Sunday, 17 May 2026

Αυτό το μετά

 
Αυτό το μετά που είναι το πάντα… Αυτό το μετά, αστείρευτη θάλασσα… χρόνος άπειρος… ουρανός απέραντος… αχώρετο και απλησίαστο αυτό το μετά, ταυτόχρονα όμως και φυλαχτό καταδικό σου, εγκιβωτισμένο σε ένα τόσο δα μικρό απομεινάρι αγιότητας, φορεμένο κατάστηθα.
 

Το τώρα, μια ετοιμασία για αυτό το μετά… Ερχόμαστε για να πεθάνουμε και πεθαίνουμε για να ζήσουμε… Από τα συνθήματα στους τοίχους του Παραδείσου… Ωραίο και εντυπωσιακό να το ακούς και να το λες… Μα υπερκόσμιο το να το ζεις… Εάν δεν δω και ψηλαφίσω… Ναι, μακάριοι οι μη ιδόντες, αλλά συγχώρα με Κύριε, που επιποθώ ακήρατές σου πλευρές… Να κραυγάσει της καρδιάς η φωνή εκείνο το Προσδοκώ το πανίερο… Ω της θείας Αυτού συγκαταβάσεως! Στέλνει συνεχώς έμψυχες ακήρατες πλευρές ο μεμαρτυρημένος Άγιος Θεός! Τις στέλνει σαν Αναστάσιμους κήρυκες, και Αποστόλους Του, να διαλαλήσουν απανταχού της πλάσης, αχώριστα το Χριστός Ανέστη και το Προσδοκώ Ανάσταση νεκρών. Και έρχονται οι απεσταλμένοι του πολλές φορές μετά… Το βράδυ εκείνο, λίγα χρόνια αφού είχε κοιμηθεί ο Άγιος Ιάκωβος ο Τσαλίκης, μπήκε των θυρών κεκλεισμένων στο σπίτι του πνευματικού του παιδιού, του αγαπητού Εμμανουήλ του ανωτάτου δικαστικού. Εκείνος παραπονιόταν και έκλαιγε και έλεγε:
 
-Αχ Γέροντα έφυγες εσύ, έφυγε ο Γέροντας Πορφύριος, έφυγε και ο πάτερ Παΐσιος… Μας αφήσατε ορφανούς!
 
-Μα παιδί μου, είσαι και δικαστικός… κουτός είσαι; Τόσον καιρό κάτω όποτε μου ζητούσες να βάλω τον Άγιο Δαυίδ να μεσιτεύσει για κάθε σου πρόβλημα δεν το έκανα; Τώρα που είμαι πάνω και κάθε στιγμή μπορείς να με καλείς, τώρα παραπονιέσαι;
 
-Ευχαριστώ πολύ Γέροντά μου! Ναι, είμαι κουτός! Και έτσι όπως ήρθε έφυγε… κατέβηκε την σκάλα και εξαφανίστηκε! Τον είδα ολοζώντανο!
 

Έτσι εμφανίστηκε σε παρέα νέων έξω από τον Ναό του Αη Γιάννη του Ρώσσου στο Προκόπι. Εκείνοι δεν τον γνώριζαν! Τους σαγήνευσε τόσο ο ταπεινός του τρόπος και η πατρική του έγνοια να τους μυήσει στο μυστήριο της εξομολόγησης. Θέλανε επίσης να ανασαίνουν την ανάσα του που μοσχοβόλαγε! Έπειτα από λίγη ώρα, πληροφορήθηκαν ότι εκείνος ο παππούλης που τους μιλούσε και ευωδίαζε, είχε κοιμηθεί αρκετούς μήνες πριν!
 
Τώρα Ζω! Τώρα Ζω! Έτσι έλεγε ο Άγιος σε αμέτρητες εμφανίσεις του… μετά τον θάνατο, που εισήγαγε εις την άνω ζωή το ανθρώπινόν του…
 
Έτσι μας πληροφορεί και ο μακαριστός Μητροπολίτης Κεφαλληνίας Γεράσιμος, στις πολυάριθμες εμφανίσεις του μετά την κοίμησή του. Δεν υπάρχει τάφος! Εγώ τώρα Ζω!
 
Κατάγιομα από τέτοια αιώνια μετά, όλα τα συναξάρια της Αγίας μας πίστης. Εμφανίσεις μετά την κοίμηση… Αυτό το κεφάλαιο, με το οποίο τελειώνει κάθε βίος γνησίου φίλου του Χριστού, με το οποίο συνεχίζονται να συμπληρώνονται έως της συντελείας οι πράξεις των Αποστόλων...
 
Σε τέτοια κεφάλαια θα καταφύγουμε σε αυτήν τη σειρά των εκπομπών μέσα στο φετινό χαρμόσυνο Πεντηκοστάριο… Θα εξακολουθήσουμε βέβαια να αποζητάμε να γίνουμε και εμείς οι προσωπικοί παραλήπτες ενός τέτοιου μηνύματος… Βοήθει μοι τη απιστία Κύριε και Θεέ μου…
 
Νώντας Σκοπετέας
Πεντηκοστάριο 2026
 
Το βίντεο είναι εδώ

Saturday, 16 May 2026

Πατριαρχικές Πασχάλιες ευχές 2026

 
Με πολλή μεγάλη χαρά και αγαλλίαση γίναμε αποδέκτες της Πατριαρχικής ευλογίας και των Πασχαλίων ευχών της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού μας Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, με την ευκαιρία της Εορτής των Εορτών και της Πανηγύρεως των Πανηγύρεων, του ευλογημένου Πάσχα.
 

Ο Παναγιώτατος, από την Πάνσεπτη Έδρα του Οικουμενικού Θρόνου, το μαρτυρικό αλλά άσβεστο Φανάρι, μας απέστελε προσωπικές ευχές, τιμώντας μας με την πολλή όμορφη πασχαλινή του κάρτα και αναφερόμενος στο νεοεκδοθέν βιβλίο μας για την Αγία Ταβιθά, το οποίο ευσεβάστως του αποστείλαμε.
 

Η φωτογραφία της κάρτας είναι του Νίκου Παπαχρήστου και αποτυπώνει την «Ανάσταση του Κυρίου», εικόνα από ξυλόγλυπτο Προσκυνητάρι του Πάνσεπτου Πατριαρχικού Ναού.
 

Ευχόμαστε ολόψυχα ο Άγιος Θεός μας να σκέπει τον Πατριάρχη μας και το εσταυρωμένο Φανάρι. Τα Χρόνια Του δε να είναι Πολλά, καλλίκαρπα και πανευφρόσυνα, επ' αγαθώ της Μητρός Εκκλησίας! Ευχαριστούμε επίσης τον Κύριο, που μας τον χάρισε και τον εμπιστεύτηκε στο τιμόνι της Αγίας Εκκλησίας Του.

Friday, 15 May 2026

Ο Ήλιος Που Δεν Ήθελε Να Δύσει

 
Καιρό έναν και φορά μία, υπήρχε ένα ζευγάρι, η Όλγα και ο Ιάσονας. Η Όλγα έχασε τον μπαμπά της από τα οκτώ της χρόνια και αναγκάστηκε με τη μητέρα της να εγκαταλείψουν τα Ιωάννινα και να ζήσουν στην Ιτέα. Εκεί, στην όμορφη παραθαλάσσια πόλη ζούσε ο Ιάσονας με τους γονείς του και την αδελφή του την Άννα.
 

Τα δυο παιδιά συναντήθηκαν και έπειτα από πολλά χρόνια φιλίας αποφάσισαν να παντρευτούν. Μέσα σε μερικούς μήνες μετακόμισαν στο Ντονμπάς, μια πόλη στην άκρη της Ουκρανίας και δίπλα στη Ρωσία, αποκτώντας δίδυμα παιδιά, τον Ορφέα και τη Ντάλια.
 
Δώδεκα χρόνια έκλειναν σήμερα τα δίδυμα, ώσπου με μιας, φύσηξε ο Θεός και τους χάλασε τα σχέδια!
 
-Μα, πόλεμος!!! αναφώνησε η Όλγα.
-Ναι και ποιο είναι το θέμα, ούτως ή άλλως οι Ουκρανοί δεν πρόκειται να νικήσουν. Είπε ο Ιάσονας κόκκινος από τον θυμό του.
 
Ήταν μάλλον επειδή ο πατέρας της Όλγας ήταν από την Ουκρανία, ενώ αντίθετα το σόι του Ιάσονα καταγόταν από τη Ρωσία. Μαλλιά κουβάρια θα γινόταν η οικογένεια με τον ερχομό του πολέμου.
 
-Φοβάμαι πολύ, ακούστηκε μια σιγανή φωνή.
-Ντάλια, η αλήθεια είναι πως φοβάμαι κι εγώ αλλά έχω μια ιδέα.
 
Κάθε φορά που θα φοβάσαι, κλείσε τα μάτια σου και σκέψου κάτι ωραίο.
 
-Σαν τι; Μα δεν καταλαβαίνω! Κι ύστερα λένε ότι είμαστε και δίδυμα και καταλαβαινόμαστε απόλυτα μεταξύ μας.
-Λέω, σκέψου ότι είσαι κάπου αλλού, με κάποιους άλλους και γίνεται κάτι άλλο.
-Ααα! Το βρήκα! Είμαι σε μια σκηνή κρατώντας ένα μικρόφωνο και τραγουδώντας, έχοντας πολλούς θεατές.
 
Πράγματι, η Ντάλια είχε εκπληκτική φωνή.
 
-Γιατί δεν μου τραγουδάς ένα τραγούδι; πρότεινε ο Ορφέας.
-Ναι! Θα σου πω το ‘Πόσο Λυπάμαι!’ της Σοφίας Βέμπο! Ταιριάζει και με την περίσταση! ...Πολλές αγάπες γνώρισα, αγάπησα και χώρισα.
 
Ξαφνικά το τραγούδι διακόπηκε από έναν καβγά. Πλησιάζοντας την καφέ, ξεθωριασμένη πόρτα, τα παιδιά άκουσαν ένα διάλογο που τους άλλαξε τη ζωή...
 
- (Ιάσονας), Σου είπα! Θα πάρει ο καθένας από ένα παιδί και θα πάει στη χώρα που θέλει! Έτσι θα ησυχάσουμε και οι δυο!
-(Όλγα), Καταλαβαίνεις τι μου ζητάς; Ζητάς από μια μητέρα να αποχωριστεί ένα από τα δυο παιδιά της;
-(Ιάσονας), Το ξέρω, αλλά δεν έχω άλλη επιλογή. Νομίζεις πως μπορώ κι εγώ να τα αποχωριστώ; Λοιπόν! Προτείνω να πάρω εγώ τη Ντάλια κι εσύ τον Ορφέα.
 
Η πόρτα άνοιξε. Δυο στεναχωρημένα και ταραγμένα πρόσωπα δυο μικρών παιδιών φάνηκαν να τους κοιτάζουν.
 
-(Ιάσονας), Μόλις τώρα θα ερχόμουν για να σας πω τι θα γίνει.
-(Ορφέας), Δεν χρειάζεται, τα ακούσαμε όλα. Το μόνο που ζητάμε είναι να είμαστε μαζί.
-(Όλγα), Μπορεί να μην συμφωνώ, αλλά αυτή τη στιγμή πρέπει όλοι να μαζέψουμε τα πράγματά μας. Ιάσονα και Ντάλια, εσείς θα πάτε στην Ρωσία κι εγώ με τον Ορφέα θα μείνουμε στην Ουκρανία σε συγγενείς μας.
 
Λέγοντας αυτά τα τελευταία λόγια, ένα δάκρυ κύλισε από το δεξί μάτι της Όλγας, αφήνοντας μια στενάχωρη επίγευση στη συζήτηση που είχε προηγηθεί. Τα δίδυμα μάζεψαν τα πράγματά τους. Αγκαλιάστηκαν σφιχτά και η Ντάλια ψιθύρισε στον Ορφέα:
 
-Το μόνο που σου ζητάω είναι να μην με ξεχάσεις ποτέ.
 
Σε λίγο η οικογένεια χωρίστηκε όμως αυτό το αντίο δεν ήταν οριστικό.
 
Λίγους μήνες μετά, και αφού τα αδέλφια αντάλλασσαν μυστικά γράμματα, ο Ορφέας έλαβε ένα μήνυμα από τη Ντάλια. Του έγραφε ζητώντας να συναντηθεί όλη η οικογένεια σε μια λίμνη που ονομαζόταν Σελίγκερ. Εκεί θα γίνονταν πάλι οικογένεια, ή έστω έτσι πίστευε.
 
Η οικογένεια συναντήθηκε ύστερα από δυο μερόνυχτα. Ήταν μεσημέρι. Ξαφνικά ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Ένας Ρώσος στρατιώτης άκουσε τη Ντάλια να τραγουδάει τον Εθνικό Ύμνο της Ουκρανίας,
 
Τη σημάδεψε,
 
Είχε σκοπό να την πυροβολήσει,
 
Την πυροβόλησε,
 
Αλλά η Ντάλια δεν ένιωσε κάτι,
 
Είχε κλειστά τα μάτια της και σκεφτόταν κάτι ωραίο, κάτι ωραίο όπως της είχε μάθει ο αδελφός της. Κάτι ωραίο που δεν θα μπορούσε να γίνει, κάτι ωραίο που ο πατέρας της δεν μπορούσε να συμμετέχει πια... Διότι είχε τραυματιστεί θανάσιμα.
 
Ελένη Θεοδώρου
 
Μαθήτρια της ΣΤ’ Τάξης του 14ου Δημοτικού Σχολείου Χαϊδαρίου
Αφιερωμένο στην Ελπινίκη Κακιοπούλου

Thursday, 14 May 2026

Ευχές Μητροπολίτου Πριγκηποννήσων

 
Με μεγάλη χαρά γίναμε αποδέκτες της πανέμορφης εόρτιας κάρτας και των πολύτιμων ευχών του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γέροντος Πριγκηποννήσων κ. Δημητρίου.
 

Ο Σεβασμιώτατος μας απευθύνει πασχάλιες ευχές, αλλά επίσης μας στέλνει θερμές ευχαριστίες για τις συνεχείς κοινοτικές μας ενημερώσεις, καθώς και συγχαρητήρια για το έργο μας.


Είμαστε ευγνώμονες στη Σεβασμιότητά του για την Πολίτικη ευγένεια και την εγκαρδιότητά του, αντευχόμενοι ολοψύχως το Ιερό Φως της Αναστάσεως να καταυγάζει πάντα τον Σταυρικό δρόμο του στην ιστορική Ιερά Μητρόπολη Πριγκηποννήσων.

Wednesday, 13 May 2026

Archaeological Museums in Greece

 
DID YOU KNOW? Greece is officially the Archaeological Capital of the World! 🏛️🇬🇷 
 

While other countries have museums, Greece is a museum. We officially hold the record for the most Archaeological Museums on the planet! 🌍 
 
From the world-class Acropolis Museum in Athens to the hidden gems in every small village, we have over 110 dedicated spaces preserving the history of Western Civilization. That’s more than any other nation! 
 
Why this matters:
 
We don't just study history; we live in it.
Every stone has a story from 3,000 years ago.
No matter where you go in Greece, you are steps away from a masterpiece.
 
Greece remains the ultimate cultural destination. 🏺✨

Tuesday, 12 May 2026

Εγκαίνια της Βασιλίδος των πόλεων

 
Συναξριον
 

Τ ΙΑʹ το ατο μηνς τν νμνησιν πνευματικς πιτελομεν το Γενεθλου, τοι τν γκαινων τατης, τς Θεοφυλκτου κα βασιλδος τν πλεων, τς κατʹ ξαρετον νακειμνης τ Δεσπον μν κα γίᾳ Θεοτκ, κα πʼ ατς δι παντς σζομνης.
 
Τα γενέθλια της Κωνσταντινούπολης εορτάζονται κάθε χρόνο από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 11 Μαΐου, σε ανάμνηση των εγκαινίων της «Νέας Ρώμης» από τον Μεγ. Κωνσταντίνο. Η επίσημη ίδρυσή της, που σηματοδότησε τη μεταφορά της πρωτεύουσας, πραγματοποιήθηκε στις 11 Μαΐου του 330 μ.Χ..
 
Οι τελετές εγκαινίων ξεκίνησαν στις 2 Απριλίου 330 μ.Χ. κι αφού πραγματοποιήθηκαν ιπποδρομίες, θρησκευτικές πομπές και λαϊκές γιορτές, ολοκληρώθηκαν με την επίσημη ανακήρυξη στις 11 Μαΐου.
 
Το γεγονός των εγκαινίων θεωρήθηκε κορυφαίο δείγμα της γενναιοδωρίας της αυτοκρατορικής αυλής προς τους κατοίκους της Πόλης. Ο αυτοκράτορας συνοδευόμενος από μέλη της αυτοκρατορικής αυλής πήγε στο κέντρο της νέας αγοράς, στο Φόρο, όπου πραγματοποιήθηκε η τελετή «αφιέρωσης» της στήλης. Η τελετή έγινε στο σημείο όπου ο Κωνσταντίνος είχε δει θείο όραμα το οποίο τον καθοδήγησε να οριοθετήσει τη νέα πόλη.

Monday, 11 May 2026

Το Μουσικό Κουτί

 
Το μουσικό κουτί βρισκόταν στο δεύτερο ράφι της βιβλιοθήκης, ανάμεσα σε σκονισμένα, όπως κι αυτό, βιβλία και ξεθωριασμένες φωτογραφίες. Το καφέ κουτί με τα ζωγραφισμένα λουλούδια περίμενε υπομονετικά μέχρι κάποιος να το ανοίξει.
 

Η Ξένια το ανακάλυψε ένα βροχερό μεσημέρι του Φθινοπώρου κατά τη διάρκεια επίσκεψής της στο σπίτι της γιαγιάς της. Ανέβηκε σε μια καρέκλα και με προσεκτικές κινήσεις το κατέβασε από το ράφι. Το άνοιξε. Μια απλή, νοσταλγική μελωδία ξεχύθηκε στον αέρα γεμίζοντας το ήσυχο δωμάτιο. Δεν ήταν δυνατή ούτε μεγαλοπρεπής, όμως έκανε την Ξένια να νιώσει ένα σφίξιμο στο στομάχι. Ένιωθε λες και είχε ξανακούσει αυτή τη μελωδία.
 
Την ίδια στιγμή, η γιαγιά της σταμάτησε να διαβάζει και έτρεξε στο δωμάτιο απ’ όπου ακουγόταν η μουσική.
 
-Πού το βρήκες αυτό; Δεν πίστευα ότι υπάρχει ακόμα.
-Τι είναι; Ρώτησε η Ξένια.
 
Η γιαγιά της κάθισε στην κουνιστή πολυθρόνα. Ένιωθε σαν κάτι να τη βαραίνει, ίσως οι  αναμνήσεις που της ξύπνησε αυτή η γλυκιά μελωδία.
 
-Αυτό το κουτί ήταν της γιαγιάς μου, η οποία το έδωσε στη μαμά που με την σειρά της το έδωσε σε εμένα. Ήταν ένα από τα λίγα πράγματα που κατάφερε να διασώσει η γιαγιά μου πριν φύγει από τη Σμύρνη.
 
Η Ξένια κατάλαβε. Η μουσική αυτή ήταν μια γέφυρα που την ένωνε με τους προγόνους της, οι οποίοι την είχαν ακούσει μια άλλη εποχή, πολύ διαφορετική από τη σημερινή.
 
-Γιαγιά, με αφήνεις να το κρατήσω;
-Φυσικά, Ξένια μου! απάντησε η γιαγιά. Ούτως ή άλλως μια μέρα θα γινόταν δικό σου.
 
Το κορίτσι χαμογέλασε. Η μελωδία τής δημιουργούσε ένα αίσθημα νοσταλγίας. Έκλεισε τα  μάτια και μεταφέρθηκε στο τότε, όταν η προ-προγιαγιά της έφυγε διωγμένη από τη Σμύρνη. Έβλεπε στα μάτια της το φόβο και την απελπισία, αλλά και μια σπίθα αισιοδοξίας για το μέλλον που επισκιαζόταν από τα αρνητικά της συναισθήματα. Η κοπέλα παρακολούθησε με πόση ευλάβεια η προ-προγιαγιά φύλαξε το μουσικό κουτί, λες και ήταν παιδί της και κατάλαβε πόση σημασία είχε για εκείνη το αντικείμενο αυτό.
 
Άνοιξε τα μάτια της. Η γιαγιά της είχε συγκινηθεί. Θυμήθηκε όταν η μητέρα της τής είχε εμπιστευτεί ένα τέτοιο κειμήλιο.
 
-Να το προσέχεις σαν τα μάτια σου και ακόμα κι αν έρθουν πιο δύσκολοι καιροί, να μην το δώσεις σε κανέναν.
 
Κι αυτό έκανε. Το είχε φυλάξει μέχρι που λόγω του απροσδόκητου θανάτου των δύο γονιών της αναγκάστηκε να μετακομίσει. Νόμιζε πως το είχε χάσει, ώσπου έφτασε η σημερινή μέρα. Δεν περίμενε ότι βρισκόταν ακόμη στο σπίτι της.
 
-Εγγονούλα μου, μού έκανες το μεγαλύτερο δώρο. Μπορεί να μην το καταλαβαίνεις, όμως βρήκες το σημαντικότερο πράγμα που έχει μείνει από τις παλιότερες γενιές μας και γι’ αυτό σ’ ευχαριστώ πολύ! Για ανταμοιβή, θα σου φτιάξω το αγαπημένο σου φαγητό, κεφτεδάκια! Και σκουπίζοντας με την ποδιά της τα δάκρυα της, πήγε στην κουζίνα.
  
Η Ξένια έμεινε μόνη στο δωμάτιο έχοντας στα χέρια της το μουσικό κουτί. Η μελωδία του αντηχούσε στο μυαλό της παράλληλα με τις σταγόνες της  βροχής που άρχισαν να πέφτουν πάνω στο τζάμι. Κάθισε στο κρεβάτι και ξανάνοιξε το κουτί πιο προσεκτικά αυτή τη φορά. Παρατήρησε τα λουλούδια. Της θύμισαν αυτά που είχε δει σε φωτογραφίες που έχει η γιαγιά της από τη Σμύρνη ,οι οποίες απεικόνιζαν γυναίκες με αυτά τα λουλούδια στα καλοραμμένα φορέματά τους. Κάτω από τον μηχανισμό του κουτιού παρατήρησε κάτι κιτρινωπό. Με ήρεμες κινήσεις το τράβηξε. Ήταν ένα χαρτί, το οποίο και ξεδίπλωσε αμέσως. Αναγνώρισε ότι τα γράμματα ήταν ελληνικά, αλλά είχε μια δυσκολία στο να τα διαβάσει. Λίγο η γραμματοσειρά, λίγο και η ύπαρξη μερικών λέξεων στα σμυρναίικα δυσκόλευαν την Ξένια.
 
«Εάν διαβάζεις αυτό το γράμμα, έγραφε, σημαίνει ότι αυτό το μουσικό κουτί βρίσκεται σε καλά χέρια.»
 
Η Ξένια δεν σταμάτησε να διαβάζει ούτε λεπτό. Το γράμμα περιέγραφε λεπτομερώς τη ζωή στη Σμύρνη. Μιλούσε για τις αγορές και τα διάφορα μπαχαρικά που προμηθεύονταν από την Ανατολή, για τη θρησκευτική ζωή, αλλά και για τα ήθη και τα έθιμα που είχαν οι άνθρωποι εκεί πριν την καταστροφή της. Στο τέλος, η αποστολέας υπέγραφε με το όνομα «Κλειώ Τεκμεντζίδου».
 
Μετά το πέρας της ανάγνωσης, η Ξένια έτρεξε να δείξει το γράμμα στη γιαγιά της, που τηγάνιζε τα κεφτεδάκια. Η ηλικιωμένη σταμάτησε για λίγο τη μαγειρική, κάθισε στο ξύλινο τραπέζι της κουζίνας, φόρεσε τα γυαλιά της και άρχισε να διαβάζει.
 
-Πολύ περίεργο, είπε. Η μητέρα μου δεν μου είχε μιλήσει ποτέ για την ύπαρξη αυτού του γράμματος.
-Ίσως επειδή δεν ήξερε ούτε αυτή ότι υπήρχε, διαπίστωσε η Ξένια. Όμως, ποια είναι η Κλειώ Τεκμεντζίδου;
-Αυτό είναι το όνομα της γιαγιάς μου. Κλειώ την έλεγαν, γι’ αυτό κι εγώ ονομάζομαι Κλειώ-Ελένη. Πήρα το όνομα της γιαγιάς μου, όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, πριν ογδόντα χρόνια.
 
Η γιαγιά άρχισε να κλαίει. Θυμήθηκε τις ιστορίες που άκουγε από τους γονείς της για τη Σμύρνη όταν ήταν μικρή. Για τον ξεριζωμό των ντόπιων από τους Τούρκους, τις θηριωδίες που υπέστησαν όσοι παρέμειναν στην πόλη, τον διαχωρισμό των οικογενειών, τις κλοπές των περιουσιών των αμάχων, την απόγνωση των ανθρώπων που ήξεραν ότι δε θα ξαναδούν τους αγαπημένους τους, αλλά και ότι οι ίδιοι δεν θα πατούσαν ποτέ ξανά τα χώματα των προγόνων τους.
 
-Γιαγιά τι έπαθες; Γιατί κλαις;
-Κοριτσάκι μου, μην ανησυχείς για εμένα, απλώς με πλημμύρισαν αναμνήσεις από το παρελθόν.
-Γιαγιά, έχω μια ιδέα, είπε με σοβαρό ύφος η μικρή.
-Πες μου, τζιέρι μου.
-Να μην κρατήσουμε το κουτί σε ένα συρτάρι. Ν’ ακούσουμε την ιστορία του και να την συνεχίσουμε.
 
Η γιαγιά την κοίταξε αρχικά με απορία, έπειτα όμως σκούπισε τα μάτια της και χαμογέλασε.
 
-Ξέρεις, Ξένια μου, πάντα φοβόμουν ότι με το πέρασμα των χρόνων όλες οι αναμνήσεις και οι ιστορίες μας θα χάνονταν. Ίσως η ιδέα σου να είναι πολύ καλή.
 
Σηκώθηκε, άνοιξε ένα από τα συρτάρια και έβγαλε ένα πολυκαιρισμένο βυσσινί τετράδιο με σκληρό εξώφυλλο.
 
-Σ’ αυτό το τετράδιο ήθελα στα νιάτα μου να γράψω τις ιστορίες που μου διηγούνταν οι συγγενείς μου, όπως τις είχα αποτυπώσει εγώ στη μνήμη μου. Νομίζω πως ήρθε η ώρα να το κάνω..
 
Η γιαγιά άρχισε να αφηγείται. Η Ξένια την άκουγε βουβή και έγραφε στο βυσσινί τετράδιο. Ακουγόταν μόνο ο ήχος της βροχής, η γιαγιά που μιλούσε και η μελωδία του μουσικού κουτιού. Η γηραιά γυναίκα αφηγούνταν ιστορίες για τις υπαίθριες αγορές, όπου κυριαρχούσε η μυρωδιά του βασιλικού και της κανέλας, τις βόλτες στην παραλία της Σμύρνης και τα ανέμελα καλοκαίρια που είχε ζήσει η γιαγιά της, όμως ένιωθε ότι όλα αυτά ήταν δικά της βιώματα. Σταμάτησε για λίγο. Το ταξίδι στον χρόνο μάλλον την είχε εξαντλήσει.
 
-Γιαγιά, πιστεύεις  ότι η δικιά σου γιαγιά ήξερε πως μια μέρα ένα δισέγγονό της θα μάθαινε για όλα αυτά;
-Αν όχι με το μυαλό της, τότε με την καρδιά της θεωρώ ότι θα ένιωθε πως κάποτε η επόμενη γενιά θα γνώριζε την ιστορία της.
 
Οι μήνες πέρασαν, με την Ξένια να περιεργάζεται όλο και περισσότερο το μουσικό κουτί. Μετά από χρόνια έγραψε ένα βιβλίο με όλες αυτές τις ιστορίες και το εξέδωσε, ελπίζοντας  πως έκανε την φωνή των προγόνων της να ακουστεί.
 
Δέκα χρόνια μετά, η Ξένια, γυναίκα πια, επέστρεψε στο σπίτι της γιαγιάς της. Μπορεί εκείνη να μην βρισκόταν εκεί, όμως μια αέρινη αύρα ένιωθε πως πλημμύριζε όλους τους χώρους. Η Ξένια άνοιξε το βυσσινί τετράδιο και βυθίστηκε στις αφηγήσεις τις γιαγιάς της, οι οποίες είχαν γίνει ένα δημοφιλές βιβλίο. Έπειτα από λίγο, έκλεισε το τετράδιο και άνοιξε το μουσικό κουτί. Η γνώριμη μελωδία γέμισε κάθε γωνιά του δωματίου και έκανε την Ξένια να χαμογελάσει. Ήξερε πως η ιστορία δεν θα τελείωνε εδώ. Θα την παρέδιδε μετά από καιρό σε άλλα χέρια, όπως  γινόταν εδώ και πολλά χρόνια, τα οποία θα τη συνέχιζαν, προσθέτοντας τη δικιά τους πινελιά.
 
Μέχρι τότε, το μουσικό κουτί περίμενε, για να μαγέψει με τη μελωδία του και να πει την ιστορία του στους επόμενους ιδιοκτήτες του...
 
Θεοδώρου Αλτάνα
Β΄ Γυμνασίου, 2ο Γυμνάσιο Χαϊδαρίου