Wednesday, 30 September 2020

Οι Φιλικοί: Αυτοί που πέτυχαν το αδύνατο

Ο Ιωάννης Φιλήμων, στο βιβλίο του «Φιλική Εταιρία», που εκδόθηκε στο Ναύπλιο το 1834, έγραψε για τους ιδρυτές και τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας: «Αδύνατοι, αλλά φιλοπάτριδές τινες και άξιοι Έλληνες κατώρθωσαν τον Πόλεμον της Ελλάδος». Τρεις απλοί έμποροι είχαν την έμπνευση «να εισάξωσιν εις αυτήν όλους τους εκλεκτούς και ανδρείους των ομογενών, δια να ενεργήσωσι μόνοι των ό,τι ματαίως και προ πολλού χρόνου ήλπιζον από την φιλανθρωπίαν των χριστιανών βασιλέων» και πέτυχαν αυτό που εθεωρείτο αδύνατο: Οι επί αιώνες ραγιάδες να ξεσηκωθούν και να επιτύχουν την ελευθερία τους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.  Για την ίδρυση, το σκοπό, την ιδεολογία, το έργο και τη σύνθεση των μελών της Φιλικής Εταιρείας σημειώνονται τα ακόλουθα:
 

Α. Ίδρυση στη Ρωσία. Η Φιλική Εταιρεία δεν ιδρύεται στην άθεη Γαλλία, ή γενικότερα στη Παπική και Προτεσταντική Δυτική Ευρώπη, αλλά στην Ορθόδοξη και  Ρωσική Οδησσό. Η Ρωσία δεν έχει ανάμιξη στα της Φιλικής Εταιρείας, αλλά σε αυτήν αναπτύσσονται από Έλληνες πολίτες κινήσεις υποστήριξης της.
 
Β. Μεσοαστοί έμποροι οι ιδρυτές. Οι ιδρυτές ανήκαν στη μεσαία τάξη των Ελλήνων, ασχολούνταν με το Εμπόριο και ιδεολογία τους ήταν η απελευθέρωση των Ελλήνων από την Τυραννία.
 
Γ. Ορθόδοξοι Χριστιανοί οι ιδρυτές. Οι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας ήσαν μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κάποιοι, διακατεχόμενοι από επιλεκτική μνήμη και αντίληψη, γράφουν αόριστα το 1814 ως χρόνο ιδρύσεώς Της, άλλοι τον Σεπτέμβριο του 1814. Όμως σε χειρόγραφο της Μονής Σπηλιανής Νισύρου αναφέρεται ότι η 14η Σεπτεμβρίου, κατά την οποία η Ορθοδοξία εορτάζει την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού, ήταν «η γενέθλια ημέρα της Μεγάλης Αδελφότητος» (Φιλικής Εταιρείας). (Α. Διαμαντάρα «Χειρόγραφον Ι.Μ. Παναγίας Σπηλιανής Νισύρου, Δελτίον Ιστορικής Εθνολογικής Εταιρείας Ελλάδος,  9 – 1926, σ. 556), Γ. Καραμπελιά «Φιλική Εταιρεία», Β΄ Έκδ. Συμπληρωμένη, Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2020, σελ. 79 και Ι.Κ. Μαζαράκη Αινιάν «Η Φιλική Εταιρεία», Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα, 2007, σελ. 9).
 
Απόδειξη της πίστης στην Ορθοδοξία είναι τα σύμβολα που χρησιμοποίησαν οι Φιλικοί στα κρυπτογραφημένα έγγραφά τους, στις σφραγίδες και στις σημαίες – λάβαρά τους. Παντού υπάρχει ο Σταυρός.
 
Δ. Η ελληνική παράδοση μοναδικό στοιχείο Της.  Μετά το 1815 και την ίδρυση της «Ιεράς Συμμαχίας» στην Ευρώπη επεβλήθησαν οι αντιλήψεις του Μέτερνιχ και επολεμήθη κάθε φιλελεύθερη πατριωτική Επανάσταση. Αυτός ήταν ο λόγος που οι ιδρυτές της Εταιρείας επέβαλαν μυστικότητα στην κατήχηση των μελών Της.
 
Ο Ξάνθος εισελθών δι’ ολίγον εις Τεκτονική Στοά πληροφορήθηκε τα της εχεμύθειας και οργανώσεως αυτής, που φάνηκαν χρήσιμα στην οργάνωση της Εταιρείας. Όμως ο τεκτονισμός δεν είχε καμία σχέση με Αυτήν. Απόδειξη: Στον Όρκο που έδιδε ο κατηχούμενος διαβεβαίωνε: «Ορκίζομαι, ότι εις το εξής δεν θέλω έμβει εις καμμίαν άλλην Εταιρίαν, οποία και αν ήναι, μήτε εις κανένα δεσμόν υποχρεωτικόν. Και μάλιστα, οποιονδήποτε δεσμόν αν είχα... θέλω τον νομίζει, ως ουδέν». (Ιωάννου Φιλήμονος «Φιλική Εταιρία», εν Ναυπλία – 1834 - Αναστ. Εκδ. «Κουλτούρα»  σελ. 155). Επομένως ήταν αδύνατο να είναι κανείς μέλος της Φιλικής Εταιρείας και οποιασδήποτε άλλης Εταιρείας ή Οργάνωσης, επομένως και Στοάς. Επίσης η Εταιρεία δεν ήταν διεθνιστική, αλλά καθαρώς εθνική. Απόδειξη ότι σε αυτήν δεν μυήθηκαν ποτέ ξένοι. (Ι. Κ. Μαζαράκη – Αινιάν «Φιλική Εταιρεία», σελ. 11).
 

Οι πρωτεργάτες των Φιλικών προτιμούσαν αντί του όρου «μύηση», το χριστιανικό όρο «κατήχηση». Επίσης για τους αξιωματούχους επέλεξαν τους τίτλους «ιερείς» και «Απόστολοι». Μάλιστα ο Σκουφάς είχε καταρτίσει τον κατάλογο των ΔΩΔΕΚΑ Αποστόλων, τους οποίους προόριζε να κατηχήσουν ολόκληρο τον Ελληνισμό. (Μαζαράκη Αινιάν αυτ. σελ. 25).
 
Η τελετή της ορκωμοσίας στους βαθμούς της Φιλικής Εταιρείας είχε μόνο χριστιανικά σύμβολα. Ο «Μέγας Όρκος» εδίδετο από τον κατηχηθέντα ενώπιον Ιεράς Εικόνος και άρχιζε η τελετή με το να σχηματίσει τρεις φορές ο κατηχητής το Σημείο του Σταυρού, να δώσει στον κατηχηθέντα να φιλήσει την Εικόνα, να του παραδώσει στο αριστερό χέρι αναμμένο κίτρινο κερί. Το κερί σβηνόταν μετά την ορκωμοσία και ο ορκισθείς Φιλικός το κρατούσε, ως «παντοτινόν μάρτυρα των ενόρκων υποσχέσεών του». (Φιλήμων, αυτ. σελ 154).  
 
Ε. Χωρίς εξαιρέσεις η αγάπη στην Ελευθερία. Ένα άλλο χαρακτηριστικό των ιδρυτών της Φιλικής Εταιρείας είναι η σύνθεση της. Λόγω της μυστικότητας της Εταιρείας πλήρης κατάλογος των μελών Της δεν υπάρχει. Ο G. D. Frangos στην αδημοσίευτη (αρχές 2020) διδακτορική του διατριβή ταυτοποίησε 1093 μέλη της.  Από τα μέλη αυτά τα 911 είναι γνωστού επαγγέλματος:
 
Έμποροι 445, Εμποροϋπάλληλοι 10, Πλοίαρχοι ή πλοιοκτήτες 24, Δικηγόροι  13, Γιατροί  26, Δάσκαλοι  51, Φοιτητές 6, Υπάλληλοι και Γραμματείς 21, Προεστοί 111, Κληρικοί 85 (Από αυτούς Πατριάρχες 2 και Μητροπολίτες 17), Στρατιωτικοί 78, Αγρότες 6, Βιοτέχνες 7, Ναυτικοί 28. («The Philike Etaireia 1814-1821. A social and Historical Analysis» σ. 229, Γ. Καραμπελιά «Φιλική Εταιρεία» σελ. 87-88).
 
Ο Φιλήμων γράφει πως ο εθνομάρτυρας Φιλικός και οπλαρχηγός Ιωάννης Φαρμάκης μύησε τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄, όταν ήταν εξόριστος στο Άγιον Όρος. Και προσθέτει: «Ο σεβάσμιος Γέρων έδειξεν ευθύς ζωηρότατον ενθουσιασμόν υπέρ του πνεύματος της Εταιρίας». Ο μαρτυρικός Πατριάρχης για να διευκολύνει το έργο του αποστόλου της Φιλικής Εταιρείας στα νησιά του Αιγαίου Δ. Θέμελη, του χορήγησε συστατικό έγγραφο, δια να κρύψει την πραγματική αιτία της αποστολής του. Αντίγραφο του εγγράφου, με ημερομηνία 8 Ιανουαρίου 1821, είχε στα χέρια του ο Φιλήμονας (Αυτ. σελ. 332). Επίσης ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ βοήθησε οικονομικά την Εταιρεία δημιουργώντας το «Κιβώτιο του Ελέους», που εποπτευόταν από τριμελή Επιτροπή στην Πόλη. Από τα χρήματα που συγκεντρώνονταν το 1/3 διανεμόταν στους πτωχούς της Κωνσταντινούπολης, τα δε 2/3 φυλάσσονταν «δια την παρά Θεού ορισθείσαν ώραν». (Μαζαράκη – Αινιάν αυτ. σελ. 41-42). Ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ με γράμμα και προσωπική παράσταση του Περραιβού συνέβαλε στην εν όψει της Επανάστασης ένωση των Μανιάτικων οικογενειών. (Μαζαράκη – Αινιάν αυτ. σελ. 45).
 
Ο Φιλήμων σημειώνει επίσης πως στην Πάτμο κατηχήθηκε στην Εταιρεία ο παρεπιδημών εκεί Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος. Αναφέρονται επίσης ως κατηχηθέντες οι Αρχιερείς Παλαιών Πατρών Γερμανός, Ναυπλίας Γρηγόριος, Κορίνθου Ζαχαρίας, Χριστιανουπόλεως Γερμανός, Άρτης Ιγνάτιος, Μονεμβασίας Χρύσανθος, Κερνίκης Προκόπιος, Μάνης Παρθένιος, Ανδρουβίτσας Θεόκλητος, Μαΐνης Νεόφυτος, Πλάντζας Ιερεμίας, Καρυουπόλεως Κύριλλος, Μηλέας Ιωσήφ, Σαλώνων Ησαΐας, Σερρών Χρύσανθος και Ειρηνουπόλεως Γρηγόριος. Οι Μητροπολίτες -μέλη της Πατριαρχικής Συνόδου- ήσαν ενήμεροι για την Φιλική Εταιρεία και ο Ιασίου Βενιαμίν ευλόγησε τη σημαία της Επανάστασης του Αλ. Υψηλάντη. Από την πληθώρα των μυηθέντων Αρχιμανδριτών και ιερέων αναφέρονται, μεταξύ πολλών άλλων,  οι Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας), Άνθιμος Γαζής, Νεόφυτος Δούκας και Νικηφόρος Παμπούκης.
 
Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Tuesday, 29 September 2020

Monday, 28 September 2020

Μιά συγκινητική ἐπιτύμβια ἐπιγραφή

ἤ, Μιὰ ξεχωριστὴ τιμὴ γιὰ τή Σκόπελο, ὡστόσο ἄγνωστη


Στὸ ἱερὸ Βῆμα τοῦ Καθολικοῦ τῆς Παναγίας τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς (Λιβαδιώτισσας) τῆς Σκοπέλου, σώζονται κάποιες ἐπιτύμβιες μαρμάρινες πλάκες, τὶς ὁποῖες χρησιμοποίησαν ὅταν πλακόστρωσαν τὸ ἱερό τοῦ ναοῦ.
 
Γιὰ τὴν ἱστορία ἀναφέρω ὅτι οἱ πλάκες αὐτὲς προέρχονται ἀπὸ τάφους κάποιων ἐπιφανῶν Σκοπελιτῶν (π.χ. τῶν οἰκογενειῶν, Ἀστεριάδη, Βαλσαμάκη) ἤ καὶ ἄλλων, τοὺς ὁποίους ἔθαψαν  ἐκεῖ οἱ συγγενεῖς τους γιὰ τὸν ἑξῆς λόγο.
 
Ὅταν μὲ τὴν ὑπ᾿ ἀρ. 509/21 Ἀπρ. 1834 διαταγή του πρὸς τὴ Δημογεροντία Σκοπέλου ὁ τότε Ἔπαρχος τῶν Βορείων Σποράδων Μ. Μηλαΐτης πρότεινε «νὰ συστήσῃ ἡ κάθε Κοινότητα νεκροταφεῖον μακρὰν τῆς πόλεως», ἐπελέγη, μετὰ ἀπὸ διαβουλεύσεις ἡ θέση «Παπαδήμου» γιὰ νὰ χρησιμοποιηθεῖ ὠς Κοιμητήριο τῆς Χώρας Σκοπέλου. Γιατὶ πρέπει νὰ ξέρουμε πὼς πρὶν ἀπὸ αὐτό, τοὺς κεκοιμημένους τοὺς ἔθαβαν ἔξω ἀπὸ τοὺς ναούς, στοὺς περιβόλους τους (βλ.Τὴν  ἀνέκδοτη ἱστορία τῆς ἐνορίας τῆς Φανερωμένης κ.λ.π).
 
Ἔτσι, ὅταν ἄρχισε ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου,  οἱ ἐπιφανεῖς Σκοπελίτες τὸ ἀρνήθηκαν, τονίζοντας μετ᾿ ἐμφάσεως «Τί, τοὺ ν’ ἀνθρουπό μ᾿ σ’ Παπαδήμ θὰ τοὺ νὶ πάου»: (πληροφορία π. Χρήστου Ματσάτσου, ἐφημερίου Παναγίας τοῦ Μελετίου ἤ Παπαμελετίου) Ὁπότε τοὺς βόλευε τὸ Σιναΐτικο μετόχι τῆς Λιβαδιώτισσας, ποὺ ἦταν σὲ λειτουργία τότε, κι ἔτσι πήγαιναν ἐκεῖ τοὺς κεκοιμημένους.
 
Μεταξὺ ἐκείνων, λοιπόν, ποὺ ἀναπαύτηκαν στὰ χώματα τοῦ Κοιμητηρίου τῆς Λιβαδιώτισσας ἦταν καὶ ὁ βορειοηπειρώτης Ἰακώβου, μεγαλέμπορος.
 
Ἀσφαλῶς στὸ νησί μας βρέθηκε, καὶ μάλιστα, χειμωνιάτικα, χάριν τοῦ ἐμπορίου -τί ἀκριβῶς ἐμπορευόταν δὲ γνωρίζουμε. Ὅπως ἐπίσης ἀπὸ τί ἀπεβίωσε. Ὅμως ἡ ἐπιτύμβια πλάκα ἀπὸ τὸν τάφο του μᾶς διασώζει μιὰ πτυχὴ τῆς εὐγένειας καὶ τῶν συγγενῶν του, οἱ ὁποῖοι μαζί μὲ τὸν κεκοιμημένο τους τίμησαν καὶ τὴ Σκόπελο, καθὼς χάραξαν πάνω στὸ μάρμαρο τὰ παρακάτω συγκινητικὰ λόγια (Κράτησα τὴν ὀρθογραφία τοῦ κειμένου):
 
ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΑΚΩΒΟΥ
ΓΕΝΝΗΘΕΙΣ  ΤΗΝ 1ΗΝ ΜΑΡΤΙΟΥ 1816 ΕΝ ΚΟΡΙΤΣΑ
ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ ΠΟΛΥΠΛΑΓΚΤΟΝ ΔΕ ΒΙΟΝ ΕΝ
ΕΜΠΟΡΙΑ ΒΙΩΣΑΝΤΙ ΕΜΕΛΛΕΝ ΑΥΤΩ ΕΙΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΑΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΗΝ ΠΕΡΙΠΑΘΩΣ
ΗΓΑΠΑ ΝΑ ΕΚΜΕΤΡΗΣΗ ΤΟ ΖΗΝ ΤΗΝ 23ΗΝ ΦΕΒ
ΡΟΥΑΡΙΟΥ 1881 ΚΑΤΟΙΚΗΣΑΣ ΑΙΩΝΙΩΣ ΤΟΥΣ ΦΙ
ΛΟΞΕΝΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΛΗΣ ΣΚΟΠΕΛΟΥ
 
π. Κων. Ν. Καλλιανός

Sunday, 27 September 2020

Κυριακή Α’ Λουκά 2020


Ἀπολυτίκιον Ἀναστάσιµον. Ἦχος βαρύς.
Κατέλυσας τῷ Σταυρῷ σου τόν θάνατον, ἠνέῳξας τῷ Λῃστῇ τόν Παράδεισον, τῶν Μυροφόρων τόν θρῆνον µετέβαλες, καί τοῖς σοῖς Ἀποστόλοις κηρύττειν ἐπέταξας· ὅτι ἀνέστης Χριστέ ὁ Θεός, παρέχων τῷ κόσµῳ τό µέγα ἔλεος.

 


Κοντάκιον Ἀναστάσιµον.
Οὐκέτι τό κράτος τοῦ θανάτου, ἰσχύσει κατέχειν τούς βροτούς· Χριστός γάρ κατῆλθε συντρίβων, καί λύων τάς δυνάµεις αὐτοῦ, δεσµεῖται ὁ ᾍδης, Προφῆται συµφώνως ἀγάλλονται. Ἐπέστη λέγοντες Σωτήρ, τοῖς ἐν πίστει, ἐξέρχεσθε οἱ πιστοί εἰς τήν ἀνάστασιν.
 


Ἐξαποστειλάριον. Τό Εʹ Ἑωθινόν. Ἦχος βʹ. Τοῖς Μαθηταῖς συνέλθωµεν.
Ἡ ζωή καί ὁδός Χριστός, ἐκ νεκρῶν τῷ Κλεόπᾳ καί τῷ Λουκᾷ συνώδευσεν, οἷς περ καί ἐπεγνώσθη, εἰς Ἐµµαούς κλῶν τόν ἄρτον· ὧν ψυχαί καί καρδίαι, καιόµεναι ἐτύγχανον, ὅτε τούτοις ἐλάλει ἐν τῇ ὁδῷ, καί Γραφαῖς ἠρµήνευεν, ἃ ὑπέστη· µεθ' ὧν, Ἡγέρθη, κράξωµεν, ὤφθη τε καί τῷ Πέτρῳ.

Thursday, 24 September 2020

Χρώματα στο Νοσοκομείο

 
Πολλές φορές λέμε και ευχόμαστε ο ένας στον άλλο: «να είναι η ζωή μας πολύχρωμη», ή «να βάλουμε χρώμα στη ζωή μας»! Αυτά τα χρώματα, ως αίσθηση ζωής και ζωντάνιας, ελπίδας και αισιοδοξίας, είναι απολύτως αναγκαία και απαραίτητα, ειδικά στις περιπτώσεις των ασθενών, που αγωνίζονται για την ανάρρωση και την υγεία τους.



Σε πρόσφατη επίσκεψή μου στο Γενικό Νοσοκομείο Central Middlesex, που βρίσκεται στην περιοχή Park Royal του ΒΔ Λονδίνου, είχα την ευκαιρία να δω και να θαυμάσω κάποιους πίνακες, με πλούσια χρώματα, και με βασικό τους θέμα: «Colour - The Ιnternal, External Dialogue»!
 



Αυτοί οι πίνακες αποτελούν φυσικά μέρος αυτού που ονομάζουμε Νοσοκομειακή Τέχνη (Hospital Art)! Είναι δε έργα της εμπνευσμένης καλλιτέχνιδος Rebecca Evans, η οποία μελετά -με το όμορφο έργο της- τη διαλεκτική του έσω κόσμου με τον εξωτερικό και προσφέρει δύναμη, ενίσχυση και προοπτική, ειδικά σε ανθρώπους που βρίσκονται σε δύσκολη θέση στη ζωή τους, λόγω ασθένειας.
 



Σε ιστοσελίδα, όπου παρουσιάζονται τα έργα της ζωγράφου διαβάζουμε: «Artist Rebecca Evans’ work aims to evoke the senses of the spectator through colour, texture and movement, to channel into both external and internal awareness and create a powerful statement which is positively energising».

Wednesday, 23 September 2020

Αθανάσιος Διάκος ο μεγαλοεθνομάρτυρας

 
Μια από τις πιο αγνές και πιο ηρωικές φυσιογνωμίες της Επανάστασης του 1821 είναι ο μεγαλοεθνομάρτυρας Αθανάσιος Διάκος. Έτσι έμεινε στην Ιστορία. Διάκος ήταν η εκκλησιαστική του ιδιότητα. Χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος στη Μονή Τιμίου Προδρόμου Αρτοτίνας Φωκίδας. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Γραμματικός και κατ’ άλλους Μασσαβέτας. Μεγαλοεθνομάρτυρα τον ονομάσαμε λόγω των υπέρ της Πίστεως και της Πατρίδας φρικτών βασανιστηρίων τα οποία υπέστη πριν να εκτελεσθεί με τον αγριότερο τρόπο, που έχει καταγράψει η Ιστορία, να σουβλιστεί ζωντανός. Το σούβλισμα αλλιώς ονομάζεται παλούκωμα και ανασκολοπισμός. Κατ’ αυτόν οι δήμιοι – βασανιστές έδεναν τον μελλοθάνατο σε ξύλινο ή μεταλλικό πάσαλο (σκόλοπα), ή περνούσαν τον πάσαλο στο κορμί του και τον έψηναν ζωντανό.
 

Ο ήρωας γεννήθηκε το 1788 στην Άνω Μουσουνίτσα (σήμερα έχει μετονομαθεί σε Αθανάσιος Διάκος) ή στην Αρτοτίνα Φωκίδας. Σε ηλικία 12 ετών εστάλη από την μητέρα του στη Μονή Τιμίου Προδρόμου για να μάθει γράμματα και έγινε καλογεροπαίδι. Λόγω των ικανοτήτων του και της αρετής του χειροτονήθηκε νεότατος (17 ετών) Διάκονος. Όταν Οθωμανός τιτλούχος επισκέφθηκε το μοναστήρι εντυπωσιάστηκε από την εμφάνιση του Αθανασίου και του έκανε ανήθικη πρόταση. Ο Διάκος αντιστάθηκε και πάνω στον καβγά τον σκότωσε. Τότε αναγκάστηκε να φύγει στα βουνά και να γίνει κλέφτης. Αργότερα ηγήθηκε του αρματωλικίου της Λεβαδειάς, έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και άρχισε να συνεννοείται για την Επανάσταση. Στις 27 Μαρτίου 1821 στη Μονή Οσίου Λουκά οι Επίσκοποι Σαλώνων Ησαΐας και Ταλαντίου Νεόφυτος, μαζί με τον Διάκο και οπλαρχηγούς και προεστούς της Ρούμελης κήρυξαν την Επανάσταση, ψάλλοντας το «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου...».
         
Πολυάριθμος οθωμανικός στρατός, με 8000 στρατιώτες και 1000 ιππείς και με επικεφαλής τους τον Ομέρ Βρυώνη, κινήθηκε εναντίον των επαναστατημένων Ελλήνων της Ρούμελης  με σκοπό να καταστείλει την εκεί εξέγερση και να προχωρήσει προς την επίσης επαναστατημένη Πελοπόννησο. Οι Έλληνες αποφάσισαν να αντισταθούν.  Ήσαν λίγοι σε σχέση με τους Τούρκους, περίπου 1500, χωρισμένοι σε τρία τμήματα και δεν ήσαν έμπειροι σε πολέμους κατά παράταξη, όμως ήσαν αποφασισμένοι να αντιμετωπίσουν, ως διάδοχοι του Λεωνίδα και των 300 του, κοντά στις Θερμοπύλες τους Οσμανλήδες.
 
Ο Διάκος ανέλαβε να τους αντιμετωπίσει στο γεφύρι της Αλαμάνας. Η μάχη που έδωσαν ο Διάκος με τα λίγα παλληκάρια του ήταν ηρωική αλλά άνιση. Ο ίδιος πληγώθηκε βαριά και πιάστηκε αιχμάλωτος. Ο Ομέρ του έταξε να τον κάνει ανώτερο αξιωματικό αν αλλαξοπιστούσε, αλλά εκείνος του απάντησε: «Εγώ γραικός γεννήθηκα, γραικός θε ν’ αποθάνω». Ο Διάκος αντιμετώπισε με θάρρος και γαλήνια τον βασανιστικό του θάνατο, στις 24 Απριλίου 1821. Ο Αθανάσιος Διάκος αγαπούσε πολύ τον Χριστό και μαρτύρησε γι’ Αυτόν και την Πατρίδα σε ηλικία 33 ετών, όπως Εκείνος. Το μόνο του παράπονο ήταν ότι δεν θα έβλεπε την ελευθερία της Πατρίδας του. Λέγεται ότι είπε αλληγορικά: «Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει, τώρα π’ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζει η γη χορτάρι».
         
Ο αείμνηστος Μητροπολίτης Φθιώτιδος Νικόλαος προώθησε την διακήρυξη της αγιότητας του Αθανασίου Διάκου, αλλά η πρότασή του δεν έχει γίνει δεκτή έως σήμερα από την Ιερά Σύνοδο. Για το θέμα ο μακαριστός Μητροπολίτης δήλωσε:
 
«Ο Αθανάσιος Διάκος δικαίως ονομάσθηκε “Ο ηρωικότερος των ηρώων της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 και ο γενναιότερος των γενναίων”. Υπήρξε ομολογητής του Χριστού και μάρτυρας με τη γνησιότητα και τη ζωντάνια των μαρτύρων της πρωτοχριστιανικής εποχής. Προκλήθηκε να αρνηθεί την πίστη του με πλούσιες ανταμοιβές και δελεάσματα, αλλά έμεινε αμετακίνητος, προτιμήσας τον μαρτυρικό θάνατο από την προδοσία και την ατιμία. Ο δι΄ ανασκολοπισμού μαρτυρικός θάνατός του υπήρξε “το γνησιώτερον βάπτισμα”, όπως χαρακτηρίζουν οι Διαταγές των Αποστόλων τον θάνατο του μάρτυρος, το οποίο εξάλειψε κάθε αμαρτία και τον παρέδωσε καθαρόν και άγιον εις τον Θεόν».
 
ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ
 
Μήνυμα του Διάκου προς στρατολόγηση ανδρών: «Τοις αγαπητοίς μοι Ραχωβίτες υγιώς, εις Ράχωβαν. Αιδεσιμώτατε Άγιε Πρωτόπαπα και Παπά Δημήτρη ευλαβώς προσκυνώ και αγαπητοί μοι Γιωργάκη Σιδερά και Γιάννη Αλεξανδρή. Σας φανερώνω λαμβάνοντας το παρόν μου αμέσως να σηκωθήτε να μαζώξετε όλους τους Ραγιάδες να μου ξεμερώσετε Τρίτη πουρνό εις Λυκούρεσιν όπου να έλθετε όλοι: 200 ονομάτοι και της ώρας μαζύ με τα άρματά σας. Να πάρετε και 10 φορτώματα ψωμί και κρασί και εληές και όλον τον τζημπχεανέν όπου έχετε μπαρούτιν και κουρσούμια και να μου φέρετε 6 άλογα καλά μεζηλιάρικα και έτζι να μου ακολουθήσετε εξ αποφάσεως. Υγιαίνετε, 1821: 28 Μαρτίου, Κάπερνα. Ο αγαπητός σας Θανάσης Διάκος». 
 
Ο Μακρυγιάννης για τον Διάκο: «Ο Διάκος πρωτοκινήθη αυτός μ’ ολίγους ανθρώπους κι απάντησε την πρώτη ορμή των Τούρκων, αυτός κι ο αγείμνηστος Δεσπότης Σαλώνου. Αυτείνοι κι ο Μπακογιάννης κι ο Καλύβας κι ο αδελφός του Δεσπότη κι άλλοι αξιωματικοί με τους ολίγους τους στρατιώτες έλυωσαν απάνου εις το γιοφύρι της Αλαμάνας πολεμώντας με τόσον πλήθος Τούρκων. Κι ο περίφημος γενναίος Διάκος, αφού τελείωσε τον τζεμπιχανέ, καταπληγωμένον και μισοσκοτωμένον τον έλαβαν ζωντανόν οι Τούρκοι και τον παλούκωσαν. Σ’ την θέσιν οπού επέθανες εσύ, Λεωνίδα, με τους τρακόσους σου, πέθαναν κι αυτείνοι δια την θρησκείαν και πατρίδα».
 
Ποίημα του Αρ. Βαλαωρίτη «Η προσευχή του Διάκου»: «...Πλαγιάζει ο λιονταρόψυχος!...Ο Διάκος στο κρεββάτι του, ζωσμένος τη φλοκάτη, σαν αητός μες στη φωλιά ολάκερο ένα γένος έκλωθ’ εκείνην την βραδιά....Πλάστη μεγαλοδύναμε! Αξίωσε μας όλους, πριν μας σκεπάση η μαύρη γη, στα δουλωμένα πλάγια να κοιμηθούμε μια νυχτιά τον ύπνο του Θανάση!»
 
Από το βιβλίο του Τάκη Λάππα «Αθανάσιος Διάκος (1949): «Το αθάνατο Εικοσιένα είναι γιομάτο από ηρωικές μορφές. Σαν τον πολέμαρχο  όμως της Αλαμάνας, τον πρωτολάτη αγωνιστή της επανάστασης, τον Θανάση Διάκο, θαρρώ πως δεν έχει να πρωτοδείξει άλλον. Ο διάκος του Προδρόμου, που πέταξε τα ράσα για να ζωστεί τ’ άρματα και να τάξει τη ζωή του στη λευτεριά της σκλαβωμένης πατρίδας του, είχε γεννηθεί ήρωας και ήρωας πέθανε».
 
Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Monday, 21 September 2020

Ο Βόλος πού γνώρισα... [2]

 (Μνῆ­μες καὶ βι­ώ­μα­τα)
 
Στὸ Γιῶργο Σανιδᾶ, ποὺ μοῦ «ξέθαψε» αὐτὸ τὸ παλιό καὶ λησμονημένο γραφτό
 

Αὐτὸ πάντως ποὺ διατηρεῖ ἡ μνήμη μὲ συγκίνηση καὶ νοσταλγία, ἦταν οἱ Κυριακὲς στὸ Βόλο τῆς δεκαετίας τοῦ 1960. Μὲ συγκίνηση τὶς θυμᾶμαι αὐτὲς τὶς Κυριακὲς, χειμωνιάτικες ἤ καὶ ἀνοιξιάτικες, ἀφοῦ τὸ καλοκαίρι ἀπουσιάζαμε, καθὼς τὰ πρωϊνὰ, μετὰ τὸν ἐκκλησιασμὸ, κατεβαίναμε στὴν παραλία καὶ πηγαίναμε στὸ σινεμὰ, κυρίως στὸν κινηματογράφο «Κρόνος» ὅπου παίζονταν ἔργα μὲ ἱστορικὸ περιεχόμενο, ὅπως «Ρῶμος καὶ Ρωμύλος», «Ὀδύσσεια», ἀλλὰ κι ὁ θρυλλικὸς Μασίστας, καὶ μαζὶ μὲ τὸ ἔργο βλέπαμε κινούμενα σχέδια, ὅπως «Μίκυ Μάους», «Τόμ καὶ Τζέρυ» καὶ ἄλλα ἀκόμη ποὺ μᾶς ἀρεσαν πολύ. Γέμιζε ὁ κινηματογράφος παιδιά, ποῦ δὲ νὰ βρεθεῖ κάθισμα !
 
Τὸ ἀπόγευμα, πρὸς τὸ σούρουπο, ἄν ὁ καιρὸς ἦταν καλὸς, πάλι κατεβαίναμε στὴ παραλία. Αὐτὴ τὴ φορὰ γιὰ βόλτα, ἐκεῖνο δηλαδὴ τὸ πέρα δῶθε ἀπό τοῦ «Παπαστράτου» μέχρι τὴν προβλήτα ποὺ ἔρχονταν τὰ πλοῖα καὶ ἄντε πάλι. Ἐδῶ πρέπει νὰ πῶ ὅτι ἐμεῖς, τὰ παιδιὰ ἀπό τὰ νησιὰ, κατεβαίναμε καὶ γιὰ ἕναν ἄλλο λόγο· ἐπειδὴ τὸ ἀπόβραδο ἔφθανε ἀπό τὰ μέρη μας τὸ καράβι τῆς γραμμῆς, «Ὁ Κύκνος», κι ἔτσι μπορούσαμε νὰ δοῦμε κάποιο πατριώτη μας, νὰ μάθουμε γιὰ τοὺς δικοὺς μας, ἀλλὰ καὶ νὰ παραλάβουμε κάτι. Ἔτσι, ἐκεῖνα τὰ ἀπόβραδα τῆς Κυριακῆς ἦταν γιὰ μᾶς, τὰ νησιωτόπουλα, ἕνα βάπτισμα στὴ νοσταλγία τοῦ χωριοῦ καὶ τῶν δικῶν μας. Κι ἔθλιβε τόσο τὴν παιδικὴ καρδιὰ ἐκεῖνο τῆς Κυριακῆς τὸ ἀπόβραδο... Ἰδίως τὸν πρῶτο χρόνο...
 
Ὡστόσο μιὰ κι ἀναφέρθηκα στ᾿ ἀπόβραδα τῶν Κυριακῶν καλὸ εἶναι νὰ προσθέσω ὅτι ἐκτὸς ἀπό τὴ βόλτα ποὺ κάνανε οἱ Βολιῶτες, ὕστερα κάθονταν καὶ στὰ δύο μεγάλα ζαχαροπλαστεῖα τῆς παραλίας, τὸ «Μινέρβα» καὶ  τὴν «Κυψέλη» γιὰ νὰ πιοῦν καφὲ, νὰ πάρουν ἐκείνη τὴ στρογγυλὴ τυρόπιτα ἤ νὰ πιοῦν μπύρα μὲ κάποια ποικιλία, πιὸ πολὺ ὅμως γιὰ νὰ τὰ ποῦνε μεταξὺ τους, ἀφοῦ μαζεύονταν παρέες-παρέες. Καὶ κρατοῦσαν  αὐτὲς οἱ συνάξεις, ἰδιαίτερα τὰ θερινὰ τὰ βράδυα, μέχρι τὰ μεσάνυχτα, γιατὶ ἦταν τόσο ὄμορφες ἐκεῖνες οἱ ὧρες...
 
Φωτεινὴ παρένθεση στὸ Βόλο τῆς δεκαετίας τοῦ 1960 ἦταν «Μουσικὰ Νειᾶτα», ἐκδηλώσεις ποὺ γίνονταν στὸν κινηματογράφο «Ἀττίκ», στὴν παραλία. Ἔρχονταν, λοιπὸν, ἀπό τὴν Ἀθήνα καὶ ἀλλοῦ χορωδίες, μικρὲς ὀρχῆστρες (τρίο ἤ κουαρτέτα ἐγχόρδων), ἀλλὰ καὶ ἐπιφανεῖς σολίστες κλασικῆς μουσικῆς καὶ μᾶς εἰσόδευαν, ἐμᾶς τοὺς μαθητὲς τοῦ Γυμνασίου, στὸν κόσμο τῆς μουσικῆς αὐτῆς. Πόσο θαυμάσιες ἦταν ἐκεῖνες οἱ ὧρες, ἰδιαίτερα τὶς παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων, ὅταν μικρὲς χορωδίες τραγουδοῦσαν τὶς ὑπέροχες μελωδίες, ὅπως «Ἅγια Νύχτα», «Ὤ, ἔλαττο», «Τὸν μικρὸ τυμπανιστὴ» κ.ἄ. Μπορεῖ δὲ νὰ φαναταστεῖ κανένας πόση ἐντύπωση ἔκαναν σὲ μᾶς τὰ ἁπλᾶ χωριατόπουλα αὐτὲς οἱ στιγμὲς, τὶς ὁποῖες στὴ συνέχεια τὶς κουβαλούσαμε, μαζὶ μὲ πολλὰ, πάρα πολλὰ ὄνειρα -χαμένα καὶ χαντακωμένα σήμερα- στὰ χωριά μας… Πάντως εὐγνωμονῶ ἀκόμα τὸν καθηγητή μου τῆς μουσικῆς στὸ Γυμνάσιο, ποὺ μ᾿ ἔφερε σιμὰ σ᾿ αὐτὲς τὶς συνάξεις… Ἀγάπησα ἀπό τότε τὸν Ἰωάννη Σεβαστιανὸ Μπάχ, κάπως δὲ λιγότερο τὸν Φρ. Λίστ, τὸν Σοπὲν καὶ τὸν Μπετόβεν.
 
Ἡ ἄλλη βόλτα τῶν Βολιωτῶν ἦταν ἐκείνη τοῦ ἀπόβραδου τῆς Τετάρτης. Αὐτὴ τὴ φορὰ ἡ βόλτα γίνονταν στὴν ὁδὸ Ἑρμοῦ, τὸν τότε ἐμπορικὸ δρόμο τοῦ Βόλου. Ἦταν μιὰ χρωπὴ νότα στὴν τότε σκληρὴ καθημερινότητα, ἕνα ἀντάμωμα φίλων καὶ συγγενῶν, μιὰ ἐπίσκεψη στὶς φωτεινὲς βιτρίνες γιὰ ἕνα παραπανίσιο ὄνειρο τὸ βράδυ… Μάλιστα, ἐκεῖνο ποὺ ἐντυπωσίαζε πολὺ ἦταν οἱ προεόερτιες ἡμέρες τῶν γιορτῶν τῶν Χριστουγέννων καὶ τῆς Πρωτοχρονιᾶς, ὅταν οἱ βιτρίνες στολίζονταν ἐπίκαιρα, ὄχι μὲ τὸν σημερινό, ἐξεζητημένο τρόπο, ἀλλὰ πολὺ νοικοκυρεμένα καὶ ὄμορφα. Κι ἔβλεπες τὶς βιτρίνες τοῦ «Κ. Μαρούσης», τοῦ «Κουτσίνα» κ.ἄ. καταστημάτων νὰ φέρουν ἔναν ἐξαίσιο στολισμὸ, μπρὸς στὸν ὁποῖο χάζευαν ἀρκετὰ μικροὶ καὶ μεγάλοι...
 
Τὸν Ἰούνιο, πηγαίναμε  γιὰ μπάνιο στὸν Ἄναυρο ἤ δίπλα, στὴν πλάζ τοῦ Ν.Ο.Β. Αὐτὸ γινόταν κυρίως τὶς Κυριακὲς τὸ μεσημέρι, γιατὶ εἴχαμε ἐξετάσεις κι ἔπρεπε νὰ περάσουμε τὴν τάξη. Ὡστόσο ἡ θάλασσα μᾶς ἕλκυε, βλέπεις εἴμασταν νησιωτόπουλα, καὶ τὸ κυριώτερο στὸ Βόλο τὰ μπάνια ἄρχιζαν ἀπό τῆς Ἀναλήψεως, ἐνῶ σὲ μᾶς, στὸ χωριὸ ἄρχιζαν ἀπό τοῦ Ἁη-Γιαννιοῦ, δηλαδὴ στὶς 24 Ἰουνίου.
 
Τὸ Ν.Ο.Β ἦταν πιὸ ἐπίσημη παραλία ἀπό τὸν Ἄναυρο, μὲ κέντρο ὅπου τὰ βράδυα παίζανε ὀρχῆστρες ρυθμοὺς τῆς ἐποχῆς. Δὲν τὸ θυμᾶμαι νὰ πῆγα ποτὲ γιὰ οἰκονομικοὺς κυρίους λόγους, μόνο ἄκουγα στὸ τοπικὸ Ραδιοφωνικὸ Σταθμὸ, μὲ τὸν ἀμίμητο ἐκεῖνο ἐκφωνητὴ, τὸν Τάσο τὸν Μητρογῶγο, κάποιες ἐπιτυχίες τῶν Shadows, Forminx, Elvis Pristley, Adamo, κ.α. καὶ νόμιζα πὼς βρέθηκα κι ἐγὼ στὸ Ν.Ο.Β. Νεότητα, βλέπεις...
 
Καιρὸς ὅμως εἶναι ν᾿ ἀναφερθῶ καὶ στὰ τοῦ ἐκκλησιασμοῦ καὶ τῶν ὅσων ἐκείνη τὴν ἐποχὴ εἶχαν σχέση μὲ τὴν ἐκκλησία καὶ τὴν ἐν γένει ἐκκλησιαστικὴ ζωή.
 
Ἡ πρώτη ἐνορία ποῦ γνώρισα ἦταν ἐκείνη τῆς Ἀναλήψεως στεγασμένη σὲ ξύλινο οἴκημα, τοῦ τύπου τῆς ξυλοστέγου βασιλικῆς, ἀρκετὰ εὐρύχωρη καὶ σεμνή. Φυσικὰ δὲν εἶχε καμμία σχέση μὲ τὸ σημερινὸ ναὸ τὸν τεραστίων διαστάσεων καὶ βαρυφορτωμένο μὲ πολλὰ καὶ περιττὰ.
 
Ἐκεῖνες οἱ λειτουργίες τῆς Κυριακῆς στὴν Ἀνάληψη θὰ μείνουν ἀλησμόνητες, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ ἐνάτη τοῦ Πάσχα ποὺ διαβάζεται λίγο πρὶν ἀπό τὸν ἑσπερινὸ τῆς πανηγύρεως…
 
Θυμᾶμαι ἀκόμα τὶς καμπάνες στὸ αὐτοσχέδιο καμπαναριὸ, ὅπως καὶ κάποια μάρμαρα, λείψανα ἀπό τὸν παλαιὸ ναὸ ἔξω στὸ προαύλιο…
 
Ἡ ἄλλη ἐνορία ποὺ ἔζησα ἦταν ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος, μὲ τὸν γλυλύτατο ψάλτη, τὸν Καποδίστρια, ὁ ὁποῖος παρ᾿ ὅλο ποὺ ἔψαλλε Σακκελαρίδη, κρατοῦσε τὸ καλὸ κι εὐπρεπὲς ὕφος τῆς ὐμνολογίας. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν Ἀνάληψη ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος ἦταν, καὶ παραμένει νὰ εἶναι, μιὰ ἐνορία, ἡ ὁποία ἄν καὶ δὲν ἔχει ἔντονο κοσμικὸ χαρακτῆρα, ἐν τούτοις διακρατεῖ μιὰν ὑψηλὴ θέση μέσα στὴν κοινωνία τοῦ Βόλου, ἀφοῦ ἐκεῖ γίνονταν καὶ γίνονται οἱ τελετὲς τῆς Ὑψώσεως καὶ Προσκυνήσεως τοῦ Τ. Σταυροῦ κ.α. Μάλιστα θυμᾶμαι ἐπί τῶν ἡμερῶν τῆς Ἀρχιερατείας τοῦ Δημητριάδος Δαμασκηνοῦ, οἱ τελετὲς αὐτὲς ἦταν κάτι τὸ ἀλησμόνητο, ἀφοῦ ὀρθωνόταν στὴ μέση ὁμοίωμα τοῦ Γολγοθᾶ, ὅπου στήνονταν ὁ Σταυρὸς,  γιὰ νὰ ἐντυπωσιάζουν.
 
Ἀναφέρθηκα στὸν Μητροπολίτη Δαμασκηνὸ, ἕνα ζωντανὸ ἐπίσκοπο, μὲ διαπεραστικὸ βλέμμα καὶ παρρησία. Ὁ Δαμασκηνὸς, λοιπὸν, ἐποίμανε τὴ Μητρόπολη Δημητριάδος σὲ χρόνους ὅπου ὁ Βόλος ἔβγαινε μέσ᾿ ἀπό τὶς στάχτες ἑνὸς μεγάλου σεισμοῦ, χώρια ὁ ἐμφύλιος…
 
Ἦταν  ἄνθρωπος ποὺ πέρασε ἔνα κομμάτι τῆς ζωῆς του στὸ φρικιαστικὸ Νταχάου, γι᾿ αὐτὸ κι ἕνα σούρουπο, θυμᾶμαι, ποὺ ἔφερε ἕναν ἀμφορέα μὲ στάχτη ἀπό τὸ μαρτυρικὸ ἐκεῖνο στρατόπεδο καὶ τὸ τοποθέτησαν στὸν Ἅγιο Νικόλαο, τὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ, σ᾿ ἕνα παράθυρο τῆς κόγχης τοῦ ἱεροῦ. Τὸ διακρίναμε ἀπέξω, γιατὶ τὸ εἶχαν ἀσφαλίσει μὲ κάποιο πλέγμα… Σήμερα ἀγνοῶ τὶ ἔγινε.
 
Μετὰ τὸ Δαμασκηνὸ ἦλθε ὁ Ἠλίας, ἕνας ἄνθρωπος χαμηλῶν τόνων, χωλός στὸ ἔνα του πόδι, προερχόμενος ἀπό τὴν ἀδελφότητα «Ζωή». Κι ἀφοῦ ἀναφέρθηκα στὴν ἀδελφότητα αὐτὴ ὀφείλω νὰ πῶ δυὸ πράγματα σχετικὰ μὲ τὴν κίνησή της στὸ Βόλο.
 
Ὅταν πήγαμε στὸ Γυμνάσιο εἴχαμε καθηγητὴ τῶν Θρησκευτικῶν τὸν Β. Κοτσμανίδη, ποὺ ἄν καὶ ἦταν «μικρὸς τὸ δέμας» ἐν τούτοις μᾶς ἔμαθε πολλὰ. Τὸ κυριώτερο δὲ, μᾶς πρότεινε νὰ πᾶμε στὸν «Ἀπόστολο Παῦλο», ὅπου γίνονταν τὰ Κατηχητικὰ.
 
Τότε στὸ Βόλο ἦταν ἐπικεφαλῆς τοῦ «Ἀποστόλου Παύλου» ἕνας πολὺ σημαντικὸς θεολόγος, μέλλος τῆς «Ζωῆς», ὁ Ἀλέξανδρος Βάμβας ἀπό τὶς Σπέτσες. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, πραγματικὸς ἱεραπόστολος, δὲν στεκόταν ποτὲ σὲ ψυχωφέλιμα καὶ ήθικιστικὰ ζητήματα, ποὺ στεγνώνουν τὴν ψυχὴ ἀπό τὸν πραγματικὸ διάλογο, ὅπου ἀπαραίτητα κρύβεται καὶ ἡ ἀμφιβολία, ἀλλὰ προχωροῦσε καὶ βοηθοῦσε μὲ κεῖνο τὸ χαμόγελο -ὁπωσδήποτε ὄχι φαρισαϊκό- τὸν συνομιλητή του νὰ βρεῖ ἄκρη… Εἶχα τὴν εὐλογία νὰ μάθω ἀπ᾿ αὐτὸν τον ἄνθρωπο πολλὰ καὶ νὰ χαρῶ τὶς Κυριακάτικες ὁμιλίες του ποὺ γίνονταν πρῶτα στὴ παλιὰ αἴθουσα, στὴν ὁδὸ Ἰάσωνος κι ὕστερα, ὅταν ὁ Σύλλογος μετακόμισε,  στὴν ὁδὸ Μεταμορφώσεως…
 
Θυμᾶμαι τὸν Βάμβα  ἐπίσης σὲ κεῖνες τὶς πρωϊνὲς Θεῖες Λειτουργίες, στὴ Ἁγία Τριάδα τοῦ Νοσοκομείου, ἕναν εὐκατάνυκτο τότε ναὸ. Τὸν θυμᾶμαι νὰ ψάλλει, νὰ μᾶς κηρύττει, πάντοτε τὴν ὤρα τοῦ Κοινωνικοῦ, κι ὕστερα νὰ Κοινωνεῖ. Εἶναι χρέος μου δὲ ἐδῶ νὰ καταθέσω, πὼς αὐτὲς οἱ πρωϊνὲς Θ. Λειτουργίες μὲ συγκινοῦν ἀκόμα καὶ σήμερα, γιατὶ μοῦ ἔχουν προσθέσει πολλὰ…
 
Ἀργότερα στὴ θέση του ἦλθε ὁ Νικόλαος Ἀρκᾶς, ἐπίσης θεολόγος τῆς «Ζωῆς» ἀπό τὴ Πάρο. Τὸ σημαντικὸ μ᾿ αὐτὸν ἦταν ὅτι μοῦ γνώρισε, μέσω ἐκείνου τοῦ μικροῦ, ἀλλὰ τόσο σημαντικοῦ βιβλίου του, τὴν ἁγιασμένη Μορφὴ τοῦ Ἀθανασίου τοῦ Παρίου, αὐτοῦ τοῦ μεγάλου τέκνου τῆς Ἀθωνικῆς πολιτείας καὶ τῶν Κολλυβάδων.
 
Τὸ 1971 συνάντησα τὸν Ἀρκᾶ, ὡς Ἀρχιμανδρίτη πλέον, στὴ Μητρόπολη Χαλκίδος.Ἦταν δὲ ἐκεῖνος ποὺ εἰσηγήθηκε στὸν τότε Μητροπολίτη Χαλκίδος Νικόλαο, ὅτι μποροῦσα νὰ ἔχω τὴν ἀπαραίτητη συμμαρτυρία γιὰ τὴν εἴσοδό μου στὴ Ριζάρειο…
 
Αὐτὰ ὅμως ποὺ χάρηκα ἰδιάιτερα στὸ Βόλο τῶν ἐφηβικῶν μου χρόνων ἦταν πρῶτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὰ Κυριακάτικα πρωϊνά, ὅταν πήγαινα στὴν ἐκκλησία παρακολουθώντας μὲ προσοχὴ τοὺς ψάλτες κι ἔχοντας πάντα τὸν Συνέκδημο στὰ χέρια. Πήγαινα πότε στὸν Ἅγιο Νικόλαο, ὅπου ἔψαλλε ὁ Μανώλης Χατζημάρκος, ἀλλὰ καὶ στὴν Ἀνάληψη. Μάλιστα στὴν Ἀνάληψη ἀνέβαινα καὶ στὸ δεξὶ τὸ ψαλτῆρι, φυσικὰ μὲ πρόσκληση τοῦ πρωτοψάλτη. Πρέπει δὲ νὰ πῶ ὅτι τότε ἡ Ἀνάληψη μὲ ἀνάπαυε περισσότερο, γιὰ πολλοὺς λόγους… Ἴσως, ἐπειδὴ ἦταν μιὰ ἁπλῆ, λιτή, ἀπέριττη καὶ ταπεινὴ συνοικιακὴ ἐνορία…
 
Τελειώνοντας αὐτὴ τὴν ἀφήγηση, θὰ ἤθελα νὰ πῶ δυὸ λόγια γιὰ τὰ γραφικὰ καφενεῖα τῆς παραλίας, ίδιαίτερα δὲ τὸ καφενεῖο τοῦ Καριαγιάννη ποὺ ἦταν ἀπέναντι ἀπό τὰ παλιὰ ψαράδικα μὲ τὰ μικρὰ, ξύλινα οἰκήματα, τὸ καθένα ἀπό τὰ ὁποῖα εἶχε καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἐμπόρου ψαρᾶ.
 
Στὸ καφενεῖο, λοιπόν, αὐτὸ αὐτὸ πήγαιναν οἱ συγχωριανοί μου, ὅταν ἔρχονταν στὸ Βόλο καὶ ἀνταμώνανε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ἀλλὰ καὶ ὅσοι ἀπό τοὺς πατριῶτες μας μένανε στὸ Βόλο. Ἔτσι, τὸ καφενεῖο αὐτὸ ἦταν ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἔνα μικρὸ Κλῆμα, μιὰ μικρογραφία τῆς Γλώσσας… Ἀκόμα κρατάει μέσα μου ἡ βαρειὰ μυρωδιὰ τοῦ τσιγάρου, ἀνακατεμένη μὲ καφὲ, οὖζο καὶ θάλασσα. Ἄν δὲ ἀνάφερα τὴ θάλασσα τὸ ἔκαμα, γιατὶ πράγματι ἡ γνώριμη μυρωδιὰ τοῦ θαλασσινοῦ νεροῦ ἔφτανε μέχρι μέσα στὸ καφενεῖο, ξεκινώντας ἀπό τὰ ἀπέναντι ψαράδικα. Γιατὶ, καθὼς ἦταν ἀραδιασμένες στοὺς κυρτοὺς ξύλινους πάγκους οἱ ψαροκασέλες μὲ τὰ διάφορα εἴδη τῶν ψαριῶν, οἱ ἔμποροι κάθε τόσο ρίχνανε ἀπό τὸ πίσω μέρος τοῦ παραπήγματος τὸν κουβᾶ στὴ θάλασσα, τὸν γεμίζανε κι ὕστερα βρέχανε τὰ ψάρια. Κι ἐκεῖνα λαμποκοποῦσαν, ἀκόμα κι ὅταν οἱ μέρες ἦταν γκρίζες…
 
Ἐκτὸς τοῦ Καραγιάνη ὑπῆρχαν κι ἄλλα καφενεῖα στὴν παραλία, ὅπου συχνάζανε οἱ Βολιῶτες καὶ οἱ Πηλιορεῖτες καὶ παίζανε χαρτιὰ πίνοντας τὸν καφὲ, διαβάζοντας τὴν ἐφημερίδα, κουβεντιάζοντας καὶ καπνίζοντας. Κάποιοι καὶ ναργιλὲ.
 
Στὴν παραλία ὑπῆρχαν καὶ ἐστιατόρια, ὅπως ἐκεῖνο τοῦ Μεταφτσῆ, πιὸ πέρα τοῦ Κωνσταντᾶ, ἡ Ἀθηναϊκὴ Ταβέρνα καὶ ἄλλα μικρότερα. Στὴν ἀρχὴ δὲ τῆς ὁδοῦ Ἰωλκοῦ ἦταν καὶ ὁ φοῦρνος τῶν ἀδελφῶν Λέτσιου, μὲ τὸν μακαρίτη τὸ Δημήτρη Λέτσιο νὰ τυλίγει τὸ ψωμὶ ἤ τὶς ἀφράτες χειροποίητες φρυγανιὲς μὲ προσοχὴ, ἐπιμέλεια καὶ μιὰν ἀρχοντιὰ, ποὺ δὲν ξανασυνάντησα. Μάλιστα θυμᾶμαι ὅτι δὲ χρησιμοποιοῦσε «ζελοτέϊπ», ἀλλὰ λευκὸ, λεπτὸ σχοινὶ, τὸ καροῦλι τοῦ ὀποίου ἦταν πάνω, ψηλὰ ἀπό τὸ ταμεῖο. Τὸ πιὸ σημαντικὸ ὅμως ἦταν οἱ «ἐκθέσεις» φωτογραφίας ποὺ ἔκανε σὲ μικρὲς φωτισμένες βιτρίνες, οἱ ὁποῖες ἦσαν προσαρμοσμένες στοὺς τοίχους, δεξιὰ κι ἀριστερὰ τῆς εἰσόδου, ὁ μακαρίτης ὁ Δημήτρης Λέτσιος, αὐτὸς ὁ καλλιτέχνης μὲ τὰ λευκὰ μαλλιὰ, τὰ γαλάζια μάτια καὶ κατάλευκη ποδιὰ τοῦ φούρναρη…
 
Ἄλλο  ἀρτοποιεῖο ἦταν τοῦ Καραδήμου, στὴν ὁδὸ Δημητριάδος, μὲ τὶς περίφημες τυρόπιτες. Θυμᾶμαι, μάλιστα, τὸν ἐπίσης μακαρίτη καθηγητὴ στὸ Γυμνάσιο, τὸν Βασίλη Καλορρίζο, ποὺ ἦταν μερακλῆς, νὰ λέει μιὰ μέρα στὸν καθηγητή μας τὸν Ντόβα, τὴν ὥρα ποὺ ἔτρωγε μιὰ λειψὴ τυρόπιτα, ἀγορασμένη ἀπό κάποιον πλανόδιο. «Ἄμα θὲς νὰ φᾶς τυρόππιτα νὰ πάρεις ἀπ᾿ τὸν Καραδῆμο, νὰ χορτάσεις...».
 
Ὑπάρχουν, ἀσφαλῶς, κι ἄλλες διηγήσεις ἀπό τὸν Βόλο τῶν μαθητικῶν καὶ ἐφηβικῶν μας χρόνων… Ὅμως μετὰ ἀπό πενήντα, κοντά, χρόνια πολλὰ ξεχάστηκαν, μαζὶ μὲ τοὺς παλιοὺς συμμαθητὲς, τοὺς παλιοὺς καθηγητὲς, τοὺς δρόμους, τὰ σπίτια, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἀπομένουν ἀτάραχοι, ὡσὰν βαλσαμωμένοι, στὸ βάθος τῆς σκηνῆς, τὸ ὁποῖο σκεπάζει μιὰ ὀμίχλη, ἡ ὁποία, ποιὸς ξέρει, μπορεῖ νἄναι κι ἀπό τὰ θαμπωμένα μου μάτια...
 
π. Κ.Ν. Καλλιανός
Σκόπελος, Χεμῶνας 2004
 
ΤΕΛΟΣ!