Monday, 1 June 2020

«Ξεκινᾶμε, πᾶμε μακρυά...»


(Μι κόμα πίσκεψη στ Λεύκωμα «φωτο-μνμες» το καπετν Γιάννη Θεοδ. Παρρίση)


Θέλω ν πιστεύω πς να πολύτιμο λεύκωμα -πως ατό, τ σχάτως κδοθν π τ Ναυτικό Μουσεο τς Σκιάθου-ναμφίβολα εναι κι να στείρευτο ρυχεο, πνευματικ ρυχεο παραγωγς πανάκριβου ποπτικο  λικο. λικο, πο  δν εναι κι εκολο ν τ ξεπεράσεις κοιτώντας το μι φορ μονάχα κα θαυμάζοντας τις φωτογραφίες πο τ κοσμον. Γιατ θ πρέπει ν γνωρίζουμε, πς κάθε εκόνα του ποια  παλι φωτογραφία του, διακρατε  μέσα της, στν πυρήνα της δηλαδή, κα προβάλλει  σ σους προσπαθον ν τ μελετήσουν, χι μονάχα μι κρυσταλλωμένη μορφ το Χρόνου, λλ κι ναν λλο πολύτιμο θησαυρό: Τν γωνία κα τ παίδεμα κείνων τν παλιν ναυτικν μας. Θησαυρ θάνατο, λλ κα πολύτιμο, φο ατς εναι κι ποτελε τ μοναδικ ποπτικ λικ, πάνω στ ποο θ μαθητέψουν ο νέες γενιές.


μως, πειδ πολλ επα, καλ θ εναι ν λθω στ θέμα μου κα ν καταθέσω τ δικά μου τ βιώματα,  σα  δηλαδή, ζησα στ δικά μου τ παιδικ τ χρόνια τς δεκετίας το 1950. Χρόνια πο σχετίζονται μ τ ναυτικ ζω τν συγχωριανν μου, κα δν ταν, πιστεύω, διόλου διαφορετικ π παρόμοια βιώματα πο ζησαν στ γείτονα νσο Σκιάθο. Γιατί κενα τ δύσκολα χρόνια τν δεκαετν το 1950-60 ταν ντως  ο καιροί,  πο νθιζε στ νησιά μας τ γνωστ σ λους μας «μπάρκο». Μ λίγα λόγια τ νέα τ παιδιά, πειδ εχαν πολλς κα ποικίλες ποχρέωσεις -ν βοηθήσουν τος γονιούς, ν βγαλουν πέντε δραχμς, γι ν φτιάξουν τς προίκες τν δερφάδων τους, λλ κα ν κοιτάξουν κι ο διοι ν’ νοίξουν να σπίτι, ποφάσιζαν ν «μπαρκάρουν», ταξιδεύοντας ς νατες, ναυτόπαιδες κ.λ.π. σ ποντοπόρα πλοα. Κι ατό, γιατ στ χωρι τ πράγματα  ταν πολ  στριμωγμένα κα καχεκτικά. Τ μεροκάματα λίγα, ο δουλιές ραιές κα τ μαξούλια ποτε τσι, ποτε λλις. Γι᾿ ατ κα πολλο ποφάσιζαν ν βγάλουν τ λεγόμενο «φυλλάδιο» κα ν μπαρκάρουν σ κάποιο μεγάλο πλοο. λλοι πάλι διάλεγαν τ δρόμο τς ξενιτις σ μερική, Καναδ, Αστραλία κ.λ.π.


λλησμόνητες θ μείνουν ο μέρες κα ο στιγμς τς πρετοιμασίας κα τς φυγς. Μ πρόσωπα που νθιζαν μαραμένα χαμόγελα, λλ μ τ ματια «ν τρέχουνε σ βρύση» ποχαιρετούσανε τος συγγενες κα τος φίλους κι στερα, τν λλη μέρα κατέβαιναν στ Λουτράκι γι ν φύγουν μ τ κακι τ πλοο τς γραμμς. Μάλιστα,  ποτ δν κατέβαιναν μοναχοί τους, λλ πάντα κάποιοι τος συνόδευαν μέχρι ν ρθει τ πλοο. Κα τος συντρόφευαν μχρι τν τελευταία στιγμή...

Ναί, δν περιγράφονται ο στιγμς τς ναμονς τς ναχώρησης το ξενητεμένου κα μάλιστα κείνου πο γι πρώτη του φορ μπαρκάριζε. Γιατ λοι τ καταλάβαιναν πς ταν μεγάλη περιπέτεια κι πικίνδυνη συνάμα.

Μέσα στ Λεύκωμα ατ, λοιπόν, πάρχουν φωτογραφίες π τραγικς στιγμς πο ζοσαν ο ναυτικοί μας, διαίτερα στ μεγάλα ποντοπόρα πλοα, πο ταξίδευαν μέρες λόκληρες κα βδομάδες στος πέραντους τος κεανούς, βλέποντας, πως ναφέρει κα τ παλι λαϊκ τραγούδι «θάλασσα κα ορανό». Μονάχα πς κείνη θάλασσα δν ταν σν τν τρυφερή κα γνώριμη θάλασσα  το νησιο τους, λλ σκληρή, πικίνδυνη κα θύμιζε, σ καιρος φουρτουνιασμένους τν «μεγάλο βύθιο δράκοντα» τν μεταβυζαντινν τοιχογραφιν, πο πειλοσε ν καταπιε τ πλοο κα τος συν ατ.

Ο φωτογραφίες, πο δανείζομαι π τ ν λόγω Λεύκωμα κα παρουσιάζω, νομίζω τι π μόνες τους μς  φήνουν ν δομε κα ν βιώσουμε -κατ τ δυνατόν, βέβαια- τ ζω πο πέρναγαν ο ναυτικοί μας, «ο παπουριέρδις», πως τος λέγανε παλι στ χωριό μου, τ Κλήμα, λς κα ταν φοπλιστές!... στόσο, πρέπει ν σημειώσουμε, πς τίτλος ατς δν ταν κι σχετος, γιατ πράγματι, ταν μετ π να-νάμισυ χρόνο πολλς φορς, ξεμπάρκαραν κι ρχόντουσαν στ χωριό, φερναν γι τος δικούς τους πολλ κι μορφα πράγματα. Κυρίως δέ, ταν πι περιποιημένοι, καλοντυμένοι, λλ κα περιζήτητοι γαμπροί. Κι ς κουβαλοσαν πάνω τους να φορτίο δυνηρ κα δύσκολο: ατ τς ξενητις κα τς σκληρς, μ ρκετ δοκιμασία, δουλεις.

π. Κ.Ν. Καλλιανός