Monday, 14 September 2020

Ο Βόλος πού γνώρισα... [1]


(Μνῆ­μες καὶ βι­ώ­μα­τα)

Στὸ Γιῶργο Σανιδᾶ, ποὺ μοῦ «ξέθαψε» αὐτὸ τὸ παλιό καὶ λησμονημένο γραφτό


Tὸ φθι­νο­πω­ρι­νὸ ἐ­κεῖ­νο βρά­δυ τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου τοῦ 1963, ἀ­πο­μέ­νει στὴ μνή­μη φω­τι­σμέ­νο μὲ τὸ πα­γω­μέ­νο, γα­λα­τέ­νιο φῶς ποὺ κα­τέ­βαζαν τὰ με­γά­λα φῶ­τα τῆς προ­κυ­μαί­ας, κα­θὼς τὸ κα­ρά­βι, τὸ «Κύ­κνος», δι­πλά­ρω­νε στὸ μου­ρά­γιο τοῦ Βό­λου κι ἐ­μεῖς δει­λὰ-δει­λὰ ἀ­πο­βι­βα­ζό­μα­σταν στὴ νέ­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: ἐ­κεί­νης τῶν σπου­δῶν, τῆς μά­θη­σης, τῆς καλ­λι­έρ­γειας. Τῶν φώ­των δη­λα­δὴ, ποὺ προ­σπο­ρί­ζουν οἱ γνώ­σεις καὶ τὰ γράμ­μα­τα. (Καμ­μιὰ φο­ρὰ σκέ­φτο­μαι πὼς τὰ φῶ­τα ἐ­κεῖ­να πα­ρο­μοι­ά­ζον­ταν μὲ τὰ δυ­να­τὰ τὰ φῶ­τα τῆς πα­ρα­λί­ας, ποὺ δέ συγ­κρί­νον­ταν μὲ τὸ τρε­μου­λια­στὸ τὸ φῶς τῆς λάμ­πας τοῦ πε­τρε­λαί­ου, τὸ ὁ­ποῖ­ο μέ­χρι τό­τε γνώ­ρι­ζα. Μό­νο ποὺ τὰ πρῶ­τα τυ­φλώ­νουν, καὶ κυ­ρί­ως τυ­φλώ­νουν τὰ μά­τια τῆς ψυ­χῆς, ἀ­φοῦ εἰ­σχω­ρεῖ τὸ μι­κρό­βιο τῆς ἀλ­λα­ζο­νεί­ας, ἀν­τί­θε­τα μὲ τὰ ἄλ­λα τὰ φῶ­τα ποὺ συν­τη­ροῦν μέ­σα σου τὸν χα­μη­λό καὶ τα­πει­νὸ τρό­πο τῆς προ­σέγ­γι­σης τοῦ κό­σμου).

Αὐ­τὸ τὸ φῶς πο­τὲ μου δὲν τὸ χά­ρη­κα, ὅ­πως δὲ χαι­ρό­μουν τὴν κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἤ­μουν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νὰ φύ­γω ἀ­πὸ τὸ λι­τὸ καὶ ἀ­πέ­ριτ­το πε­ρι­βάλ­λον τοῦ χω­ριοῦ μου, παρ᾿ ὅ­λο ποὺ ὁ Βό­λος ἐ­κεί­νου τοῦ και­ροῦ ἦ­ταν μιὰ ἄλ­λη προ­έ­κτα­ση τοῦ χω­ριοῦ μου. Για­τὶ εἶ­χε λι­γο­στὰ αὐ­το­κί­νη­τα, κάμ­πο­σα πο­δή­λα­τα καὶ φυ­σι­κὰ ἐ­κεί­νη τὴν ἁ­πλό­τη­τα καὶ τὴ γρα­φι­κό­τη­τα, ὤ­στε νὰ μᾶς φαί­νε­ται πὼς κά­που σι­μὰ μας εἶ­ναι καὶ τὸ χω­ριὸ.

Θυ­μᾶ­μαι, λοι­πὸν, πὼς μό­λις κα­τε­βή­κα­με ἀ­πὸ τὸ πλοῖ­ο πή­ρα­με ἔ­να ἀ­πὸ τ᾿ ἀ­μα­ξά­κια ποὺ ἦ­ταν συ­ναγ­μέ­να στὴν πα­ρα­λί­α καὶ πή­γα­με στὸ γνω­στὸ μας ξε­νο­δο­χεῖ­ο: τὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο τῶν Κλη­μα­τια­νῶν «Ἡ Εὐ­ρώ­πη», Ἰ­ά­σο­νος καὶ Κο­ρα­ῆ γω­νί­α. Στὰ παι­δι­κὰ μά­τια ἐν­τύ­πω­ση ἔ­κα­ναν τὰ κα­τα­νυ­κτι­κὰ φω­τά­κια ποὺ εἶ­χαν δί­πλα τους τ᾿ ἁ­μα­ξά­κια, κα­θὼς καὶ ἐ­κεῖ­νο τὸ καμ­πά­νι­σμα, ποὺ θύ­μι­ζε τὸν ἦ­χο ἀ­πὸ καμ­πα­νά­κι κά­ποι­ου τα­πει­νοῦ ἐ­ξωκ­κλη­σιοῦ.

Τὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο εἶ­χε μιὰ πα­ρά­ξε­νη μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ ἀ­πορ­ρυ­παν­τι­κὸ, σα­πού­νι ἀ­πὸ φτη­νὸ ἄ­ρω­μα καὶ τσι­γά­ρο. Οἱ σκά­λες ἦ­ταν με­γά­λες καὶ φαρ­δι­ὲς μὲ τὸν Νι­κή­τα, τὸν ὑ­πάλ­λη­λο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου, νὰ μᾶς βο­η­θά­ει χα­μο­γε­λα­στὸς, ὥ­στε νὰ τα­κτο­ποι­η­θοῦ­με στὰ ψη­λον­τά­βα­να δω­μά­τια μὲ τὰ λευ­κὰ σεν­τό­νια ποὺ ὅ­ταν τ᾿ ἄγ­γι­ζες, νό­μι­ζες πὼς τσα­λά­κω­νες χαρ­τὶ. Μά­λι­στα αὐ­τὸς ὁ ἦ­χος, ὅ­πως ὁ ἦ­χος τῶν φορ­τη­γῶν ποὺ μέ­σα στὴ βα­θειὰ νύ­χτα περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ κά­τω ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρά μας, μὲ ἀ­κο­λου­θεῖ ἀ­κό­μα μέ­χρι σή­με­ρα. Για­τὶ πρώ­τη φο­ρὰ ἄ­κου­γα με­γά­λα αὐ­το­κί­νη­τα νὰ περ­νοῦν μὲ ὀρ­μὴ καὶ βου­ὴ πά­νω στὸ δρό­μο, βου­ὴ ποὺ σι­γὰ-σι­γὰ χά­νον­ταν γιὰ νἄρ­θει στὴ συ­νέ­χεια κά­ποι᾿ ἄλ­λη. (Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν δι­ά­βα­σα τὸ ποί­η­μα «Σοφοὶ δὲ προσιόντων» τοῦ Κ.Π.Κα­βά­φη, συ­νει­δη­το­ποί­η­σα πλέ­ον, πὼς πολ­λὲς φο­ρὲς στὴ ζω­ὴ μου θὰ ξα­νασυναν­τή­σω αὐ­τὴ τὴ «μυστικὴ βο­ὴ», ὅ­μως θὰ ἦ­ταν κά­τι τὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἀπ᾿ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­ζη­σα τὴν πρώ­τη μου βρα­δυ­ὰ στὸ Βό­λο. Ἴ­σως καὶ τρα­γι­κὸ, για­τὶ πάν­τα μέ­σα στὴ δύ­νη τῶν γε­γο­νό­των ποὺ πλη­σιά­ζουν πλη­σιά­ζει κι ὁ θά­να­τος, ἤ ἔ­στω καὶ ὁ ὅ­ποι­ος ἀ­κρω­τη­ρια­σμὸς τῆς ψυ­χῆς...).

Ὡστόσο πρέπει νὰ ὁμολογήσω, πὼς αὐτὸ ποὺ μ᾿ ἐ­νό­χλη­σε, καὶ ἀ­πὸ τό­τε δὲν μπό­ρε­σα νὰ τὸ ἀ­πο­βάλ­λω, ἦ­ταν ὁ φω­τι­σμὸς τοῦ δω­μα­τί­ου μ᾿ ἐ­κεῖ­νο τὸ γυ­μνὸ ἡ­λε­κτρι­κὸ γλόμ­πο ποὺ μᾶς ἔ­ρι­χνε ἕ­να ἀρ­ρω­στη­μέ­νο φῶς, ἐ­νῶ εἶ­χε πά­νω του  ἕ­να κί­τρι­νο, γυάλινο κάλυμμα, ποὺ μὲ ἔ­θλι­βε ἀ­φάν­τα­στα. (Τὸν ἴ­διο φω­τι­σμὸ θυ­μᾶ­μαι νὰ τὸν ξα­νά­ζη­σα στὸ Στρα­τὸ καὶ σὲ κά­ποι­ο Νο­σο­κο­μεῖ­ο, μὲ τὴν ἴ­δια ἤ τὴν ἴσως περισσότερο πα­γω­μέ­νη αἴ­σθη­ση καὶ πί­κρα).

Τὸ σπί­τι ποὺ θὰ κα­θό­μουν ἦ­ταν στὴν ὁ­δὸ Δη­μάρ­χου Γε­ωρ­γιά­δου, ποὺ τό­τε ἦ­ταν ἄ­στρω­τη, δί­χως ἄ­σφαλ­το δη­λα­δὴ. Αὐ­τὸ τὸ σπί­τι, λοι­πόν, ἦ­ταν μιὰ μο­νο­κα­τοι­κί­α μὲ μι­κρὰ δω­μά­τια καὶ λι­τὰ. Πρέπει νὰ χτίστηκε μετὰ τοὺς σεισμοὺς, γιατὶ σὲ τίποτε δὲ θύμιζε κάποια παλιὰ, πέτρινα σπίτια. Φυσικὰ, σὲ τίποτε δὲ θύ­μι­ζε  τὸ σπί­τι μας στὸ χω­ριὸ, για­τὶ ἦ­ταν κά­πως σκο­τει­νὸ καὶ ἀρ­κε­τὰ κρύ­ο. Πάν­τως αὐ­τὸ ποὺ χα­ρά­χτη­κε στὴ μνή­μη μου εἶ­ναι ἡ γει­το­νιὰ ἐ­κεί­νη, ποὺ εἶ­χε ἀρ­κε­τὴ ἡ­συ­χί­α καὶ γρα­φι­κό­τη­τα. Θυ­μᾶ­μαι π.χ. τὸ ἀ­πέ­ναν­τι σπί­τι μὲ τὴ βα­ρειὰ σι­δε­ρέ­νια πόρ­τα τοῦ κή­που, τὰ ὡ­ραῖ­α καὶ πλα­τιὰ σκα­λο­πά­τια ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σαν μέ­σα στὸ σπίτι, ὅ­πως ἐ­πί­σης καὶ τὰ δέν­τρα ποὺ εἶ­χε. Πρό­σπά­θη­σα νὰ τὸ ξα­να­βρῶ με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια αὐ­τὸ τὸ σπί­τι. Δὲν τὰ κα­τά­φε­ρα, για­τὶ εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ, ὅ­πως τό­σα καὶ τό­σα στὸ Βό­λο τῶν ἐ­φη­βι­κῶν μου χρό­νων...

Κά­θε πρωΐ ποὺ πη­γαί­να­με στὸ Σχο­λεῖ­ο συ­ναν­τού­σα­με στοὺς δρό­μους κά­ρα, μι­κρὰ καὶ με­γά­λα, λι­γο­στὰ αὐ­το­κί­νη­τα καὶ πο­δή­λα­τα, μ᾿ ἐ­κεῖ­να τὰ εὔ­η­χα κου­δού­νια πά­νω στὸ βρα­χί­ο­να τοῦ τι­μο­νιοῦ. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κός, μά­λι­στα, ἦ­ταν ὁ ἦ­χος ποὺ ἄ­φη­ναν οἱ ρό­δες, κα­θὼς περ­νοῦ­σαν πά­νω ἀπ᾿ τούς χω­μα­τό­δρο­μους. Ἦ­ταν κά­τι σὰν τὸ ἄ­λε­σμα τοῦ σι­τα­ριοῦ στοὺς χε­ρό­μυ­λους τοῦ χω­ριοῦ μου, σὰν τὸ ἀρ­γὸ περ­πά­τη­μα πά­νω στὴν ἅμ­μο... Μά­λι­στα αὐ­τὸ ποὺ θυ­μᾶ­μαι εἶ­ναι τὰ πο­δή­λα­τα κά­ποι­ων κα­θη­γη­τῶν μας, πα­λιὰ πο­δή­λα­τα, σκου­ρι­α­σμέ­να μὲ τὴ  σχά­ρα πί­σω τους νὰ κρα­τεῖ τὸ χαρ­το­φύ­λα­κά τους, ἐ­νῶ τὰ παν­τε­λό­νια τους τὰ συγ­κρα­τοῦ­σε ἐ­κεῖ­νο τὸ στρογ­γυ­λὸ με­ταλ­λι­κὸ ἔ­λα­σμα, γιὰ νὰ μὴν μπερ­δεύ­ον­ται στὸ πεν­τά­λι­σμα.

Ὅ­μως τὰ πιὸ συγ­κι­νη­τι­κὰ καὶ τὰ πλέ­ον γρα­φι­κὰ ποὺ κρά­τη­σα μέ­σα μου ἦ­ταν τὰ μι­κρὰ τὰ κά­ρα μὲ τὰ φροῦ­τα καὶ τὰ λα­χα­νι­κὰ, ποὺ ἔ­σερ­ναν μι­κρὰ γα­ϊ­δου­ρά­κια, σι­γὰ-σι­γὰ, μέ­σα στοὺς με­γά­λους δρό­μους τῆς πό­λης. Ἀ­κό­μα θυ­μᾶ­μαι πὼς ἦ­ταν γερ­μέ­να πρὸς τὰ πί­σω αὐ­τὰ τὰ κά­ρα μὲ τὰ λα­χα­νι­κὰ νὰ στά­ζουν -νε­ρὸ ἤ νυ­χτε­ρι­νὴ δρο­σιὰ, ἄ­ρα­γε;- στοὺς δρό­μους. Μο­σχο­μύ­ρι­ζε ὁ Βό­λος φρέ­κο στα­φύ­λι καὶ γνή­σια ντο­μά­τα, ποὺ ἔρ­χον­ταν νὰ ἑ­νω­θοῦν μὲ τὴ μυ­ρω­διὰ τῆς θά­λασ­σας, τὴν ὁ­ποί­α κό­μι­ζαν τὰ ψα­ρά­δι­κα τὰ κά­ρα, που γυ­ρό­φερ­ναν κι αὐτὰ τοὺς δρό­μους. Κι ἔ­βλε­πες νὰ περ­νοῦν ἐκεῖνα τὰ τα­πει­νὰ τὰ κά­ρα ἀ­πὸ μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ σπί­τια, ἔ­χον­τας τὶς πα­λάν­τζες κρε­μα­σμέ­νες στὸ πί­σω μέ­ρος τους, ἐ­νῶ ὁ μα­νά­βης, ποὺ κρα­τοῦ­σε συ­νή­θως τὸ ζῶ­ο ἀ­πὸ μπρο­στὰ, ἀ­πό τά γκέ­μια, φώ­να­ζε μὲ βρα­χὴ ἤ ψι­λὴ, ἀλ­λὰ μα­κρό­συρ­τη φω­νὴ, «Ὁ μα­να­α­α­ά­βη­η­ης........ὁ ψα­ρα­α­α­α­α­α­α­ᾶς». Ἀ­κό­μα καὶ τὶς βρο­χε­ρὲς τὶς μέ­ρες τοὺς συ­ναν­τοῦ­σες μὲ τ᾿ ἀ­δι­ά­βρο­χα καὶ τὶς γα­λό­τσες νὰ κυ­νη­γοῦν τὸ με­ρο­κά­μα­το. Κι ἔ­τρε­χε τὸ νε­ρὸ στ᾿ αὐ­λά­κια τῶν παι­δε­μέ­νων τους προ­σώ­πων, ποὺ ἄν τὰ κοι­τοῦ­σες θὰ  δι­έ­κρι­νες τὴ με­λαγ­χο­λί­α τοῦ τί­μιου βι­ο­πα­λαι­στή, ποὺ ἔ­ψα­χνε νὰ βρεῖ τρό­πους νὰ θρέ­ψει φα­μί­λια, νὰ παν­τρέ­ψει κο­ρί­τσια, νὰ σπου­δά­σει παι­διὰ... Σή­με­ρα ποὺ σε­ρια­νῶ σ᾿ αὐ­τοὺς τούς δρό­μους καμ­μιὰ φο­ρὰ, ὅ­ταν βρε­θῶ στὸ Βό­λο, αὐ­τὸ ποὺ νοσταλ­γῶ, μα­ζὶ μὲ κά­ποι­α ἄλ­λα νὰ ξα­να­δῶ, εἶ­ναι ἐκεῖνα  τὰ ἐ­ξα­φα­νι­σμέ­να σή­με­ρα τα­πει­νὰ κά­ρα μὲ τὰ κου­ρα­σμέ­να γα­ϊ­δου­ρά­κια καὶ τούς παι­δε­μέ­νους τοὺς μα­νά­βη­δες. Δυ­στυ­χῶς, ἐ­ξα­φα­νί­στη­καν, ὅ­πως τό­σα ἄλ­λα...

Ἕνα ἄλλο σημάδι ἀπό ἐκεῖνα τὰ χρόνια, ποὺ στέκει μέσα μου ἀπαραμέριστο, εἶναι οἱ μουσικὲς ποὺ ἄκουγα, ὅταν κάποιες παρέες περνοῦσαν τὶς νύχτες ἔξω ἀπό τὸ σπίτι. Θυμᾶμαι, λοιπὸν, τὸ τραγούδι τοῦ Μάνου Χατζιδάκι «Τὸ σύννεφο ἔφερε βροχή», ποὺ εἶχε πρωτοβγεῖ, ὅπως ἐπίσης κι ἕνα τραγούδι τοῦ Καζαντζίδη «Ἄν εἶν᾿ ἡ μοίρα μου καταραμένη…». Τὸ δεύτερο, μάλιστα, τὸ ἄκουγα κι ἄλλες φορὲς, ὅταν τὰ βράδυα, μετὰ τὸ φροντιστήριο γιὰ τὴν ἐκμάθιση τῆς ξένης γλώσσας (Ἀγγλικὰ) -πόσο καλὴ δασκάλα ἦταν ἡ Βαρουξὴ- περνοῦσα ἀπ᾿ ἔξω ἀπό τὴν ταβέρνα «Ἡ Σκάλα τοῦ Μιλάνου», ποὺ ἦταν τότε ἀπέναντι ἀπό τὸν Ἅγιο Νικόλαο καὶ μάζευε ἀρκετοὺς φιλόμουσους καὶ γλεντζέδες…

Τὸ Γυ­μνά­σιο ποὺ πή­γαι­να ἦ­ταν τὸ Δεύ­τε­ρο, μὲ Γυ­μνα­σιά­ρχη τὸν αὐ­στη­ρὸ, ἀλλ᾿ ἐ­πί­μο­να θαυ­μά­σιο, ὡς  Δά­σκα­λο καὶ ὡς ἄν­θρω­πο, μα­κα­ρι­στὸ σή­με­ρα, τὸν Δη­μή­τριο Οἰ­κο­νο­μί­δη.

Τὸ Σχο­λεῖ­ο αὐ­τὸ στε­γά­ζον­ταν τό­τε σὲ ξύ­λι­να πα­ρα­πήγ­μα­τα, χω­ρὶς θέρ­μαν­ση, στὴν περιοχὴ τοῦ «Τσιμπούκη». Φυ­σι­κὰ κα­νέ­νας μας δὲν πα­ρα­πο­νι­ό­ταν, ἔ­στω κι ἄν μὲ βρο­χὲς ἤ χι­ό­νια κά­να­με μά­θη­μα, πε­ρι­μέ­νον­τας τὴν ὥ­ρα τοῦ δι­α­λείμα­τος νὰ τρί­ψου­με τὰ χέ­ρια μας ἤ νὰ βγοῦ­με νὰ πά­ρου­με κου­λού­ρι καὶ τυ­ρὶ, ἀλ­λὰ καὶ καμ­μιὰ τυ­ρό­πι­τα ζε­στὴ, ἀπ᾿ ἐ­κεῖ­νες τὶς νό­στι­μες τυ­ρό­πι­τες τοῦ πα­λιοῦ τοῦ Βό­λου, ποὺ τὶς ἔ­φερ­ναν σι­μὰ μας, ἔ­ξω στὸ χω­μα­τό­δρο­μο, ποὺ ἦταν κοντὰ στὴν αὐ­λὴ τοῦ Σχο­λεί­ου, ἐ­κεῖ­νοι οἱ πλα­νό­διοι πω­λη­τὲς μὲ τὰ κα­ρο­τσά­κια τους, ποὺ τ᾿ ἀ­νέ­βα­ζαν  μὲ πο­λὺ κό­πο, ἀ­φοῦ ἔ­πρε­πε νὰ πο­δη­λα­τί­σουν, ὠ­θών­τας τὸ ὄ­χη­μά τους ὡς τὰ ἐ­κεῖ. Ἤ­ταν δὲ τὸ ὄ­χη­μα αὐ­τὸ μιὰ ξύ­λι­νη ἤ με­ταλ­λι­κὴ κα­τα­σκευ­ὴ ὑ­πο­τυ­πώ­δους βι­τρί­νας, ποὺ στὸ πί­σω μέ­ρος εἶ­χε προ­σαρ­μο­στεῖ ἡ σέ­λα καὶ ἡ ρό­δα κι­νή­σε­ως ἑ­νὸς πο­δη­λά­του. Μα­ζὶ μὲ τοὺς τυ­ρο­πι­τά­δες πα­ρου­σι­ά­ζον­ταν καὶ οἱ κου­λουρ­τζῆ­δες μὲ τὰ ὡ­ραῖ­α τρα­γα­νὰ σου­σα­μέ­νια κου­λού­ρια καὶ τὴ φτε­νὴ τὴ φε­τού­λα κα­σέ­ρι, ποὺ τὴν πλή­ρω­νες ξε­χω­ρι­στὰ. Καμ­μιὰ φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζον­ταν καὶ κά­ποι­ος σου­βλα­τζῆς μὲ τὰ ξε­ρο­ψη­μέ­να ψω­μιὰ πά­νω στὴ σχά­ρα ὅ­που ψή­νον­ταν τὰ σου­βλά­κια, τὰ ὁποῖ­α στὴ συ­νέ­χεια χα­ράσ­σον­ταν στὴ μέση γιὰ νὰ μπεῖ τὸ σου­βλά­κι, ποὺ ἦταν τρί­α-τέσ­σε­ρα κομ­ματ­κια χοι­ρι­νό, πε­ρα­σμέ­να σὲ με­ταλ­λι­κὴ σοῦ­βλα. Λί­γοι ὅμως προ­τι­μοῦ­σαν τὸ σου­βλά­κι ἀ­πό μᾶς τοὺς μα­θη­τὲς, για­τὶ ἦ­ταν ἀ­κρι­βὸ καὶ τὸ βα­λάν­τιο ὅ­λων ἡ­μῶν τῶν μα­θη­τῶν τῆς πε­ρι­φέ­ρειας ἦ­ταν πε­νι­χρὸ ἕ­ως ἀ­νύ­παρ­κτο. Ἔ­τσι βο­λευ­ό­μα­σταν μὲ κου­λού­ρι, σκέ­το τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς ἤ λί­γο ψω­μὶ ἀ­πό τὸ σπί­τι, ἀλλὰ καὶ μὲ αὐτὰ ποὺ στέλνανε οἱ δικοί μας ἀπό τὸ χωριὸ, ὅπως ξερὲς μουσταλευριὲς μὲ ἀμύγδαλα, μουστοκούλουρα, κ.ἄ.

π. Κ.Ν. Καλλιανός
Σκόπελος, Χεμῶνας 2004

Σημείωση: Στη φωτογραφία παρουσιάζεται τὸ Δ/Π. «ὁ Κύκνος», ποὺ γιὰ ἀρκετὰ χρόνια συνέδεε τὰ νησιὰ μὲ τὸ Βόλο καὶ τὴ Χαλκίδα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...

No comments: