skip to main |
skip to sidebar
Το Μουσικό Κουτί
Το μουσικό κουτί βρισκόταν
στο δεύτερο ράφι της βιβλιοθήκης, ανάμεσα σε σκονισμένα, όπως κι αυτό, βιβλία
και ξεθωριασμένες φωτογραφίες. Το καφέ κουτί με τα ζωγραφισμένα λουλούδια
περίμενε υπομονετικά μέχρι κάποιος να το ανοίξει.
Η Ξένια το ανακάλυψε ένα
βροχερό μεσημέρι του Φθινοπώρου κατά τη διάρκεια επίσκεψής της στο σπίτι της
γιαγιάς της. Ανέβηκε σε μια καρέκλα και με προσεκτικές κινήσεις το κατέβασε από
το ράφι. Το άνοιξε. Μια απλή, νοσταλγική μελωδία ξεχύθηκε στον αέρα γεμίζοντας
το ήσυχο δωμάτιο. Δεν ήταν δυνατή ούτε μεγαλοπρεπής, όμως έκανε την Ξένια να
νιώσει ένα σφίξιμο στο στομάχι. Ένιωθε λες και είχε ξανακούσει αυτή τη μελωδία.
Την ίδια στιγμή, η γιαγιά
της σταμάτησε να διαβάζει και έτρεξε στο δωμάτιο απ’ όπου ακουγόταν η μουσική.
-Πού το βρήκες αυτό; Δεν
πίστευα ότι υπάρχει ακόμα.
-Τι είναι; Ρώτησε η Ξένια.
Η γιαγιά της κάθισε στην
κουνιστή πολυθρόνα. Ένιωθε σαν κάτι να τη βαραίνει, ίσως οι αναμνήσεις που της ξύπνησε αυτή η γλυκιά
μελωδία.
-Αυτό το κουτί ήταν της
γιαγιάς μου, η οποία το έδωσε στη μαμά που με την σειρά της το έδωσε σε εμένα.
Ήταν ένα από τα λίγα πράγματα που κατάφερε να διασώσει η γιαγιά μου πριν φύγει
από τη Σμύρνη.
Η Ξένια κατάλαβε. Η
μουσική αυτή ήταν μια γέφυρα που την ένωνε με τους προγόνους της, οι οποίοι την
είχαν ακούσει μια άλλη εποχή, πολύ διαφορετική από τη σημερινή.
-Γιαγιά, με αφήνεις να το
κρατήσω;
-Φυσικά, Ξένια μου!
απάντησε η γιαγιά. Ούτως ή άλλως μια μέρα θα γινόταν δικό σου.
Το κορίτσι χαμογέλασε. Η
μελωδία τής δημιουργούσε ένα αίσθημα νοσταλγίας. Έκλεισε τα μάτια και μεταφέρθηκε στο τότε, όταν η
προ-προγιαγιά της έφυγε διωγμένη από τη Σμύρνη. Έβλεπε στα μάτια της το φόβο
και την απελπισία, αλλά και μια σπίθα αισιοδοξίας για το μέλλον που
επισκιαζόταν από τα αρνητικά της συναισθήματα. Η κοπέλα παρακολούθησε με πόση
ευλάβεια η προ-προγιαγιά φύλαξε το μουσικό κουτί, λες και ήταν παιδί της και
κατάλαβε πόση σημασία είχε για εκείνη το αντικείμενο αυτό.
Άνοιξε τα μάτια της. Η
γιαγιά της είχε συγκινηθεί. Θυμήθηκε όταν η μητέρα της τής είχε εμπιστευτεί ένα
τέτοιο κειμήλιο.
-Να το προσέχεις σαν τα
μάτια σου και ακόμα κι αν έρθουν πιο δύσκολοι καιροί, να μην το δώσεις σε
κανέναν.
Κι αυτό έκανε. Το είχε φυλάξει
μέχρι που λόγω του απροσδόκητου θανάτου των δύο γονιών της αναγκάστηκε να μετακομίσει.
Νόμιζε πως το είχε χάσει, ώσπου έφτασε η σημερινή μέρα. Δεν περίμενε ότι βρισκόταν
ακόμη στο σπίτι της.
-Εγγονούλα μου, μού έκανες
το μεγαλύτερο δώρο. Μπορεί να μην το καταλαβαίνεις, όμως βρήκες το
σημαντικότερο πράγμα που έχει μείνει από τις παλιότερες γενιές μας και γι’ αυτό
σ’ ευχαριστώ πολύ! Για ανταμοιβή, θα σου φτιάξω το αγαπημένο σου φαγητό,
κεφτεδάκια! Και σκουπίζοντας με την ποδιά της τα δάκρυα της, πήγε στην κουζίνα.
Η Ξένια έμεινε μόνη στο
δωμάτιο έχοντας στα χέρια της το μουσικό κουτί. Η μελωδία του αντηχούσε στο
μυαλό της παράλληλα με τις σταγόνες της βροχής που άρχισαν να πέφτουν πάνω στο τζάμι.
Κάθισε στο κρεβάτι και ξανάνοιξε το κουτί πιο προσεκτικά αυτή τη φορά.
Παρατήρησε τα λουλούδια. Της θύμισαν αυτά που είχε δει σε φωτογραφίες που έχει
η γιαγιά της από τη Σμύρνη ,οι οποίες απεικόνιζαν γυναίκες με αυτά τα λουλούδια
στα καλοραμμένα φορέματά τους. Κάτω από τον μηχανισμό του κουτιού παρατήρησε
κάτι κιτρινωπό. Με ήρεμες κινήσεις το τράβηξε. Ήταν ένα χαρτί, το οποίο και ξεδίπλωσε
αμέσως. Αναγνώρισε ότι τα γράμματα ήταν ελληνικά, αλλά είχε μια δυσκολία στο να
τα διαβάσει. Λίγο η γραμματοσειρά, λίγο και η ύπαρξη μερικών λέξεων στα σμυρναίικα
δυσκόλευαν την Ξένια.
«Εάν διαβάζεις αυτό το
γράμμα, έγραφε, σημαίνει ότι αυτό το μουσικό κουτί βρίσκεται σε καλά χέρια.»
Η Ξένια δεν σταμάτησε να
διαβάζει ούτε λεπτό. Το γράμμα περιέγραφε λεπτομερώς τη ζωή στη Σμύρνη. Μιλούσε
για τις αγορές και τα διάφορα μπαχαρικά που προμηθεύονταν από την Ανατολή, για
τη θρησκευτική ζωή, αλλά και για τα ήθη και τα έθιμα που είχαν οι άνθρωποι εκεί
πριν την καταστροφή της. Στο τέλος, η αποστολέας υπέγραφε με το όνομα «Κλειώ
Τεκμεντζίδου».
Μετά το πέρας της
ανάγνωσης, η Ξένια έτρεξε να δείξει το γράμμα στη γιαγιά της, που τηγάνιζε τα
κεφτεδάκια. Η ηλικιωμένη σταμάτησε για λίγο τη μαγειρική, κάθισε στο ξύλινο
τραπέζι της κουζίνας, φόρεσε τα γυαλιά της και άρχισε να διαβάζει.
-Πολύ περίεργο, είπε. Η
μητέρα μου δεν μου είχε μιλήσει ποτέ για την ύπαρξη αυτού του γράμματος.
-Ίσως επειδή δεν ήξερε
ούτε αυτή ότι υπήρχε, διαπίστωσε η Ξένια. Όμως, ποια είναι η Κλειώ Τεκμεντζίδου;
-Αυτό είναι το όνομα της
γιαγιάς μου. Κλειώ την έλεγαν, γι’ αυτό κι εγώ ονομάζομαι Κλειώ-Ελένη. Πήρα το
όνομα της γιαγιάς μου, όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, πριν ογδόντα χρόνια.
Η γιαγιά άρχισε να κλαίει.
Θυμήθηκε τις ιστορίες που άκουγε από τους γονείς της για τη Σμύρνη όταν ήταν
μικρή. Για τον ξεριζωμό των ντόπιων από τους Τούρκους, τις θηριωδίες που
υπέστησαν όσοι παρέμειναν στην πόλη, τον διαχωρισμό των οικογενειών, τις κλοπές
των περιουσιών των αμάχων, την απόγνωση των ανθρώπων που ήξεραν ότι δε θα
ξαναδούν τους αγαπημένους τους, αλλά και ότι οι ίδιοι δεν θα πατούσαν ποτέ ξανά
τα χώματα των προγόνων τους.
-Γιαγιά τι έπαθες; Γιατί
κλαις;
-Κοριτσάκι μου, μην
ανησυχείς για εμένα, απλώς με πλημμύρισαν αναμνήσεις από το παρελθόν.
-Γιαγιά, έχω μια ιδέα,
είπε με σοβαρό ύφος η μικρή.
-Πες μου, τζιέρι μου.
-Να μην κρατήσουμε το
κουτί σε ένα συρτάρι. Ν’ ακούσουμε την ιστορία του και να την συνεχίσουμε.
Η γιαγιά την κοίταξε
αρχικά με απορία, έπειτα όμως σκούπισε τα μάτια της και χαμογέλασε.
-Ξέρεις, Ξένια μου, πάντα
φοβόμουν ότι με το πέρασμα των χρόνων όλες οι αναμνήσεις και οι ιστορίες μας θα
χάνονταν. Ίσως η ιδέα σου να είναι πολύ καλή.
Σηκώθηκε, άνοιξε ένα από
τα συρτάρια και έβγαλε ένα πολυκαιρισμένο βυσσινί τετράδιο με σκληρό εξώφυλλο.
-Σ’ αυτό το τετράδιο ήθελα
στα νιάτα μου να γράψω τις ιστορίες που μου διηγούνταν οι συγγενείς μου, όπως
τις είχα αποτυπώσει εγώ στη μνήμη μου. Νομίζω πως ήρθε η ώρα να το κάνω..
Η γιαγιά άρχισε να
αφηγείται. Η Ξένια την άκουγε βουβή και έγραφε στο βυσσινί τετράδιο. Ακουγόταν
μόνο ο ήχος της βροχής, η γιαγιά που μιλούσε και η μελωδία του μουσικού
κουτιού. Η γηραιά γυναίκα αφηγούνταν ιστορίες για τις υπαίθριες αγορές, όπου
κυριαρχούσε η μυρωδιά του βασιλικού και της κανέλας, τις βόλτες στην παραλία
της Σμύρνης και τα ανέμελα καλοκαίρια που είχε ζήσει η γιαγιά της, όμως ένιωθε
ότι όλα αυτά ήταν δικά της βιώματα. Σταμάτησε για λίγο. Το ταξίδι στον χρόνο
μάλλον την είχε εξαντλήσει.
-Γιαγιά, πιστεύεις ότι η δικιά σου γιαγιά ήξερε πως μια μέρα ένα
δισέγγονό της θα μάθαινε για όλα αυτά;
-Αν όχι με το μυαλό της,
τότε με την καρδιά της θεωρώ ότι θα ένιωθε πως κάποτε η επόμενη γενιά θα
γνώριζε την ιστορία της.
Οι μήνες πέρασαν, με την Ξένια
να περιεργάζεται όλο και περισσότερο το μουσικό κουτί. Μετά από χρόνια έγραψε
ένα βιβλίο με όλες αυτές τις ιστορίες και το εξέδωσε, ελπίζοντας πως έκανε την φωνή των προγόνων της να
ακουστεί.
Δέκα χρόνια μετά, η Ξένια,
γυναίκα πια, επέστρεψε στο σπίτι της γιαγιάς της. Μπορεί εκείνη να μην
βρισκόταν εκεί, όμως μια αέρινη αύρα ένιωθε πως πλημμύριζε όλους τους χώρους. Η
Ξένια άνοιξε το βυσσινί τετράδιο και βυθίστηκε στις αφηγήσεις τις γιαγιάς της,
οι οποίες είχαν γίνει ένα δημοφιλές βιβλίο. Έπειτα από λίγο, έκλεισε το
τετράδιο και άνοιξε το μουσικό κουτί. Η γνώριμη μελωδία γέμισε κάθε γωνιά του
δωματίου και έκανε την Ξένια να χαμογελάσει. Ήξερε πως η ιστορία δεν θα
τελείωνε εδώ. Θα την παρέδιδε μετά από καιρό σε άλλα χέρια, όπως γινόταν εδώ και πολλά χρόνια, τα οποία θα τη
συνέχιζαν, προσθέτοντας τη δικιά τους πινελιά.
Μέχρι τότε, το μουσικό
κουτί περίμενε, για να μαγέψει με τη μελωδία του και να πει την ιστορία του
στους επόμενους ιδιοκτήτες του...
Θεοδώρου
Αλτάνα
Β΄ Γυμνασίου, 2ο
Γυμνάσιο Χαϊδαρίου
No comments:
Post a Comment