού θέλοντος, λιτανεύτηκαν οι Εικόνες στους Ιερούς Ναούς και καιρού επιτρέποντος, στα προαύλια τους, όπως το θέλει η παράδοση που περνά από γονιό σε παιδί, από την μιά γενιά στην άλλη για να ζει και να βασιλεύει από τόσους αιώνες στους αιώνες του μέλλοντος. Η μεταλαμπάδευση, ευθύνη και βαριά κληρονομιά, συνάμα ελκυστική.   
 
Τα Χαίρε στην Παναγία που με πρώτο και καλύτερο το Άλφα του αλφαβήτου μας, θα συνεχίσουν τον δρόμο τους μέχρι που θα φτάσουν στην κατάληξή τους στο Ωμέγα. Παρέα και συντροφιά τους οι Οίκοι που και το δικό τους βαθύ νόημα  είναι αμέτρητο. Τα Χαιρε-Προσκυνήματα στην Παναγιά που ακούγονται στις Εκκλησιές του Γένους μας ανά τον κόσμο, στην απαράμιλλη Βυζαντινή Ελληνική της Βυζαντινής Υμνολογίας και Υμνογραφίας που από το 626 ενώνουν το παρελθόν με το μέλλον αφού εξιστορούν την αρχή που δεν έχει τέλος. 
 
Θωρούμε το μελωδικό νόημα που αρχίζει με τον Ευαγγελισμό, κοιτάζοντας την Εικόνα και βλέποντας τον Άγγελο να  παρουσιάζεται ξαφνικά  για να  πει αυτά που είπε στην κοπελίτσα, και αυτή να τον αντικρίζει με απορία και να έχει την παρρησία της ειλικρίνειας να τον ρωτήσει για αυτά που θεωρεί παράξενα. Η αρχή, το Άλφα της ποίησης και της Ποίησης.   
 
Τα βλέπω απ’ το παράθυρο, πετούν, κυνηγούν το ένα το άλλο, παιχνιδίζουν με τα σύννεφα και μεταξύ τους, τσακώνονται. Ξαποστένουν για λίγο στα κλαδιά που αρχίζουν να πρασινίζουν και ξανά αρχίζουν τις αεροδρομίες. Πόσο μακριά πηγαίνουν; Πόσο αντέχουν τα φτερά τους; Τα βλέπω να πετούν και θέλω να πιστεύω πως με τον μάστρο-άνεμο για πλοηγό, τον ουρανό κυβερνήτη και τα σύννεφα αεροσυνοδούς  για να τα προσέχουν. Παρακαλώ και ελπίζω πως τα άστρα θα φωτίζουν το διάβα τους και πως θα προλάβουν να βρεθούν στην Βλαχερνίτισσα, για να ακούσουν τους Χαιρετισμούς από τον Πατριάρχη μας, το Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε, στην γενέτειρα του ΤΗ ΥΠΕΡΜΑΧΩ.
 
Ταξιδιάρικα πουλιά, δώσετε Προσκυνήματα.
 
Νίκη Beales
Σαρακοστή 2026
Μπάκινγκχαμ, Αγγλία

Sunday, 1 March 2026

Σε ένα από τα λιμάνια Της

 
Γέννημα - θρέμμα των Θεραπειών, του Γιάννη και της Θωμαής, ο θείος Μόρφης. Εγγονός του Πολυχρόνη, αδελφός της θείας Ελένης, του θείου Κώτσου, του θείου Σταύρου  και ανηψιός της θείας τους, της Ευριδίκης ο Ευμόρφιος,  όπως ήταν το Βαπτιστικό του, που γιόρταζε στην γιορτή της Μεταμορφωσεως και τα τραταρίσματα ήταν νηστίσιμα, μαζί με την σύζυγό του Αθανασία και τα δυό τους παιδιά Νίτσα και Γιαννάκη είχαν στήσει το σπιτικό τους στο Τσαρσί, δίπλα  στο σπίτι του Μανδηλά.  Στο ισόγειο είχε το μεσιτικό του γραφείο, to  EMLAK BUROSU, όπου και προσκαλούσε συγγενείς,  φίλους και εκλεκτούς περαστικούς για έναν καφέ, στο πόδι, και σοχμπέτι (κουβεντούλα).
 

Υπέρ χαρισματικός ο θείος Μόρφης, η ψυχή της παρέας, όπως έλεγαν οι μεγάλοι, σαν τον Μάρτη που δεν λείπει από την Σαρακοστή, δεν έλειπε από καμιά συγκέντρωση και συνάξεις της ευρείας οικογένειας - το Πολυχρονέϊκο ήταν μεγάλο σόι, καθότι ο προπαππούς Πολυχρόνης γέννησε πέντε παιδιά, όλα αγόρια και αυτά με την σειρά τους γέννησαν δικά τους παιδιά. Από χορούς και διασκεδάσεις, πρώτος και καλύτερος στις χοροεσπερίδες, με τα βαλς και τα ταγκό, με ειδικότητα στις καντρίλιες  και στο <πολίτικο κασάπικο>. Κανταδόρος και πασίγνωστος για τα ανέκδοτά του όχι μόνο στα Ελληνικά αλλά και λίγο-πολύ, τσάτρα-πάτρα και κουτσά-στραβά, στις άλλες γλώσσες που κυκλοφορούσαν στην Πόλη. 
 
Φυσικά μέσα σε όλα προτεραιότητα του είχε την Εκκλησία. Πως να μην την είχε, Πολίτης  ήταν,  στα Θεραπειά ζούσε, όπως οι περισσότεροι Χαραλαμπόπουλοι (παλαιότερα το επίθετο τους ήταν Δαγρέ). Η Εκκλησία,  με τις ακολουθίες  και τα όλα της, ήταν ζυμωμένη με την ζωή μας και μέρος της,  στο αίμα μας, στο DNA μας, που λέμε σήμερα και αλλοίμονο! Οι γιορτές που διαδέχονται η μια την άλλη και που σταματημό δεν έχουν,  κατά κάποιο τρόπο καθοδηγούσαν το <κάθε μέρα μας>. Μαζί με το <Κίτσα, τι θα μαγειρέψεις σήμερα;> και <να έρθω για καφέ αύριο στις έντεκα;>, οι επισκέψεις για τα χρόνια πολλά και τα κεράσματα, οι χαρές, τα γεννητούρια, οι κηδείες και τα Τρισάγια, μέρος του ζην και του ευ ζην μας. Όλο το χρόνο. Με το που έφευγε το Δωδεκαήμερο σκεφτόμασταν τις Αποκριές με τον καλοχτενισμένο αφράτο χαλβά με κουκουνάρι, τα τουλουμπάκια και τα μπαμπαδάκια με το καϊμάκι από το Σαράϊ , άσε τους λουκουμάδες και τα μπακλαβαδάκια με σαμ-φιστίκια από το Ουτς Γιλντιζ στο Μπαλίκ Παζάρ (ψαραγορά του Πέρα)  και το Μπακλαχουράνι, τους Χαιρετισμούς και την Κυριακή της Ορθοδοξίας, που για μένα, Αναστήλωση σήμαινε ο περίπατος των Εικόνων στην αγκαλιά του ενός και του άλλου στην Εκκλησία και δεν χρειαζόμουν άλλες εξηγήσεις.
 
Λέμε για Εικόνες και κοιτάζω πάνω στο Παλιομοδίτικο ερμάρι, που από καιρό κατοικούν τα Εικονίσματά μου, παλιά και καινούργια, από την μια γιαγιά και από την άλλη, μικρές, μεγάλες, ασημένιες που χρειάζονται γυάλισμα και αυτές της σημερινής μόδας που δεν χρειάζονται, τον Αγιο Στυλιανό και φυσικά της Παναγίας και μια παμπάλαια από το 1871, της προγιαγιάς Λεμονιάς που έχει την Αγία Παρασκευή με την Αγία Βαρβάρα μαζί δίπλα-δίπλα.  Πρόσφατα προστέθηκαν  και δυό άλλες,  μουσαφίρησσες.
 
Του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου η μία, της Αγίας Παρασκευής η άλλη.  Σκούρο-γαλάζιος ο περίγυρος και όχι χρυσός. Ζωγραφισμένες ή  Αγιογραφημένες  όπως και να ονομάζεται η μαεστρία που ένα ανθρώπινο χέρι έβαλε για να τοποθετηθούν στο εικονοστάσι με τα δαντελένια κουρτινάκια και το καντηλάκι κάπου σε μιά συνοικία της Πόλης, ενός  Ιμβριώτικου νιόπαντρου ζευγαριού, μια φορά και έναν καιρό.  

Καθώς τα γυρίσματα του καιρού αλλάζουν τα δεδομένα, το ζεύγος των εικόνων έφυγε από τον χώρο του για να ακολουθήσει μια τροχιά που το έφερε σε άλλους κόσμους. Σαν το μικρό καράβι στο τραγουδάκι  το οποίο έκανε ένα μακρύ ταξίδι στην Μεσόγειο, οι δυό "Πολίτισσες" έκαναν και αυτές ένα μακρύ ταξίδι, αλλά με μεγάλο καράβι που σάλπαρε για μακριά, πιό μακριά από την Μεσόγειο, για ένα λιμάνι στην Νέα Ηπειρο.  Αραξε το πλοίο και με το πλαφ της άγκυρας που έριξε ο καπετάνιος,  οι με ευλάβεια τυλιγμένες, μέσα σε μιά βαλίτσα Εικόνες, σταμάτησαν για να ξαποστάσουν και σαν μετανάστες πλέον να παροικίσουν σε καινούργια χώματα.
 
Η παροικία βάσταξε χρόνια πολλά αλλά όπως φαίνεται δεν ήταν παντοτινή. Μερικούς μήνες πριν, πήραν την οδό της επιστροφής διασχίζοντας γή, θάλασσα και ουρανό με  προορισμό του δρόμου τα μισά, για να βρουν φιλοξενία για λίγο στο δικό μου, το δίχως δαντελωτό κουρτινάκι εικονοστάσι, πίσω από την δική μου καντηλίτσα. Ο Άγιος Ιωάννης κρατά Σταυρό όπως συχνά απεικονίζεται, η Αγία Παρασκευή, με Σταυρό στο ένα χέρι και στο άλλο ένα κλαδί ελιάς και όχι δισκάκι με μάτια.
 
Καλό είναι το μουσαφιρλίκη. Μια χαρά η θέση τους στα δικά μου εικονίσματα, αλλά καιρός επέστη και η περιπλάνηση τους με προσωρινές  άδειες παραμονής, έχει πλέον λήξει.
 
Ξεκίνησαν από εκεί που πρωί-βράδυ η Ανατολή ανταμώνεται με την Δύση για να ψιλο-κουβεντιάσουν και να πούν τα δικά τους, από εκεί όπου ο ήλιος,  φορώντας το πιο βαθύ του πορφυρό ένδυμα,  βασιλεύει με βασιλική μεγαλοπρέπεια στην ψυχή της Βασίλισσας των πόλεων, και σε ένα "εγγόνι" Της, θα καταλήξουν για μόνιμη πλέον εγκατάσταση. 
 
Στο βαθύ περβάζι ενός τοξωτού παραθυριού στην καρδιά της Αγγλίας, στην Εκκλησία της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας της πόλης Μιλτον Κηηνς,  η οποία υπάγεται, όπως όλες οι Ελληνορθόδοξες Κοινότητες στην Μεγάλη Βρετανία, στην Αρχιεπισκοπή Θυατείρων  (θυγατέρα της μητέρας Εκκλησίας),  θα εγκατασταθούν.  Το βλέμμα της Βλαχερνίτισσας, που εκεί έχει το Παρεκκλήσι Της, θα τις καλωσορίσει με παρηγορητικά σιωπηλά λόγια, πως  μακριά από  θάλασσες και τρικυμίες θα βρουν ζεστή αγκαλιά σε ένα από τα λιμάνια της Βασιλεύουσας. 
 
 <Όπου γης και πατρίς> και η θεία Παρασκευή με τα πιο γλυκά γαλανά μάτια του κόσμου και ο θείος  Γιάννης θα κοιτούν από τα ψηλά, πιο πέρα και από τα σύννεφα και θα βλέπουν πίσω από το παραθύρι τις εικόνες τους  που θα ζήσουν την δική τους Αναστήλωση  στην Επέτειο της  Αναστήλωσης. 
 
Την Κυριακή της Ορθοδοξίας γιόρταζε η μια από τις εξαδέλφες μου, η  Ευδοξία. Η άλλη μου εξαδέλφη, η Ρίτα, της χάρισε ένα λεύκωμα, Ο θείος ο Μόρφης που λέγαμε πιο πάνω, έγραφε και στιχάκια ανάλογα με την περίσταση. Εκεί στο Emlak Burosu στο τσαρσί των Θεραπειών, σκάρωσε ένα μοναδικό ποιηματάκι για να μείνει ανεξίτηλο στην πρώτη σελίδα του Λευκώματος που η Ρίτα αφιέρωσε στην κοινή  μας την εξαιρετική εξαδέλφη: 
 
Η πιο μεγάλη μας γιορτή
είναι η Ορθοδοξία
για αυτό ποτέ δεν ξεχνώ
καλή μου Ευδοξία            
 
Νίκη Beales
Της Ορθοδοξίας 2026
Μπάκινγκχαμ, Αγγλία

Tuesday, 10 February 2026

Γλώσσα μου πάει...

 
Γλυκιά η μελωδία, προσκαλεί όποιον την ακούει να την συνοδεύσει με ένα λίκνισμα και ένα ψυθίρισμα έστω και σιωπηλό. Τραγουδιστή η γλώσσα, δένεται άριστα με το χρώμα της μουσικής που θωπεύει την ακοή που αν την προσέξεις κάτι θα αρπάξεις, θα βγάλεις νόημα αφού η ντοπιολαλιά αυτή προέρχεται από τα αρχαία χρόνια των Ελληνικών αποικιών που διατηρεί αρχαϊκά στοιχεία. Το πικρόγλυκο παράπονο μιάς γυναίκας καθώς προετοιμάζει τον εαυτό της να χωριστεί από τον άντρα της που θα ταξιδέψει για τον επιούσιο σε κάποιο ορυχείο, σε μια άλλη χώρα ελπίζοντας πως θα τον δει σε ένα χρόνο και το <γιατί μπαμπά φεύγεις;>  του παιδιού στον πατέρα του. Κατωιταλιώτικη η διάλεκτος ή αλλιώς Γραικάνικη ή  Griko του τραγουδιού <άντρα μου πάει>. Υπάρχει και η μετάφραση στην καθομιλουμένη που ερμηνεύεται από τις πιο καλές φωνές του Ελληνικού πενταγράμμου. 
 

Προσπαθώ να το ξεπεράσω αλλά δεν το καταφέρνω, η επιθυμία να ξανά ανταμώσω τον Καβάφη ανάμεσα στις αράδες  του  όταν περιγράφει  τους <Ποσειδωνιάτες> και τις γιορτές τους που τους θύμιζαν τα παλιά τους έθιμα και ότι κι αυτοί, μια φορά και έναν καιρό ήταν Έλληνες, είναι έντονη. Μοναδική η περιγραφή και μοναδικός ο Κωνσταντίνος Καβάφης που έζησε για ένα μικρό διάστημα στα δικά μου Θεραπειά και μαζί με τα πολλά και τα καλά, υπάρχει αποθηκευμένο ένα μικρό χειρόγραφο ποίημα του, στα Αγγλικά <Leaving Therapia>. 
 
Αυτές τις μέρες Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ έχει την τιμητική της και με παγκόσμια εμβέλεια αφού η 9η Φεβρουαρίου είναι η ανά την υφήλιο ημέρα της. Να μας ζήσει και να την χαιρόμαστε και να είναι καλά οι άνθρωποι που υποστήριξαν την πρωτοβουλία της αίτησης η οποία επιβραβεύει την προσφορά της στην επιστήμη, στην ανθρωπότητα και την μοναδικότητα της λαλιάς που μας κληροδότησαν οι πρόγονοί μας. Μια λαλιά που άντεξε στον χρόνο και στις συννεφιασμένες μέρες των μαύρων αιώνων σκλαβιάς και κατακτήσεων και που από αυτήν διδαχτήκαμε τα παντρολογήματα του δήμου με το κράτος, την συζυγία του άλγους με τον νόστο και την θεωρία της πολιτικής και αμέτρητα άλλα για να τα χαρίσει απλόχερα στην απέραντη πολιτεία της γηραιάς γης. Γράφτηκαν τραγωδίες και γράφονται ραψωδίες και κλείνουν συμφωνίες. Χίλια ευχαριστώ στην UNESCO.  
 
Ποιός την χάρη μας λοιπόν,  μέσα σε εννέα μέρες δυο γιορτές για τα δικά μας γράμματα και την δική μας γλώσσα, οι οποίες καθιερώθηκαν  η μια  στα μέσα του ενδεκάτου αιώνα και η άλλη, πρόσφατα. Βλέποντας την θάλασσα από ένα φωτεινό παράθυρο της πρώτης τάξης, καθισμένη στο θρανίο, κοριτσάκι με τις πλεξουδίτσες  και τους άσπρους φιόγκους μου, κολλητά με την Λίτσα με τους δικούς της κολλαρισμένους λευκούς φιόγκους, έμαθα για την πρώτη, από την κυρία Ευγενία στην Αστική Σχολή Θεραπείων. Μακριά από την θάλασσα, σε άλλη γη και σε άλλα μέρη, και με ασήμι στα μαλλιά αντί για φιόγκους, έμαθα για την  δεύτερη.  Δεν πειράζει, τηρώ κατά γράμμα το ρητό και γειράσκω αεί διδασκόμενη.
 
Μας κάνει περήφανους η γλώσσα μας!  Και ας είναι καλά οι "άλλοι " που  δραττόμενοι της ευκαιρίας την τροποποίησαν, την προσάρμοσαν  και την διαμόρφωσαν κατάλληλα  στα Σχολικά,  Εκκλησιαστικά και Λειτουργικά  τους εγχειρίδια, στην Θεία Ευχαριστία, στις ομιλίες και στις διαλέξεις, στα λογοτεχνικά και επιστημονικά τους κείμενα και στην καθημερινότητα του ζειν. Ετσι γίνεται  προσιτή στον άνθρωπο της διπλανής πόρτας, του κάθε πολίτη ακόμα και όταν επισκέπτονται τον οφθαλμολόγο και τον καρδιολόγο, το φαρμακείο, το κοιμητήριο και όχι μόνο.
 
Η απόδοση τιμών στην Ελληνική γλώσσα είναι ένα Ευχαριστώ για την προσφορά της. Ας πούμε και εμείς με την σειρά μας ένα ευχαριστώ σε εκείνους που χάρη σε εκείνους,  πολλές  φορές, ανακαλύπτουμε την δική μας γλώσσα  μέσα από την δική τους.  Κάτι είναι και αυτό.
 
Η γλώσσα μου πάει, η γλώσσα μου έρχεται.
 
Νίκη Beales
Φεβρουάριος 2026
Μπάκινγκχαμ, Αγγλία

Monday, 26 January 2026

Φιλογένεια

 
Τότε που όπως οι χιλιάδες τρυπίτσες των σφουγγαριών που τα παλικάρια της Καλύμνου και των άλλων νησιών βουτούν για να τα μαζέψουν, το μικρό μου μυαλουδάκι απορροφούσε κάθε τι ορατό και αόρατο, σε απόσταση αναπνοής ή όχι, δεν είχα γνωριστεί με αυτή την λέξη. Ήρθε στον δρόμο μου χρόνια και χρόνια αργότερα απρόσμενα και αποφάσισε να μείνει.
 

Παίρνοντας τα πράγματα με την σειρά, μια αρμαθιά από αρώματα και χρώματα, τιτιβίσματα πουλιών, το φρενάρισμα των αυτοκινήτων, το γαυ-γαυ των σκυλιών στους δρόμους και στις αυλές, τα μάαου-μιάου των γατιών στα κεραμίδια μαζί με την καμπάνα της Εκκλησίας, την φωνή του γιαουρτσή και το τσιρτσίρισμα από το τσιγάρισμα και την σύβραση  του κρεμμυδιού στο τηγάνι και τον παφλασμό των κυμάτων -αναπόφευκτο το τελευταίο αφού στα Θεραπειά μεγάλωνα- απροσκάλεστα, αποθηκεύοταν για τα καλά με την απόφαση να καθοδηγεί τα πάντα στην ύπαρξη μου.
 
Έτσι, οι βοές που έκαναν τα πότε θυμωμένα και φουσκωμένα και πότε χαδιάρικα κύματα τα οποία κατεύθαναν από την Μαύρη Θάλασσα  βάζοντας πλώρη να χαιρετήσουν τον Πύργο του Λεάνδρου, στην πορεία τους στο αντάμωμα με το Σαράϊ Μπουρνού, έγιναν μέρος του δικού μου εγώ. Όπως η ροή της θάλασσας που αφού προσπερνούσε τις Συμπληγάδες, τα Καβάκια και τα λίγα άλλα προάστια, για να ακουμπήσει στα πεταχτά την γωνιά που κάποτε στόλιζε το κομψό και αριστοκρατικό ξενοδοχείο Τοκατλιάν, αγνοώντας το λιμάνι, τραβούσε κατευθείαν για το Γερμανικό και το Χουμπερ.
 
Ανάμεσα στα παραπάνω και στα άλλα φαινόμενα της φύσης, τα φρου-φρού του αέρα άμεσα στα  φύλλα της μικρής ερικιάς στον κηπάκο μας, το απάτητο χιόνι στο Σούμερ Πάλας, το μαντολίνο και την κιθάρα του μπαμπά μου, το ταπ-ταπ της βρύσης -αλλοιώς του μουσλουκιού- στη <γούρνα>,  το Αγίασμα της Αγίας Μαρίνας που πήγαινα με την γιαγιά μου για να ανάψω την καντυλίτσα, ήταν και οι λέξεις στις κουβέντες, εκτός από τα έλα-έλα, τα μωρουδίστικα τζα και μπα, τα μαμά, τα μπαμπά και γιαγιά. Σιγά σιγά προστέθηκαν τα  "θα σε πω/θα με πεις, θα σε κάνω/θα με κάνεις/" . Τα πάντα Πολίτικα, τα πάντα Ρωμαίϊκα, Ρωμαίϊκο το σπιτικό, τι άλλο θα άκουγα;
 
Μέχρι τα έξι μου χρόνια που πήγα στο Σχολείο, αν εξαιρέσουμε τα εξελληνισμένα <μαμά-μπαμπά>, ούτε γρι από άλλη γλώσσα.  Πως αλλιώτικα; "Tη γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική" όπως μας λέει ο Ελύτης και με αυτήν γέμιζαν τα ώτα μου στην καθημερινότητά μου. Αυτήν κληρονόμησαν οι δικοί μου από τους δικούς τους και αυτή ήταν η καθομιλουμένη της οικογένειας. Και τα λόγια του Παπά στην Εκκλησία, αυτά έλεγαν. Εξυπακούεται βέβαια, η μακροχρόνια επαφή με το περιβάλλον και τους κατοίκους της χώρας κατέστησε την συνήθεια  να μπαίνουν Ελληνικότατες καταλήξεις στις λέξεις και ο manav έγινε μανάβης, ο bakal μπακάλης, ο kasap κασάπης, το karpuz καρπούζι, το kavun καβούνι (πεπόνι),  και τρέχα γύρευε...
 
Έξω από το σπίτι μας έκαναν τον περίπατό τους  και άλλες γλώσσες εκτός της Τουρκικής, η Αρμενική, τα τραγουδιστά Σπανιόλικα που μιλούσαν οι Εβραίοι της Πόλης, και η Γαλλική να κατέχει τα πρωτεία, η γλυκιά λαλιά των Λεβαντίνων με τα κομσί κομσά, τα παρντόν και τα μερσί, την κομίσια και την κομισιόνα, το κονσουλάτο, την αμπασάντα και τον αμπασαντόρο, τον αβουκάτο,  την πολίτσια της και τράβα κορδέλα. Δεν ήξερα τίποτα από αυτά μέχρι που πήγα στο Σχολείο, στην πρώτη τάξη της Αστικής Σχολής Θεραπείων. Εκεί, γνωρίστηκα με την Ενισέ Ηανιμ, την δασκάλα των Τουρκικών. Ομολογώ πως για πρώτη φορά, τα βρήκα μπαστούνια, όπως θα λέγαμε.
 
Το σπίτι μας ήταν γεμάτο από βιβλία, εφημερίδες, λεξικά και περιοδικά.  Ο μπάμπάς μου καταγινόταν με την Λαρούς συχνότατα, σε αυτό το λεξικο/εγκυκλοπαίδεια έβρισκε και έλυνε όλες τις απορίες του και αποστόμωνε όλους. Η μαμά μου πολύ συχνά πίσω από ένα βιβλίο και εγώ, πριν να πάω στα χέρια της κυρίας Ευγενίας και μέσα από <Τα καλά παιδιά> και όλα τα ντεφτέρια δεξιά και αριστερά, ήξερα να γνωρίζω το Άλφα, το Ωμέγα, μερικά ενδιάμεσα γράμματα όπως τα κεφαλαία που άρχιζαν τα ονόματα των τριγυρινών μου. Το Έψιλον της γιαγιάς μου Ευαγγελίας, το Σίγμα του μπαμπά μου Στέλιου, το Λάμδα της θείας Λεμονίτσας, το Δέλτα της κεκοιμημενης γιαγιάς Δέσποινας και το Κάπα των δύο παππούδων, Κώτσηδες και οι δυό, και οι δυό αναπαυόμενοι. Ήξερα βέβαια και το Νι. Το Άλφα της μαμάς μου ήταν πρώτο-πρώτο. 
 
Από τα περιοδικά θυμούμαι τον <ΘΗΣΑΥΡΟ> με την Χοντρή και τον Ζαχαρία, από τις εφημερίδες, την απαραίτητη ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ που έπρεπε να την καλο-διαβάσει η γιαγιά μου πριν περάσει στα χέρια των υπολοίπων κοινών θνητών. Είχαμε και το Femme d' aujourduhui. Η γιαγιά μου ήταν μανιώδης αναγνώστρια και ενημερωμένη για τα πάντα. Διάβαζε τον <Απόστολο Ανδρέα>, την <Κυριακάτικη Πρωΐα> και την <Εμπρός> και βέβαια την Σύνοψη. Ξεφύλλιζα και εγώ ότι έβρισκα και συχνά έβαζα τα γράμματα να παίζουν κυνηγητό με τις λέξεις, τις έκανα φιληνάδες και έκτιζα σπιτάκια με αυτές,  σαν τις πετρίτσες  που μάζευα μπροστά από το κατώφλι της γιαγιάς μου παίζοντας  σπιτικό με τις κούκλες μου και τον εξάδελφό μου Χαρίλαο. Πολλές φορές τις έβαζα κοντά την μιά στην άλλη για να βρω άλλες. Για το τελευταίο ευθύνεται ο μπαμπάς μου.
 
Τον άκουσα μια μέρα να μιλά με έναν συνάδελφο του, που ο πατέρας του ήταν Κρητικός και δεν μιλούσε Τουρκικά. Δικαιολογώντας τους φόβους του ηλικιωμένου Κρητικού, πως αν μάθαινε την Τουρκική γλώσσα θα ξεχνούσε την Ελληνική ντοπολαλιά του και θα αποκοβόταν τελείως από τον τόπο που γεννήθηκε και για να πείσει τον Νασιτ Μπέη πως ο πατέρας του δεν είχε και πολύ άδικο μια που τα Ελληνικά ήταν η τελειότερη γλώσσα του κόσμου, διάλεξε ο μπαμπάς μου δυό μικρές λέξεις, μιά μονοσύλλαβη και μιά τρισύλλαβη. Παν και Αγία. << Yan yana koy>> (τοποθέτησε τες την μια δίπλα στην μια στην άλλη) είπε ο μπαμπάς μου, << οldu, tamam >> (έγινε, εντάξει) είπε ο Νασιτ μπέης, <<Bak,  (κοίταξε) ΠανΑγία>> είπε και πάλι ο πατέρας μου, << Ah, Meryem Ana!>> αναφώνησε ο συνάδελφος...
 
Παναγία, η αγαπημένη λέξη που για αυτήν και με αυτήν υπερηφανεύοταν  ο πατέρας μου για την γλώσσα του, την γλώσσα μας, <την γλώσσα του Ευαγγελίου>, συμπλήρωνε και ας μην τον έβλεπε η Εκκλησία κάθε Κυριακή. Τον έβλεπε όμως πρωί-πρωί συχνά τις καθημερινές πριν μπει στο μοτοράκι πουτ-πουτ  για να περάσει στα αντικρυνά (Ασιατικά παράλια), να πάει στην δουλειά του. Πιστός στις παραδόσεις, πήγαινε για να φροντίσει τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του προς την Ενορία,  το ετήσιο <ενοίκιο> για το στασίδι της συζύγου και της πεθεράς του, να πληρώσει το αντίτιμο για τις έξι λαμπάδες, δυό για τον κάθε ένα μας, τρεις σκούρες για την Μεγ. Εβδομάδα, τρεις λευκές για την ημέρα του Πάσχα, έτσι για να έχει το κεφάλι του ήσυχο. Και δυό ακόμα λαμπάδες, για την πεθερά του...
 
Οι δύο λέξεις, παν και αγία, γοητευτικά ενωμένες, ισοβίως έφερναν στα μάτια του την Οικοδέσποινα της Πόλης,  την Βλαχερνίτισσα που δεν ήθελε να εγκαταλείψει. Το κατάφερε με κάποιο τρόπο.  Παρασυρόμενος από το ένα και το άλλο και όπως οι περισσότεροι, έφυγε. Ξαναγύρισε όμως. Πήγε για ταξίδι -το έκανε συχνά- μια μέρα και την δεύτερη έκλεισε τα μάτια του αφήνοντας την τελευταία του ανάσα εκεί και πολιτογραφημένος μόνιμος κάτοικος από χρόνια, ξεκουράζεται στην Αγία Ελένη. Στα ψηλά μέρη του Ροσινιόλ, εκεί που σύχναζε να πηγαίνει για να απολαμβάνει τα αηδόνια, στην αγκαλιά της Θεραπειανής γης, γείτονας με τους γονείς του. 
 
Εν τω μεταξύ αφού όπως είπαμε είχαμε γίνει φιλαράκια με τα λόγια, τους λόγους, το Άλφα και το Ωμέγα, παιχνίδι με το λεξιλόγιο συνεχιζόταν και μαζί του η αποθήκευση -που να ήξερα την σημασία της λέξης στα μικράτα μου-, στις αμέτρητες τρυπίτσες του σφουγγαριού που λέγαμε.  Το Παιδικό Φως και τα Κλασικά Εικονογραφημένα  έκαναν την εμφάνισή τους για να πάρουν θέση στα ράφια της Βιβλιοθήκης που ήταν ασφυκτικά γεμάτη και ευτυχώς, ο θείος Στυλιανός έβαλε ένα γερό σανίδι ανάμεσα σε κάθε ράφι της, αλλιώτικα θα έπεφταν όλα τα τα βιβλία μαζί και η Γαλλική Λαρούς.  Στα πάρε-δώσε και στα <αλισβερίσια> της κάθε μέρας, παρουσιάσθηκε ο Όμηρος και η Ιλιάδα του, στα καλά καθούμενα και κατά πόδας η Οδύσσεια. Έβλεπα την καημένη την Πηνελόπη που έπλεκε εκείνον τον ατελείωτο ιστό περιμένοντας τον Οδυσσέα της που θαλασσοδερνόταν, με τα τόσα γεροδεμένα νεαρούδια να την περιτριγυρίζουν και με έπιαναν κλάματα. Και όταν κινδύνευα να γίνω όμηρος της φαντασίας του Ομήρου, ερχόταν η γιαγιά μου και με σταθερή τρυφερότητα έκλεινε το βιβλίο, κοιτάζοντας αυστηρά την αγαπημένη μου θεία...
 
Μετρούσα και ξαναμετρούσα τα κουπιά και τα κεφάλια των Αργοναυτών του Ιάσονα στην ΑΡΓΩ, έχανα τον λογαριασμό και φτου κι απ' την αρχή. Συλλαβίζοντας,   θαύμασα τον Θησέα που μπόρεσε  να τα βγάλει πέρα με τον Μινώταυρο αλλά δεν άργησα να θυμώσω μαζί του για την αχαριστία του που παράτησε στην Νάξο την κακομοίρα την Αριάδνη στα κρύα του λουτρού. Ουδέν κακόν αμιγές καλού όμως, αφού από αυτή την ιστορία εμπνεύστηκε ο Ρίτσαρντ Στράους και να γράψει μελωδικά την όπερα του, Ariadne auf Naxos. Γενναίος και ομορφόπαιδο μεν ο Θησεύς, αλλά ξεχασιάρης. Με το παραλήρημα της χαράς και τα τραγούδια για την επιτυχία της αποστολής,  δεν άλλαξε τα πανιά από μαύρα σε λευκά και, όπως ο μύθος δηλοί, δεν άντεξε ο Αιγεύς και έπεσε στην θάλασσα. Χάσαμε τον Αιγέα και κερδίσαμε το Αιγαίον Πέλαγος. Αυτά έχει η ζωή που σαν το τρεχαντήρι  τρέχει και  σταματημό δεν έχει.   
 
Σαν το νερό στο αυλάκι που σαν βρει κατήφορο κυλά, το ίδιο έκαναν και οι μήνες και διαδέχοντας ο ένας τον άλλο, βρεθήκαμε στην καινούργια χρονιά. Πότε ήταν χτες; Πότε έγινε σήμερα; Ο Αη Βασίλης έφτασε φορτωμένος χωρίς να ξεχάσει να μας φέρει την (Αγιο)Βασιλόπιτά του. Τρέχουν και δεν φτάνουν τα Σωματεία και οι Κοινότητες, τα Αδελφάτα και οι Βοηθητικές Αδελφότητες Κυριών να προλάβουν πριν της Υπαπαντής να ευλογηθεί και να τελεστεί η Κοπή της Βασιλόπιτάς τους για να μην μπερδευτούν με τις Απόκριες, τις χοροεσπερίδες, τα ντινέ και τους μπαλ μασκέ. Το Εκκλησιαστικό ημερολόγιο δεν παίζει και ούτε πτοείται...
 
Μετά τον Αη Βασίλη και  όπως μας λέει το Κοντάκιο, "Επεφάνη σήμερον..." φωτίστηκαν και Αγιάστηκαν, από τον Κεράτιο μέχρι τα πέρατα της οικουμένης και μαζί με τις βρύσες και τα νερά, και ο αφέντης με την κυρά στον Εορτασμό Των Θεοφανείων. Προσπεράσαμε την Γιορτή του Αη Γιάννη και χωρίς να το καταλάβουμε, θα βρεθούμε στα λειβάδια δίπλα στους κελαρυστούς ποταμούς που ξεχειλίζουν από γνώση και την σοφία που διαχρονικά  οι μαΐστορες των γραμμάτων, οι τρεις μεγάλοι Ιεράρχες, μας χαρίζουν. 
 
Τιμώντας αυτούς τους Δασκάλους του Γένους οι οποίοι μας δίδαξαν παράλληλα με τα γράμματα, την αγάπη για το γένος μας, τιμούμε όλους τους εργάτες που μιμούμενοι το παράδειγμά των σοφών αυτών ανθρώπων, καλλιεργούν την μάθηση και μεταλαμπαδεύουν τα ιδανικά του γένους στα νιάτα του σήμερα, για να τα παραλάβουν με την σειρά τους, να γίνουν συνεχιστές της παράδοσης και να μυήσουν στις επόμενες γενιές το καύχημα της μάθησης και την Φιλογένεια.
 
Νίκη Beales
 
Ιανουάριος 2026
Buckingham, Αγγλία