Monday, 7 January 2013

Ο Ἐπίλογος, ἤ καθώς κλείνει τό ἱερό Δωδεκαήμερο

Μνημόσυνο ψυχῶν ἀγαπημένων 

Πά­ντα ἀ­πο­μέ­νει στή μνή­μη ἐ­κεί­νη ἡ ἀ­πό­βρα­δη ὥ­ρα τῆς γι­ορ­τῆς τ᾿ Ἁ­η-Γι­αν­νι­οῦ, στίς ἑφτά τοῦ Ἰανουαρίου. Γι­α­τί ἐ­κεῖ­νες οἱ στι­γμές, οἱ ὁ­ποῖ­ες με­τε­ω­ρί­ζο­νταν με­τα­ξύ τῶν ἔ­σχα­των στι­γμῶν τῆς μέ­ρας καί τῶν πρώτων τῆς νύ­χτας, τῆς νύχτας πού σίμωνε σι­ω­πη­λή, κλει­σμέ­νη μέ­σα σ᾿ ἕ­να μου­ντό, στα­χτί το­πί­ο -πά­ντα ἔ­τσι τή θυ­μᾶ­μαι ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα- μοῦ δίνανε τήν ἐ­ντύ­πω­ση πώς ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πό τά πι­ό τρα­γι­κά σύ­νο­ρα τοῦ βί­ου μου τῶν χρό­νων ἐ­κεί­νων τῆς τρυ­φε­ρό­τη­τας καί τῆς εὐ­αι­σθη­σί­ας: τῶν παιδικῶν μου χρόνων. Ἕ­να σύ­νο­ρο πού ξα­φνι­κά ἔ­πρε­πε νά τό δι­α­βῶ, ἀ­φή­νο­ντας ἔ­τσι πί­σω τίς χα­ρι­τω­μέ­νες καί ὄ­μορ­φες μέ­ρες τοῦ Δω­δε­κα­η­μέ­ρου: μέ­ρες εὐ­λο­γί­ας καί πα­ρα­δεί­σι­ας βι­ο­τῆς, κα­θώς οἱ πι­ό πυ­κνές ἐ­μπει­ρί­ες καί τά πλέ­ον βα­σι­κά βι­ώ­μα­τα σχη­μα­τί­ζο­νταν τότε. Βι­ώ­μα­τα ἑόρτιων ἐμπειριῶν μέ ἀ­κτι­νο­βο­λί­α ὅ­μως τέ­τοι­α πού νά φτά­νει μέ­χρι σή­με­ρα, λα­μπρή, κα­θά­ρι­α, και­νού­ρι­α πά­ντα· καί τό κυ­ρι­ώ­τε­ρο, νά θω­πεύ­ει τήν ψυ­χή σέ ὧ­ρες πί­ε­σης, ὧ­ρες πνι­γη­ρές, ὧ­ρες ἀ­πό­το­κες κο­ρυ­φαί­ας ἀ­γω­νί­ας. 

Κά­ποι᾿ ἀπ᾿ αὐ­τά κα­τα­θέ­τω ἀ­πό­ψε, κα­θώς σέ ὥ­ρα νυ­χτε­ρι­νή συλ­λο­γί­ζο­μαι τή γι­ορ­τή πα­ράλ­λη­λα μέ τό πα­λι­ό μου τό χω­ρι­ό, ἐ­κεῖ δηλαδή πού χω­νεύ­τη­καν ὄ­νει­ρα, βι­ώ­μα­τα, ἐ­μπει­ρί­ες καί φυ­σι­κά ὅ,τι τό ὡ­ραῖ­ο, τό γνή­σι­ο καί χα­ρα­γμέ­νο ἀ­νε­ξί­τη­λα μέ­σα μου. 

Πά­ντα τήν ἀ­πό­βρα­δη ὥ­ρα αὐ­τῆς τῆς μέ­ρας τοῦ Ἀη-Γιαννιοῦ ὁ νοῦς στέ­κει σι­μά στή με­γά­λη ἀ­ναμ­μέ­νη πα­ρα­στι­ά τοῦ πα­λι­οῦ σπι­τι­οῦ τῆς θει­ᾶς Εὐ­αν­θί­ας, ὅ­ταν μα­ζί μέ τό μα­κα­ρι­στό Στα­μά­τη κα­θό­μα­σταν συντροφεύοντάς τον, ἀφοῦ ἦταν πρόσωπο μέ εἰδικές ἀνάγκες, καθώς λέμε σήμερα, καί κεῖ­νος μοῦ διηγιόταν πά­ντα, κου­νώ­ντας τό κε­φά­λι, πέ­ρα-δῶ­θε, φα­ντα­στι­κές, ἀλ­λά ὡ­ραῖ­ες ἰ­στο­ρί­ες, ὡ­σάν πα­ρα­μύ­θι­α, γι­α­τί ἦ­ταν ἕ­νας γρα­φι­κός πα­ρα­μυ­θάς ὁ Στα­μά­της.  (Ἀλήθεια, πῶς μπο­ρεῖς νά λη­σμο­νή­σεις "τό ναυ­α­γό τοῦ μαύ­ρου κύ­κνου!", ἕνα φανταστικό δηλαδή καί δικιᾶς του ἐπινόησης ἔργο, πού μᾶς ἔ­λε­γε τά θε­ρι­νά τά βρά­δυ­α ἔ­ξω στά "Κά­γκε­λα", σέ συ­νέ­χει­ες;) Ὅ­μως αὐ­τό πού συνοδεύει τή μνή­μη εἶ­ναι, μαζί μέ τά παραμύθια τοῦ Σταμάτη, τό μι­σο­σκό­τει­νο δω­μά­τι­ο, "ὁ κου­ρα­δοῦ­ρος", ὅπως τόν λέγαμε στό χωριό, μέ τήν πα­λι­ά τήν κά­μα­ρη βαμ­μέ­νη χρῶ­μα κα­φέ σκοῦ­ρο, τό πα­ρά­θυ­ρο μέ τήν πα­λι­ά τή σι­δε­ρι­ά πού κοί­τα­ζε κα­τά τό στα­χτί τό πέ­λα­γο, τόν γκρί­ζο οὐ­ρα­νό, τό ὑ­πό­λοι­πο ἀ­πό τό "φαΐ", τό κρέ­ας δη­λα­δή νἄ­ναι πε­ρα­σμέ­νο σ᾿ ἕ­να καρ­φί, ψη­λά στήν παρ­ντα­ρι­ά, πά­νω ἀ­πό τήν πόρ­τα... Ἀπομεινάρι τοῦ Δωδεκαημέρου πού ἔφευγε μαζί μέ τή γιορτή τ᾿ Ἁη-Γιαννιοῦ. 

Τό σκη­νι­κό ἀλ­λά­ζει· τού­τη τή φο­ρά εἶ­ναι τό ἀ­βέρ­το τοῦ φούρ­νου μας, ἔ­ρη­μο σή­με­ρα, κρύ­ο, πα­ρα­τη­μέ­νο... 

Ἡ γι­ορ­τή εἶ­ναι γι­ά τό ξε­νη­τε­μέ­νο παι­δί τοῦ παπ­ποῦ, τό θεῖ­ο τό Γι­άν­νη.  

Ἔ­χει στρω­θεῖ ἕ­να λι­τό, ἀ­πέ­ριτ­το τρα­πέ­ζι πά­νω στή γκλα­βα­νή πού ὁ­δη­γεῖ κά­τω, μέ κα­λό τρα­πε­ζο­μά­ντη­λο, μέ κα­ρέ ὁ­μορ­φο­κε­ντη­μέ­νο. Ἐ­κεῖ πά­νω ἔ­χει το­πο­θε­τη­θεῖ ἡ "φουρ­τι­έ­ρα" μέ τά ρο­δο­ψημ­μέ­να ἀ­μυ­γδα­λω­τά, ἡ κα­ρά­φα μέ τό ρα­κί καί τά μι­κρά πο­τη­ρά­κι­α. Λί­γες κα­ρέκλ­ες ἕ­να γύ­ρω στό μικρό δωμάτιο, δυ­ό τρί­α σκα­μνά­κι­α, λι­τά στρω­σί­δι­α στό πά­τω­μα, μι­ά πα­ρα­στι­ά ζε­στή, γε­ρά ἀ­ναμ­μέ­νη, κι οἱ λι­γο­στοί ἐ­πι­σκέ­πτες... Ὅ­πως στή γι­ορ­τή τοῦ παπ­ποῦ καί τοῦ πα­τέ­ρα, στίς ἕξι τοῦ Δεκεμβρίου. Μό­νο πού τώ­ρα τά βι­ώ­μα­τα ἔ­χουν ἕ­να δι­α­φο­ρε­τι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα· κά­τι σάν λύ­πη πού βρα­δυ­ά­ζει, πού ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­με τίς γι­ορ­τές, πού σέ λί­γο θά σβύ­σει ἡ λά­μπα, θά ξη­με­ρώ­σει ἡ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα καί θά τε­λει­ώ­σει­ τό πα­νη­γύ­ρι, ὡ­σάν τή ζω­ή. Κα­τά τό νο­τι­ά, ἐ­κεῖ πού ἦ­ταν τό χα­γι­ά­τι, φαί­νε­ται μέσ᾿ ἀπ᾿ τή τ­ζα­μό­πορ­τα ἔ­να κομ­μά­τι θά­λασ­σας μι­σο­σκό­τει­νης καί ἄ­χα­ρης. Κα­τά τή δύ­ση, ἐ­κεῖ πού εἶ­ναι τό πα­ρά­θυ­ρο φαί­νε­ται ἡ Γλώσ­σα ἀ­χνο­φω­τι­σμέ­νη ἀ­π΄ τά λί­γα ἠ­λε­κρι­κά, τό Κά­τω Χω­ρι­ό θα­μπό, πα­χνι­α­σμέ­νο, ἐ­νῶ ἀ­πό τό λούξ τοῦ μα­γα­ζι­οῦ τοῦ μπάρ­μπα-Πα­να­ή, πού ἦ­ταν ἀ­πό κά­τω ἀ­κρι­βῶς ἀ­νέ­βαι­ναν κά­ποι­ες κα­χε­κτι­κές ἀ­χτῖ­δες καί σερ­γι­α­νοῦ­σαν μέ πε­ρι­έρ­γει­α πά­νω στούς μαυ­ρο­κί­τρι­νους τούς τοί­χους...  Ἡ Μά­να, θεί­α ἡ Νί­να κερ­νοῦν... "Χρό­νι­α πολ­λά"· εὐ­χές, λί­γα λό­γι­α κι ὕ­στε­ρα ἡ σι­ω­πή, τό σκο­τά­δι, ἡ πα­γω­νι­ά, ἡ ἀ­που­σί­α... (Αὐ­τή τήν ἀ­που­σί­α τήν ἔ­νοι­ω­σες ἀ­νή­με­ρα, κά­ποι­α Χρι­στού­γεν­να, τοῦ 1971 ἤ τοῦ 72 θαρ­ρῶ, ὅ­ταν σερ­γι­α­νώ­ντας τό Κά­τω Χω­ρι­ό πέ­ρα­σες ἀ­πό τό ἒ­ρει­πω­μέ­νο ἀπ᾿ τό σεισμό σπί­τι τοῦ μπάρ­μπα Γι­άν­νη τοῦ Μπάλ­λα, πού εἶ­χε ἂ­πο­μεί­νει μό­νο ἡ πέτρινη σκά­λα κι ἕ­να κομ­μά­τι τοῦ τοί­χου τοῦ ἀ­βέρ­του μέ τό πα­ρα­θύ­ρι. Καί ξα­φνι­κά, κα­θώς κοί­τα­ζες αὐ­τά τά ἐ­ρεί­πι­α σοῦ ἦλ­θε στό νοῦ ἡ τε­λευ­ταί­α Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κη γι­ορ­τή πού πέ­ρα­σε αὐ­τό τό σπί­τι. Στρώ­θη­κε κι ἐ­κεῖ γι­ορ­τι­νό τρα­πέ­ζι, ἀ­κού­στη­καν εὐ­χές κι ὕ­στε­ρα ἦλ­θε ἡ με­γά­λη στι­γμή: νά ἐ­γκα­τα­λει­φτεῖ ὁ χῶ­ρος καί νά μή ξα­να­κου­στοῦν εὐ­χές γι­ά καμ­μι­ά γι­ορ­τή... Μό­νο ἡ ἀ­που­σί­α, ἡ ἐ­γκα­τά­λει­ψη καί ἡ νο­σταλ­γί­α νά σερ­γι­α­νοῦν ἀ­νά­με­σα στά ἐ­ρεί­πι­α μα­ζί μέ τίς ἱερές σκι­ές τῶν προ­γό­νων...). 

Νέ­α ἡ σκη­νή καί πά­λι. Νο­τι­σμέ­νη μέ δά­κρυ­α, μέ τή φαρ­μα­κω­μέ­νη αἴ­σθη­ση τῆς φυ­γῆς, τῆς ξε­νι­τεί­ας. Τού­τη τή φο­ρά ὅ­μως σέ χρό­νι­α σπου­δῶν. Γι­α­τί αὐ­τή ἡ μέ­ρα, ἡ μέ­ρα τ᾿ Ἁ­η-Γι­αν­νι­οῦ ἦ­ταν πά­ντα δε­μέ­νη ἄρ­ρη­κτα μέ τήν ἐ­πι­στρο­φή στή μι­ζέ­ρι­α τῆς ξε­νι­τι­ᾶς, στήν προ­σαρ­μο­γή σέ νέ­α δε­δο­μέ­να, στήν δι­α­δι­κα­σί­α ἀλ­λα­γῆς τοῦ ψυ­χι­σμοῦ, κα­θώς ἄ­φη­νες τό φτω­χό, πρω­τό­γο­νο καί "ξε­πε­ρα­σμέ­νο" τό­πο τοῦ χω­ρι­οῦ σου καί ἄ­νοι­γες δρό­μους στήν πό­λη, ἔ­στω κι ἄν ἦ­ταν ἐ­παρ­χι­α­κή πό­λη.  

Πά­ντα θά θυ­μᾶ­σαι τή σι­ω­πη­λή λι­τα­νεί­α ὅ­λων τῶν παι­δι­ῶν πού πε­ρί­με­ναν ὑ­πο­μο­νε­τι­κά στό Λου­τρά­κι τό "ΚΥ­ΚΝΟΣ", γι­ά νά τα­ξι­δέ­ψουν γι­ά τό Βό­λο. Μέ σφι­γμέ­νη τήν ψυ­χή ἀ­φή­να­με τό φτω­χό μας τό χω­ρι­ό, πού ἀ­χνό­φεγ­γε μέ­σα στή νύ­χτα ὡ­σάν εἰ­κο­νο­στά­σι, καί κι­νού­σα­με γι­ά τόν ἄλ­λο μας τόν προ­ο­ρι­σμό: τό Σχο­λεῖ­ο, τή μά­θη­ση.  

Χω­ρι­α­τό­παι­δα τό­τε ἐ­μεῖς προ­σπα­θού­σα­με νά κρύ­ψου­με τόν τό­πο τῆς κα­τα­γω­γῆς μας, γι­α­τί ντρε­πό­μα­σταν... Τί κρί­μα! Γι­α­τί μέ­σα μας πέ­ρα­σε ἕ­να μή­νυ­μα ἐ­ντε­λῶς ἄ­χρη­στο καί πα­ρά­λο­γο· ὅ­τι δη­λα­δή ἐ­μεῖς ἤ­μα­σταν οἱ ἀ­δα­εῖς, οἱ ἕλ­κο­ντες τήν κα­τα­γω­γή ἀ­πό τό­πο πού δέν εἶ­χε "προ­ο­δεύ­σει", ἀ­φοῦ οὔ­τε φῶς εἴ­χα­με, οὔ­τε ψυ­γεῖ­ο, οὔ­τε τά ἄλ­λα ἀ­γα­θά τῆς πό­λης. (Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν κα­τά­λα­βα τό σφάλ­μα μου, με­τά­νοι­ω­σα· ὅ­μως τά χρό­νι­α εἶ­χαν πε­ρά­σει...). 

Ξ­ανα­γυ­ρί­ζω ὅ­μως στά λε­γό­με­νά μου.  

Στο τα­ξί­δι προ­σπα­θού­σα­με νά συμ­μα­ζέ­ψου­με τί σκέ­ψεις μας, νά ὀ­νει­ρευ­τοῦ­με ὅ­τι κα­θό­μα­σταν δί­πλα στήν πα­ρα­στι­ά, ὅ­τι κοι­τού­σα­με τή φω­τι­ά πού κλά­δι­ζε πά­νω στά ξύ­λα κι ὅ­τι ξη­μέ­ρω­ναν Χρι­στού­γεν­ν­να, Πρω­το­χρο­νι­ά, Φῶ­τα... Μό­νο πού τά φῶ­τα ἐ­τοῦ­τα τῆς προ­κυ­μαί­ας τοῦ Βό­λου μᾶς προ­σγεί­ω­ναν σέ μι­ά σκλη­ρή πρα­γμα­τι­κό­τη­τα, κα­θώς ἐ­κεῖ­νο τό κί­τρι­νο φῶς, πού γι­νό­ταν πά­νω μας γα­λα­τέ­νι­ο, μᾶς ἔ­δει­χνε τό δρό­μο τῆς νέ­ας πρα­γμα­τι­κό­τη­τας... Παύ­α­νε τό­τε τά ὄ­νει­ρα κι ἡ γι­ορ­τή τ᾿ Ἁ­η-Γι­αν­νι­οῦ γι­νό­ταν χρό­νο τό χρό­νο ἡ συ­νει­δη­το­ποι­η­μέ­νη δι­α­χω­ρι­στι­κή γραμ­μή ἀ­νά­με­σα στόν τρυ­φε­ρό κό­σμο τῆς οἰ­κο­γέ­νει­ας καί στήν πει­θαρ­χη­μέ­νη κα­θη­με­ρι­νή ὑ­πο­χρέ­ω­ση...                                                                         

π. Κων. Ν.Καλ­λι­α­νός

Sunday, 6 January 2013

Εἰς τὰ Ἁγια Θεοφάνεια

Λόγος του Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου 

Ἡ πηγὴ τῶν εὐαγγελικῶν διδαγμάτων ἀνεῳγμένους ἔχει τοὺς ῥύακας, καὶ εἴ τις διψῶν πίνει ἐξ ἐκείνης τῆς πηγῆς, καὶ ζωοποιεῖται· ζωοποιεῖται δὲ κατὰ πνεῦμα καὶ τὸν νόμον τῶν ἐντολῶν, εὐφροσύνην ὑπὲρ οἶνον δεχόμενος. Ἀκόρεστος γὰρ ἡ γλυκύτης τῶν πνευματικῶν λογίων· οὐ γὰρ εὐφραίνει κοιλίαν, ἀλλὰ καρδίαν, καὶ λογισμοὺς εὐσεβῶν εἰς φιλοθεΐαν ἄγει. Ἤκουες γὰρ ἀρτίως ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου βοῶντος πρὸς τὸ συνελθὸν πανταχόθεν καὶ βαπτιζόμενον τὸ τῶν Ἰουδαίων πλῆθος· Ἐγὼ μὲν βαπτίζω ὑμᾶς ἐν ὕδατι εἰς μετάνοιαν· ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστίν. Ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος· ὀπίσω, διὰ τὸν τόκον τῆς γεννήσεως. Ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστὶν, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς τὰ ὑποδήματα βαστάσαι. 

Καὶ ποῖα ὑποδήματα βαστακτέα ὑπεφέρετο ὁ Κύριος, ὅτι ἔλεγεν, Οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς τὰ ὑποδήματα βαστάσαι; Ἐνταῦθα ὑποδήματα, τὰ τῆς οἰκονομίας μυστήρια λέγει· ὑποδήματα γὰρ ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Κυρίου προσαγορεύεται...

Καὶ τούτου μάρτυς ὁ Κύριος διὰ τοῦ προφήτου κράζων· Ἐπὶ τὴν Ἰδουμαίαν ἐκτενῶ τὸ ὑπόδημά μου. Διὰ τοῦτο καὶ ὑποπόδιον ἤκουσεν ἡ τοῦ Κυρίου ἐνανθρώπησις, ὡς ἐπὶ γῆς ὀφθεῖσα, καὶ τὸ τέρμα τῆς γῆς καταλαβοῦσα. Ὅπερ καὶ ὁ προφήτης ἐκ τῶν ἑκατέρων τὴν ἐμφάνειαν ποιούμενος ἐκέκραγεν· Ὑψοῦτε Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, καὶ προσκυνεῖτε τῷ ὑποποδίῳ τῶν ποδῶν αὐτοῦ. Ἐγὼ μὲν βαπτίζω ὑμᾶς ἐν ὕδατι εἰς μετάνοιαν· ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστὶν, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς τὰ ὑποδήματα βαστάσαι· αὐτὸς ὑμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι ἁγίῳ καὶ πυρί. Οὗ τὸ πτύον ἐν χειρὶ αὐτοῦ· καὶ τὸν μὲν σῖτον συνάξει εἰς τὴν ἀποθήκην αὐτοῦ, τὸ δὲ ἄχυρον κατακαύσει πυρὶ ἀσβέστῳ. Ταῦτα τοῦ Ἰωάννου παρεγγυῶντος, καὶ τὸν ἰσχυρότερον Κύριον σαλπίζοντος, οἱ ὑπ' αὐτοῦ βαπτιζόμενοι ἀντέβαινον τῷ Ἰωάννῃ, λέγοντες· Ἔχεις ἰσχυρότερόν σού τινα, ὦ προφῆτα; 
 

Τί σεαυτὸν συκοφαντεῖς; σὺ τοῦ μεγάλου Ζαχαρίου υἱὸς, σὺ καὶ ἀνθρώποις ποθητὸς, καὶ θηρίοις φοβερός. Ἔχεις ἰσχυρότερόν σού τινα; τί ἀδολεσχεῖς; Οὐκ ἔστι σοῦ ἰσχυρότερος. Σὺ καὶ κατ' ἐπαγγελίαν ἐτέχθης, σὺ ὑπὸ Γαβριὴλ ἐμηνύθης, σὺ ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ ἐφανερώθης, σὺ τὴν γλῶτταν τοῦ γεννήσαντός σε δεθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Γαβριὴλ διέλυσας, σὺ Ἰωάννης κέκλησαι, ὃ χάρις Θεοῦ ἑρμηνεύεται. 

Tί τοίνυν συκοφαντεῖς ἑαυτόν; Οὐκ ἔχεις τὸν ἰσχυρότερόν σου. Ὁ δὲ Ἰωάννης, ὡς δοῦλος ὑπὲρ τοῦ Δεσπότου μαρτυρῶν, θεϊκὴν ἀξίαν σφετερίσασθαι μὴ καταδεξάμενος, ἀντεβόα τοῖς ἀντιβαίνουσιν ὄχλοις λέγων· Ὑμεῖς, ὃ οὐκ οἴδατε, λέγετε· ἐγὼ, ὃ οἶδα, μαρτυρῶ. Ἰσχυρότερός μου ἔρχεται. Ἐγὼ δι' ἐκεῖνον, ἐκεῖνος οὐ δι' ἐμέ· ἐγὼ ἐκ στείρας, ἐκεῖνος ἐκ παρθένου· ἐγὼ στρατιώτης, ἐκεῖνος βασιλεύς· ἐγὼ πρόδρομος, ἐκεῖνος οὐράνιος· ἐγὼ τὸ Πνεῦμα δεδανεισμένος, ἐκεῖνος ζωὴν παρέχει πᾶσιν ἀνθρώποις· ἐγὼ μετανοίας κήρυξ, ἐκεῖνος υἱοθεσίας δοτήρ· ἐγὼ βαπτίζω ὑμᾶς ἐν ὕδατι, προκαθαίρων ὑμᾶς ὡς σκεύη ῥερυπωμένα ταῖς ἁμαρτίαις, ἐκεῖνος ἐμβαλεῖ τὸ μύρον τῆς χάριτος· Αὐτὸς βαπτίσει ὑμᾶς ἐν Πνεύματι ἁγίῳ καὶ πυρὶ, οὐ καυστικῷ, ἀλλὰ ἁγιαστικῷ. Ἐγὼ νουθεσίας γλῶτταν κινῶ, ἐκεῖνος δικαιοκρισίας πτύον βαστάζων, καὶ τοὺς μὲν δικαίους ὥσπερ σῖτον ὡραῖον ἐν τῇ ἀποθήκῃ τῶν οὐρανῶν ἀνενέγκει, τοὺς δὲ ἁμαρτωλοὺς καὶ μὴ μετανοήσαντας ὡς ἄχυρα τῷ ἀσβέστῳ πυρὶ παραδώσει. Ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστίν. Ἐκεῖνον προσμείνατε, παρ' ἐκείνου τὸ τέλειον δέξασθε βάπτισμα· ἐγὼ λύχνος ἐν μέρει, ἐκεῖνος ἥλιος πανταχοῦ. Ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστί.  

Ταῦτα τοῦ Ἰωάννου παρεγγυῶντος καὶ παραπλήσια τούτων, οἱ ὑπ' αὐτοῦ βαπτισθέντες ὄχλοι προσέμενον ἀντιβάλλοντες πρὸς ἀλλήλους, καὶ λέγοντες· Καρτερήσωμεν καὶ ἴδωμεν τὴν μέλλουσαν διαβαίνειν βασιλείαν ἢ φαντασίαν· ἐφόρτωσεν ἡμῶν τὰς ἀκοὰς Ἰωάννης καταπληκτικοῖς λόγοις· ἰσχυρότερον αὐτοῦ παραγενέσθαι λέγει, πτύον καὶ πῦρ καὶ Πνεῦμα φέροντα.  

Ἐν τούτοις τῶν ὄχλων καραδοκούντων κοσμικῆς βασιλείας παρουσίαν, ἑνὶ ὁ τῶν ὅλων Δεσπότης καὶ Θεὸς ἄνωθεν διαβαῖνον, ἰδὲ καὶ ὁ Κύριος τῇ ὄψει τῆς ἐνανθρωπήσεως, μόνος, λιτὸς, μονοχίτων, ὡς εἷς τῶν ὅλων ἀνθρώπων, ἐπὶ τὸν Ἰορδάνην φθάσας, προσέκλινε τὴν κεφαλὴν τῷ Ἰωάννῃ, θέλων ὑπ' αὐτοῦ βαπτισθῆναι.  

Ταύτην τοίνυν τὴν ταπεινὴν θέαν τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐπιστασίας ὁ Βαπτιστὴς Ἰωάννης παρὰ πολλὴν προσδοκίαν θεασάμενος, ἰλιγγίασεν, ἠπόρησε, καὶ ἐξεπλάγη· τόπος φυγῆς περιεβλέπετο, θέλων δραπετεῦσαι· καὶ οὐχ ηὕρησεν· ἀοράτος γὰρ ἦν κρατούμενος καὶ συνεχόμενος· ἐβόα πρὸς τὸν κρατοῦντα Κύριον λέγων· 

Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με; Τί ποιεῖς, Δέσποτα; τί προδίδως με τοῖς ὄχλοις εἰς θάνατον; Νῦν ὡς ψευδολόγον. ὄχλοι λιθάσουσιν· ἐγὼ μεγάλα περὶ σοῦ ἐκήρυξα, καὶ σὺ ὡς λιτὸς καὶ ξένος παραγέγονας. Τί ποιεῖς, Δέσποτα; καὶ ἄνω Υἱὸς βασιλέως, καὶ κάτω Υἱὸς βασιλέως· καὶ οὐδαμῶς σκῆπτρον βασιλικόν; Δεῖξόν σου τὴν ἀξίαν· τί μόνος καὶ λιτὸς παραγέγονας; ποῦ σου τὸ τῶν ἀγγέλων στῖφος; ποῦ τὸ τῶν ἀρχαγγέλων τάγμα; ποῦ σου ἡ ἑξαπτέρυγος τῶν Χερουβὶμ λειτουργία; ποῦ τὸ πτύον; ποῦ τὸ πῦρ; ποῦ σου τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον; Μωϋσῆν ἐδόξασας, νεφέλην φωτεινὴν παρέστησας, στῦλον πυρὸς πορεύεσθαι αὐτῷ αρεσκεύασας, τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἀγγελικῇ δόξῃ περιήστραψας, τὸν δοῦλον ἐν τοσαύτῃ δόξῃ ἠμφίασας, καὶ σὺ ὁ Δεσπότης ἐν ἰδιωτικῷ σχήματι παραγενόμενος τὴν κεφαλήν μοι προσκλίνεις; Ἀνάνευσον, κεφαλὴ πάντων ὑπάρχεις· δεῖξον ὅπερ εἶς· ἔδειξας τὰ ταπεινὰ, δεῖξον καὶ τὰ ὑψηλά· βάπτισον τοὺς παρόντας, καὶ πρὸ πάντων ἐμέ. Τί βαπτίσαι θέλων; 

Ὁ Ἰορδάνης οὐ δέξεται· ἐγνώρισέ σε τὸν ποιητὴν, ἀνέτρεψε τὰ ῥεῖθρα εἰς τὰ ὀπίσω, οὐ προβαίνει εἰς τὰ ἔμπροσθεν, ἀρνεῖται τὴν τάξιν. Τὰ στοιχεῖα γνωρίζουσι, κἀγὼ μὴ γνωρίσω; Εἰ θέλεις βαπτισθῆναι, ἑαυτὸν βάπτισον. Οὐκ ἐκτείνω τὰς χεῖρας· ἀρνοῦνται τὴν σύνθεσιν, ναρκῶσι, συστέλλονται· ὃ οὐκ ἐδιδάχθησαν κρατεῖν, οὐκ ἐπιδέχονται. Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με; Οἶδά σε τίς εἶ, καὶ γινώσκεις ὅτι οἶδά σε. Τί με κρύπτεις τὸν εἰδότα σε; Ἐν τῇ νηδύϊ τῆς μητρός μου ὑπάρχων κατεσφαλισμένος, καὶ πρὸ καιροῦ τὴν ἔξοδον μὴ εὑρίσκων, μόνον ἐθεασάμην σε φερόμενον ὑπὸ τῆς παρὰ σοῦ φερομένης· ἐγνώρισά σε, καὶ τί λαλεῖν μὴ εὑρίσκων, τὸ τῆς μητρός μου χρησάμενος στόμα, ἐβόησα δι' αὐτῆς τὰ ἐμὰ λέγων· Πόθεν μοι τοῦτο, ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με; Ἐκεῖ οὐκ ἐσφάλην, καὶ ὧδε οὐ γινώσκω; Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με;  

Ὁ δὲ Κύριος πρὸς αὐτὸν, καθὼς ἀρτίως ἤκουες· Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην. Ἄφες ἄρτι· οὐκ οἶδας ὃ λέγεις· ἐγὼ οἶδα ὃ πραγματεύομαι. Τὴν δόξαν τῆς θεότητός μου ζητεῖς ἀποκαλυφθῆναί σοι· οὐκ ἔχει ὁ καιρός· πάντα καλὰ ἐν καιρῷ αὐτῶν. Σὺ ἀληθεύεις, ἀλλ' οὐ πιστεύῃ· ἄπιστον γὰρ τὸ τῶν Ἰουδαίων ἔθνος· οὐ γεννήματα ἐχιδνῶν αὐτοὺς προσηγόρευσας; Πῶς οὖν τούτοις ἀνακαλυφθῆναί με θέλεις; Οὐ δέχονταί σου τὴν περὶ ἐμοῦ μαρτυρίαν· ὑπονοοῦσί σε διὰ τὸ ὕποπτον, ὡς εἶναι πρόδρομον· Ἄφες ἄρτι, μείζονα μαρτυρίαν δέξονται. Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην. 

Ὁ δὲ Ἰωάννης λέγει πρὸς αὐτόν· Πῶς, Δέσποτα;  

Καὶ ὁ Κύριος πρὸς αὐτόν· Ὥσπερ περιετμήθην, ἵνα τὸν νόμον πληρώσω, βαπτίζομαι ἵνα τὴν χάριν κυρώσω. Ἐὰν μέρος πληρώσω, καὶ μέρος καταλείψω, κολοβὸν καταλιμπάνω τὴν οἰκονομίαν· δεῖ με πάντα πληρῶσαι, ἵνα μετὰ ταῦτα γράψῃ Παῦλος· Πλήρωμα νόμου Χριστὸς εἰς δικαιοσύνην παντὶ τῷ πιστεύοντι. 

Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην. Ἄφες, Ἰωάννη, τὴν τοῦ ὕδατος φύσιν ἁγιασθῆναι· δεῖ με πάντα πληρῶσαι. Εἰ μὴ ἐγὼ ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, οὐ καταδέξεται βασιλεὺς ὑπὸ ἱερέως πτωχοῦ βαπτισθῆναι. Ἄφες ἄρτι, ἄφες ἄνωθεν τὸν Πατέρα ἐπιβοῆσαι, Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς, ἵνα μὴ ἄρχωνται οἱ Ἰουδαῖοι λέγειν υἱὸν τοῦ τέκτονος, ἀλλὰ τοῦ ἐπουρανίου Πατρός. Ἄφες ἄρτι· μὴ ἀντίβαινε τῷ Ἀδάμ· δεύτερος Ἀδὰμ γέγονα, τὸν ἐκείνου ῥύπον τῶν πλημμελημάτων ἐκπλῦναι θέλων· εἰ μὴ ἐγὼ βαπτισθῶ, πῶς ἐκεῖνος καθαρισθήσεται; Διὰ γὰρ τοῦτο καὶ τριάκοντα ἐτῶν βαπτίζομαι, τὸν ἐκείνου χρόνον ἐκδεχόμενος, ἵνα τῷ ἐκείνου τὸ ἐμὸν κυρωθῇ. Ἄφες ἄρτι, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τοῦ προφήτου· Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων.  

Καὶ ἦν ἰδεῖν θεωρίαν φρικώδη. 

Ἥψατο μὲν τῆς κορυφῆς τοῦ Δεσπότου σύντρομος ὁ Ἰωάννης· ἄνωθεν δὲ οὐρανῶν ἀνοιχθέντων, κατεσκόπουν ἄγγελοι τὸ γενόμενον· Πνεύματος δὲ χάρις ἐν εἴδει περιστερᾶς τῇ τοῦ Δεσπότου κεφαλῇ προσφοιτῶσα, τὴν τοῦ Ἰωάννου δεξιὰν παρωθεῖτο. Εἱστήκει δὲ τὸ πλῆθος ἀπορούμενον ἐπὶ πλέον, καὶ τὸ, Τίς ἐστιν οὗτος; πρὸς ἀλλήλους λαλοῦν. Εἶτα ὡς ἀποκρινάμενος τοῖς πλήθεσι, Τίς ἐστιν οὗτος; πρὸς ἀλλήλους ζητοῦσιν, ἐβόησεν ὁ Πατὴρ, λέγων· Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς, ἐν ᾧ ηὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε. Βοᾷ τὴν εἰς τὸν Υἱὸν ὁ γεννήτωρ φιλοστοργίαν, ἵνα μάθῃς τὴν τοῦ Κτίστου περὶ τὸν κόσμον διάθεσιν, ὅτι τοιοῦτον ὑπὲρ τῶν τοιούτων δούλων Υἱὸν ἀπέδωκεν, ὑπὲρ μισουμένων τὸν ποθούμενον, ὑπὲρ ἁμαρτωλῶν τὸν ἀναμάρτητον, ὑπὲρ ἀδόξων τὸν ἔνδοξον. 

Δοξάσωμεν οὖν τὸν ἐπιφανέντα Δεσπότην σὺν τῷ Πατρὶ, καὶ τὸν Υἱὸν, καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Friday, 4 January 2013

2013: Διεθνές έτος...

Τα Ηνωμένα Έθνη, όπως είναι διεθνώς γνωστό, αφιερώνουν την κάθε χρονιά σε κάποιες μεγάλες και σπουδαίες ιδέες και σε κάποιους σημαντικούς σκοπούς που χρειάζονται την προσοχή και την υποστήριξη όλων. Με το σκεπτικό αυτό το 2013 έχει αφιερωθεί στα εξής θέματα: 

Α).       Διεθνές Έτος Συνεργασίας για το Νερό
Β).       Διεθνές Έτος της Κινόας (Quinoa)
Γ).       Διεθνές Έτος Μικρών Νησιωτικών Αναπτυσσόμενων Κρατών 

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με αφορμή τη συμπλήρωση 20 ετών από την υπογραφή της Συμφωνίας του Maastricht, ανακήρυξε το 2013 σε Ευρωπαϊκό Έτος των Πολιτών. Η Αντιπρόεδρος Viviane Reding, Ευρωπαϊκή Επίτροπος Δικαιοσύνης και Ιθαγένειας, ανέφερε χαρακτηριστικά: "The European Year of Citizens will be a good opportunity to remind people what rights they have thanks to the European Union and what the European Union can do for every one of us." 

Επίσης, η Α.Θ.Π. ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, μέσω της Πατριαρχικής Απόδειξης για τα Χριστούγεννα 2012, ανακήρυξε το 2013 σε Έτος Πανανθρώπινης Αλληλεγγύης! 

Το Ελληνικό Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού με την υπ΄ αριθμ. ΥΠΑΙΘΠΑ/ΓΔΣΠ/ΔΙΓΡΑΜ/140447/6046/664 απόφασή του, ανακηρύσσει το 2013 «Έτος Κ.Π. Καβάφη» με αφορμή την επέτειο των 150 χρόνων από τη γέννηση του κορυφαίου ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη! 

Τέλος δε, το 2013 θα είναι αφιερωμένο σε έναν από τους πιο θρυλικούς Καθεδρικούς Ναούς του πλανήτη, την ξακουστή Παναγία των Παρισίων, με ένα φεστιβάλ προς τιμήν της για τα 850 χρόνια της που θα διαρκέσει ολόκληρη τη χρονιά. Ο εν λόγω Ναός υπήρξε πάντα στο φόντο των σημαντικότερων γεγονότων της γαλλικής ιστορίας και έχει εμπνεύσει ήρωες και συγγραφικά αριστουργήματα. Με την ευκαιρία των εορτασμών οι οκτώ καμπάνες του βόρειου πύργου, που δεν ήταν καν οι αυθεντικές, αφού εκείνες είχαν κατασχεθεί από τους Γάλλους επαναστάτες, που τις είχαν λιώσει για να κατασκευάσουν οβίδες για τα κανόνια τους, πρόκειται να αντικατασταθούν με καινούργιες. Οι καμπάνες έχουν παραγγελθεί στο χυτήριο Βιλντιέ λε Πουάλ στη Νορμανδία που θα χρησιμοποιήσει τις αρχαιότερες παραδοσιακές μεθόδους για τη δημιουργία των καλουπιών, αλλά και τους πιο σύγχρονους φασματογράφους για τον τέλειο ήχο που θα συντονιστεί απόλυτα με την μεγαλύτερη καμπάνα της, τον «Εμμανουήλ» που βρίσκεται στον νότιο πύργο. Οι πρώτες εργασίες για την ανέγερση του ναού ξεκίνησαν το 1163, αλλά η κατασκευή του διήρκησε 180 ολόκληρα χρόνια.

Thursday, 3 January 2013

Τροχαίο ατύχημα

Γράφω τούτες τις γραμμές με κάποια πικρία για το τροχαίο ατύχημα που είχαμε χθες με το αυτοκίνητο. Ένας οδηγός αναπτύσσοντας μεγάλη ταχύτητα συγκρούσθηκε με ένα αυτοκίνητο κι αυτό το δεύτερο αυτοκίνητο συγκρούσθηκε με το δικό μας, το οποίο ήταν μάλιστα σταματημένο. Στη συνέχεια κτυπήθηκε κι άλλο ένα αυτοκίνητο. 
 

Το αυτοκίνητό μας έπαθε κάποια ζημιά, που είναι μάλλον σημαντική. Αναμένουμε τις Ασφάλειες να προχωρήσουν τις σχετικές διαδικασίες για να διαγνωσθεί η ζημιά και στη συνέχεια να γίνουν οι αναγκαίες επισκευές. 
 

Αξίζει να αναφερθεί βέβαια ότι παρόλη τη σοβαρότητα του ατυχήματος, τις ζημιές στα αυτοκίνητα, την αναστάτωση στη ζωή αρκετών ανθρώπων και οικογενειών, ευτυχώς κανείς δεν τραυματίσθηκε και όλοι δοξάζουμε τον Άγιο Θεό για την ευλογία της υγείας που μας επιδαψιλεύει καθημερινά! Πάντως, η δοκιμασία έχει όντως γεύση λεμονιού...

Wednesday, 2 January 2013

Γιορτάζοντας τον άγνωστο Χρόνο

Χαρές, πανηγύρια και, παρά την οικονομική κρίση, πανάκριβα ρεβεγιόν ετοιμάζονται για την έλευση του νέου έτους. Γιορτάζουμε κάτι το προφανές, το νέο έτος των 365 ημερών, ενώ αγνοούμε παντελώς τον χρόνο, ως ένα αντικειμενικό και απτό υπαρξιακό ζήτημα. Ο τρόπος της ζωής μας είναι συνέπεια των όσων μας έφεραν πολιτισμικά η Αναγέννηση και η Γαλλική Επανάσταση, αλλά και τα πολλά και εγκληματικά λάθη της εκκοσμικευμένης Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Από τότε στον δυτικό τρόπο σκέψης και ζωής γιγαντώνεται η ανάπτυξη της αισθητικής και του αισθησιασμού και, αξιακά, παραφουσκώνονται οι τεχνολογικές δυνατότητες του ανθρώπου.  Γράφει σχετικά ο Γιώργος Σαραντάρης: 

"Ιστορικά, ίσως ο ουμανισμός, η ιταλική και γαλλική Αναγέννηση, δηλώνουν την οριστική στροφή της Δύσης προς τον ηδονισμό, που είναι εκείνο που κοινά ονομάζεται "ατομισμός"… Η Γαλλική Επανάσταση είχε βέβαια μια τάση, κατά την αυταπάτη των δημιουργών της, οικουμενική' αλλά, γιατί δεν βασίζονταν πάνω στην πίστη στο Χριστό, κατάντησε να έχει σκοπό μια μορφή αφελούς ηδονισμού - ηδονιστές είναι οι σπουδαιότεροι, οι πιο γόνιμοι, θεωρητικοί της' αν αλλού διαφωνούν, είναι βέβαιο πως ως προς εκείνο που ονομάζουμε εμείς "ηδονισμός" ο Βολταίρ συμφωνεί με τον Ρουσσώ! Και ο Ρομπεσπιέρ με τον Ναπολέοντα!". (Γιώργου Σαραντάρη "Έργα", Τομ. 2, σελ. 463, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο, 2006).  

Η τραγωδία της Δύσης φθάνει στην αποκορύφωσή της, με, εν ονόματι μιας άναρχης και καταπιεστικής  για "ελευθερίας", την συν τω χρόνω  αποδοχή και νομιμοποίηση από τα κράτη  των φυσικών διαστροφών και την καταστροφή του συνειδησιακού, οικογενειακού και κοινωνικού ιστού, με την προώθηση ως φυσικού κάθε είδους καταστρεπτικού πάθους, πλην του …καπνίσματος. Με την προώθηση των ιδεών αυτών, που θεωρητικά στηρίχθηκαν στη σκέψη των Φόιερμπαχ, Μαρξ και Φρόϊντ, ο άνθρωπος επειδή κινείται και κραυγάζει νομίζει ότι ζει. Στην ουσία, επειδή δεν πιστεύει σε τίποτε, άρα ούτε στην ύπαρξη, ούτε στη ζωή του είναι πεθαμένος. Γράφει πάλι ο Γιώργος Σαραντάρης:  

"Ο μαρξισμός και ο φροϋντισμός είναι θεωρίες που θυσιάζουν τον άνθρωπο στον θάνατο και δεν το γνωρίζουν. Είναι διαστροφές που γεννήθηκαν από έναν αχαλίνωτο ηδονισμό. Στην επιφάνεια χαρίζουν το μίσος, στο βάθος την πεποίθηση του θανάτου. Η ηδονή του θανάτου, του θανάτου όλου του κόσμου, τις διατρέχει". Πάρα κάτω ο ίδιος εξηγεί ότι η Δύση καλλιεργεί τη θνητή ζωή του ατόμου, την καλλωπίζει σύμφωνα μ' εκείνο το κριτήριο του έρωτα, που έχει μοναδική προοπτική τον θάνατο και τονίζει: "Η Δύση λησμονεί τον θάνατο, αλλά ο θάνατος είναι η κύρια υποστατική της προοπτική' ό,τι για τον Χριστιανό είναι ο Θεός, για τη Δύση είναι ο θάνατος".  

Αντίθετα από τον ηδονισμό και τον υλισμό των Μαρξ και Φρόϊντ, η Γέννηση, η Ζωή, η Διδασκαλία και η Ανάσταση του Χριστού  οδηγεί τον άνθρωπο στο αληθινό νόημα της ζωής, στην  κατανόηση της αποστολής του ως ύπαρξης και στην αντίληψη του ότι ο θάνατος δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο η αιωνιότητα, που υπερβαίνει τον χρόνο.  Ο εξαίρετος  θεολόγος και στοχαστής Βασ. Ν. Τατάκης  γράφει στα Απομνημονεύματα του: 

"Όταν μπορέσεις και δεις στο καθαρότερο νόημα τους, πέρα από κάθε σκοπιμότητα, νου, πνεύμα, ψυχή, τότε μπορείς να αντικρίσεις τον άνθρωπο ως φορέα τους… Τους θησαυρούς σου θα τους έχεις ανακαλύψει. Θησαυρούς που κανείς δεν μπορεί να σου δώσει, κανείς δεν μπορεί να σου πάρει. Έτσι θα μπεις στον δρόμο προς την αιωνιότητα. Έτσι θα καταλάβεις βαθιά τι είναι αιωνιότητα. Όχι απλώς θα κατανοήσεις, αλλά θα ζεις την αιωνιότητα, θα είσαι αιώνιος. Θα κολυμπάς σε πέλαγος αιωνιότητας, πέρα από τη φθαρτή στιγμή, πέρα από τη ροή του χρόνου".          

Στην καθημερινότητα μας διαπιστώνουμε πως μέσα από τα ΜΜΕ μας παρουσιάζεται με ελκυστικό τρόπο η προσωρινή ηδονή και σχεδόν ποτέ οι συνέπειές της. Οι κυρίαρχοι του μαγικού κόσμου του θεάματος μας κάνουν πλύση εγκεφάλου και επιδιώκουν να μας επιβάλλουν  να ζούμε σε μια παραίσθηση ευδαιμονίας και σε ένα κόσμο γεμάτο από υλιστική ή οθωμανική προπαγάνδα, σεξ, βία, αρρωστημένες φιλοδοξίες, ίντριγκες κι ακόμη τέρατα, εξωγήινους, υπερφυσικά όντα. Γενικά ο άνθρωπος παραγεμίζεται από τα ΜΜΕ με σκουπίδια και δεν αφήνεται να σκεφθεί το μέλλον του, να προβληματιστεί για τη ζωή του, να δει την πραγματικότητα. Και τελικά χάνουμε το ουσιαστικό, να έχουμε προσφέρει κάτι θετικό σ' αυτή τη ζωή. Ο βαθιά Χριστιανός λόγιος Ζήσιμος Λορεντζάτος έγραψε:  

"Αφήνω τα άλλα. Πολλοί από μας θα φροντίζαμε τουλάχιστο την απόσβεση, να το πω έτσι, της ζωής που μας δόθηκε να ζήσομε στον κόσμο αυτό. Τρομερό… Δίχως έργο κανένα - μικρό ή μεγάλο δεν πειράζει, έργο να είναι- δεν γίνεται καμιά απόσβεση της ζωής που μας δόθηκε να ζήσομε. Αυτό πάει να πει απόσβεση της ζωής γενικότερα, ένα παραμικρό έργο οποιοδήποτε- είτε βιοπάλης έργο, είτε στοχασμού ή και τέχνης έργο". 

Καινούργια χρονιά θα γράψει το χρονολόγιο, αλλά εμείς οφείλουμε να κατανοούμε τον χρόνο και την αξία του, καθώς και τον προορισμό μας στη ζωή αυτή.

Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Tuesday, 1 January 2013

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ

Αγαπητοί αδελφοί εν Κυρίω, 

Με την είσοδό μας εις την Νέα Χρονιά 2013 απευθύνω τούτο το μήνυμα για να σας χαιρετίσω θερμά και να ευχηθώ Καλό Νέον Έτος, ειρήνη εις τον κόσμο και στην οικογένειά σας, πρόοδο εις την Εκκλησία μας και σ’ όλη την Οικουμένη, προσωπική υγεία και πάσαν από Κυρίου ευλογία και χαρά σε μικρούς και μεγάλους. 

Τούτες οι μέρες είναι μέρες ιδιαίτερης χαράς και ευλογίας για τους Χριστιανούς και για όλους τους ανθρώπους της Οικουμένης. Ήδη έχουμε εορτάσει τη Θεία Γέννηση του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, η οποία επραγματοποιήθη “εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας εν ημέραις Ηρώδου του Βασιλέως”[1] πριν 2000 και πλέον χρόνια, “Αυγούστου μοναρχήσαντος επί της γης”[2]. 

Η είσοδος του Θεανθρώπου Χριστού στην ανθρώπινη ιστορία είναι και παραμένει το μοναδικό και ανεπανάληπτο Γεγονός, το οποίο άλλαξε τον ρουν της Ανθρωπότητας και χώρισε την ανθρώπινη ιστορία σε προ-χριστιανική και μετα-χριστιανική. Αυτή την νέα περίοδο της χριστιανικής ανθρώπινης ιστορίας έχουμε τη χαρά και την ευλογία να βιώνουμε, να καλλιεργούμε, να ανανεώνουμε με τη ζωή και την πίστη μας στον Χριστό, να εμπλουτίζουμε με την σοφία και την εργασία μας, και να εξυμνούμε τον εν Τριάδι Θεόν, ολόκληρη η ανθρώπινη οικογένεια, με επικεφαλής την ανά την Οικουμένη, “Μίαν, Αγίαν Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν”, -Πίστη, την οποία ομολογούμε λειτουργικά και μυστηριακά κάθε Κυριακή και μεγάλη εορτή στους Ναούς μας. 

Ο περασμένος χρόνος ήταν ένας χρόνος με πολύ καλές, πολυποίκιλες ιστορικές εμπειρίες για τον κόσμο και ιδιαίτερα για το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο εγιόρτασε δύο ιστορικά γεγονότα.  

Πρώτον, τους Ολυμπιακούς και Παρα-ολυμπιακούς Αγώνες, στους οποίους έλαβαν μέρος χιλιάδες νέοι και νέες απ’ όλο τον κόσμο και οι οποίοι, πυρωμένοι από το Ολυμπιακό ιδεώδες, έδωσαν πολλή χαρά και ευχαρίστηση σε εκατομμύρια ανθρώπους, οι οποίοι παρακολούθησαν, είτε αυτοπροσώπως είτε από τις οθόνες της τηλεοράσεως, τους Αγώνες, -τους οποίους για τρίτη φορά στην ιστορία τους-, τους εφιλοξένησε η μεγαλούπολη του Λονδίνου. Είμαι δε βέβαιος ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες ενέπνευσαν πολλούς και ιδιαίτερα τους νέους για να ενστερνιστούν το Ολυμπιακό πνεύμα. Δηλαδή, τον έντιμο και ωραίο ανταγωνισμό, το υψηλό ήθος συναγωνισμού, το πνεύμα συνεργασίας και αλληλεγγύης και όλα τα ωραία ιδανικά και ιδεώδη που προσφέρει ο αθλητισμός στον άνθρωπο. 

Το δεύτερο γεγονός, το οποίο εορτάσθηκε με πολλή μεγαλοπρέπεια και ενθουσιασμό εις το Ηνωμένο Βασίλειο, ήταν η επέτειος των 60 χρόνων σταθεράς και πετυχημένης και αγλαούς βασιλείας της Βασίλισσας Ελισάβετ Β’, η οποία μετά του συζύγου της Πρίγκηπος Φιλίππου και των άλλων μελών της Βασιλικής Οικογενείας προσέφεραν ύψιστες υπηρεσίες εις τη χώρα και τον λαό της, γι’ αυτό και ολόκληρος ο βρετανικός λαός, μετ’ εγκαυχήσεως και υποδειγματικής αφοσιώσεως, συμμετείχαν σ’ αυτό το Γεγονός. Εις δε τη χαράν αυτή του βρετανικού λαού για το Αδαμάντινο Ιωβηλαίο της Α.Μ. της Βασίλισσας Ελισάβετ Β’ συμμετείχαν επίσης οι 57 χώρες της Κοινοπολιτείας και ολόκληρος ο πολιτισμένος κόσμος της Υφηλίου. 

Η Κύπρος εόρτασε την Ευρωπαϊκή Προεδρεία μετά μεγάλου ενδιαφέροντος και σημαντικής επιτυχίας, παρά την οικονομική κρίση που έπληξε τον Τόπον αυτή την χρονιά. Η ανάληψη της Ευρωπαϊκής Προεδρείας από τη Δημοκρατία της Κύπρου περιποιεί μεγάλη τιμή εις τον Λαόν της, τους Πολιτικούς Άρχοντες, την Κυβέρνηση και τον Πρόεδρόν της. Είμαι δε βέβαιος ότι θα συμβάλει καταλυτικά και στην επίλυση του χρονίζοντος προβλήματος της Νήσου, το οποίο την βασανίζει για 38 ολόκληρα χρόνια ύστερα από την τουρκική εισβολή και τον ξεριζωμόν 200.000 λαού της από τις πατρογονικές τους Εστίες. 

Η Ελλάδα συνεχίζει να μαστίζεται από την οικονομική κρίση και ο λαός της με υπομονή και καρτερία και σταθερά πίστη για ένα καλύτερο μέλλον, υφίσταται τις συνέπειές της, παρά τις επαινετές προσπάθειες της Κυβερνήσεώς της για βελτίωση των συνθηκών των απορωτέρων τάξεων του Λαού. Είμαστε όμως βέβαιοι, ότι οι Ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως θα συνεχίσουν να στηρίζουν οικονομικά και πολιτικά και ηθικά την Ελλάδα, ώστε πολύ σύντομα να εξέλθει από την οικονομική κρίση και να μπει στην τροχιά της ανόδου και της ευημερίας. 

Εισερχόμαστε εις το Νέο Έτος 2013 με πίστη και με ανανεωμένες ελπίδες για την ειρήνη του σύμπαντος κόσμου και την πρόοδο της Οικουμένης, και με καλούς οιωνούς παρά τις οικονομικές δυσκολίες, παρά τις πολιτικές και κοινωνικές αναστατώσεις και αναταράξεις εις τον κόσμο και ιδιαιτέρως εις την Μέσην Ανατολή, και τις συνεχείς ταραχές και το πολεμικό πνεύμα που πνέει σ’ αυτά τα μέρη. Τα Γεγονότα αυτά αμαυρώνουν τον ανθρώπινο πολιτισμό και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την οποία ο Θεάνθρωπος Χριστός, με την προσωπική Του συμμετοχή εις την ανθρώπινη πραγματικότητα, αποβλέπει να θεραπεύσει τα λυπηρά που δέρνουν και πληγώνουν το σώμα και την ψυχή του ανθρώπινου Γένους, υποβιβάζοντας έτσι το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση με το οποίο μας έπλασεν ο Δημιουργός. 

Ευτυχώς, σ’ ολόκληρη την Ανθρώπινη Οικογένεια υψώνονται φωνές γεμάτες ελπίδα για να πληρούν με αισιοδοξία και πίστη τους Άρχοντες και τους Λαούς για ένα καλύτερο, πιο δίκαιο και ειρηνικό μέλλον. Γι’ αυτό είμαστε βέβαιοι και από καρδίας παρακαλούμε τον εν Τριάδι προσκυνούμενον και δεδοξασμένον Θεόν όπως η Οικουμένη, στο Νέο Χρόνο, ξεπεράσει εκείνα που βασανίζουν τον άνθρωπο σήμερα. Τέτοια οδυνηρά διλήμματα και προβλήματα είναι τα οικονομικά προβλήματα, η ανεργία, η φτώχεια, το έγκλημα, οι πόλεμοι, η βίαια μετακίνηση των πληθυσμών σ’ όλη την Υφήλιον, ο θρησκευτικός φανατισμός, η μισαλλοδοξία, οι πόλεμοι, η έλλειψη αλληλεγγύης και συνεργασίας μεταξύ των λαών. Επιβάλλεται, λοιπόν, όπως η πολιτισμένη Ανθρωπότητα τα παραμερίσει και εφεύρει τρόπους ειρηνικούς, πνευματικούς, ηθικούς και δίκαιους για να τα επιλύσει και να επουλώσει έτσι τις πληγές που δέρνουν τις σύγχρονες, πολιτισμένες, πλούσιες και μη κοινωνίες. 

Κάθε αρχή του χρόνου είναι ευλογία για τον άνθρωπο, γιατί μας παρέχεται η ευκαιρία να ανανεώσουμε, να ανασυντάξουμε την ύπαρξή μας και να επανατοποθετήσουμε τη ζωή μας σε νέες, πνευματικώτερες, ιερώτερες, καλύτερες βάσεις, να συμφιλιωθούμε ιεροπρεπώς με τον εαυτό μας, με την κοινωνία και ιδιαίτερα με τον Θεό, έτσι ώστε καλύτερα να καταξιώσουμε την ύπαρξή μας και να επαναπροσανατολίσουμε και το παρόν και το αιώνιο μέλλον μας σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, οι Ερημίτες, οι Μοναχοί, οι Ποιητές, οι Φιλόσοφοι και όλοι οι Σοφοί άνθρωποι, οι οποίοι έχουν τη χάρη να μελετούν  και να βλέπουν τα μέλλοντα, εφιλοσόφησαν θεολογικά και απέβλεψαν με εμπιστοσύνη και εναπόθεσαν τη ζωή τους εις τον Θεόν, “μόνον εύρον ακίνητον και αιώνιον τον υπερουσίως όντα Δημιουργόν του παντός”[3]. Δεν έμειναν προσκολλημένοι εις τον κόσμο και τα κοσμικά πράγματα, αλλά οραματίστηκαν έναν κόσμο “αγγελικά πλασμένο”[4] και μόνιμα προσανατολισμένο εις την Βασιλείαν του Θεού, την οποία ο άνθρωπος οραματίζεται, μελετά και κτίζει από αυτή τη ζωή και την ολοκληρώνει εις την αληθινή και αιώνια, όπου εκεί είναι “το Α και το Ω, ο Πρώτος και ο Έσχατος, Αρχή και Τέλος”[5]. Ο καινούριος Χρόνος μάς φέρνει νέες ιδέες, νέα όνειρα και μας δημιουργεί νέες μεγάλες ελπίδες και χαρές και ιερές προσδοκίες. Γι’ αυτό, να ανοίξουμε με προσοχή, θερμή προσευχή και πίστη, ιεροπρεπώς και προφητικά την καρδιά μας και να την αφήσουμε να αφουγκραστεί τα μηνύματα των καιρών. Να μελετήσουμε τις βουλές του Θεού για να μετάσχουμε στη δημιουργία ενός νέου κόσμου που θα αναμορφώνει την κοινωνία, θα ελευθερώνει τον άνθρωπο από την κακία και τον εγωισμό του και θα αγκαλιάζει με αγάπη Θεού όλα τα Δημιουργήματά Του. 

Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, -με τη χάρη και την ευλογία Του Οποίου αισίως μπήκαμε εις τη Νέα Χρονιά-, την οποία προσδοκούμε ειρηνική, ευλογημένη, χαρούμενη και πλήρη έργων αγαθών, “καλών και ωφελίμων διά τον άνθρωπον”, να κατευθύνει τα βήματα μικρών και μεγάλων, προς δόξαν του Αρχηγού του Χρόνου και έπαινον του ανθρώπου, ο οποίος βιώνει τον χρόνον και τον οικοδομεί και τον διαζωγραφίζει με την επίγεια ζωή του. Και διατελώ μετά θερμών ευχών και της εν Κυρίω αγάπης και τιμής. 

Λονδίνο, Ιανουάριος 2013 

Ο Αρχιεπίσκοπος Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας Γρηγόριος

[1] Ματθ., Κεφ Β’, 1
[2] Ύμνος Χριστουγέννων
[3] Ύμνος Πρωτοχρονιάς
[4] Διονύσιος Σολωμός
[5] Αποκάλυψις Ιωάννου, Κεφ. ΚΒ’, 13