Thursday, 12 April 2012

Σεργιανώντας καὶ πάλι στὸ Παλιὸ τὸ Κλῆμα...

Ξε­κι­νᾶς καὶ πά­λι ἀ­π' τὸν βα­θὺ τὸν Ὄρ­θρο, τὸ μι­σο­σοφωτισμένο δη­λαδὴ το­πί­ο των παι­δι­κῶν σου χρό­νων· ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ, λευ­κὸ χω­ριό ξε­κι­νᾶς, χω­ριὸ φυ­τρω­μέ­νο ἀ­νά­με­σα σὲ πεῦ­κα καὶ ἐ­λι­ές, ποὺ ἀ­πὸ μα­κρυ­ὰ νο­μίζεις ὅ­τι εἶ­ναι ἄσπρα, θα­λασ­σι­νὰ βό­τσα­λα, σπαρ­μέ­να ἀ­πὸ χέ­ρι παι­δικό σέ γκρι­ζο­πρά­σι­νο φόν­το... Κι εἶ­ναι τὸ ξε­κί­νη­μα αὐ­τὸ μιὰ ἀ­να­γέν­νη­ση, μιὰ ἰ­σχυ­ρή ἀν­τι­βί­ω­ση στὸ ση­με­ρι­νό και­ρό τῶν πολ­λῶν καί πολ­λα­πλῶν μι­κρο­βί­ων πού ἀ­να­πνέ­ου­με. Για­τί αὐ­τό πού τε­λι­κά, με­τά τήν προ­σευ­χή, ξορ­κί­ζει τό κα­κό καί τό μα­κρα­ί­νει ἀ­πό σι­μά σου εἶ­ναι τά ἱ­ε­ρά βι­ώ­μα­τα πού κα­τέ­χεις ὡς ἄλ­λη κλη­ρο­νο­μί­α, βι­ώ­μα­τα στά ὁποῖ­α καί μπο­ρεῖς νά κα­τα­φε­ύ­γεις ἐν και­ρῷ λι­μοῦ καί ἐ­σω­τε­ρι­κῆς τρι­κυ­μί­ας, ὥ­στε ἀ­τε­νί­ζον­τας ἐ­κεῖ­να τά πρό­σω­πα πού στοι­χώ­νουν τίς μνῆ­μες σου νά πα­ρα­μυ­θεῖ­σαι, ἀλ­λά καί νά εἰ­ρη­νεύ­εις: Μέ λί­γα λό­για νὰ σοῦ χα­ρί­ζε­ται ἡ προσ­δο­κώ­με­νη θα­ρα­πε­ί­α στίς πλη­γές, πού τά μα­χα­ί­ρια τοῦ κό­σμου πα­σχί­ζουν νά σοῦ τίς κρα­τή­σουν αἱ­μάσ­σου­σες, ἀ­νοι­χτές.

Συ­νή­θως τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­να­γνώ­σμα­τα στὶς μέ­ρες μας φα­ί­νον­ται, ὡς ἀ­πό­κο­σμα, ὡς πα­ρα­μύ­θια ξε­κομ­μέ­να ἀ­πό ἄλ­λους και­ρο­ύς καί χρό­νους· κά­τι ὡ­σάν οὐ­το­πί­α. Ὡ­στό­σο ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὑ­πάρ­χει καί μά­λι­στα εἶ­ναι πλα­σμέ­νη μέ πολ­λά δά­κρυ­α, κα­ϋ­μο­ύς καί πό­νο. Για­τί τά χρό­νια τό­τε ἦ­ταν φαρ­μα­κω­μέ­να καί πνι­γη­ρά. Ὅ­μως εἶ­χαν μέ­σα τους, ὡς πυ­ρή­να καί ζω­τι­κό στοι­χεῖ­ο τήν εἰ­λι­κρί­νεια καί τή συ­νερ­γα­σί­α, χω­ρίς, φυ­σι­κά, νά λε­ί­πουν καί οἱ ἐ­ξαι­ρέ­σεις τοῦ κα­νό­να αὐ­τοῦ. Γιατὶ ἔ­τσι πο­ρε­ύ­τη­κε ἐ­κεῖ­νο τό μι­κρό καί ξε­χα­σμέ­νο χω­ριό, τό Κλῆ­μα, πού σή­με­ρα ἔ­χει πιά πε­ρά­σει σέ μι­άν ἄλ­λη ἐ­πο­χή μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κές συμ­πε­ρι­φο­ρές καί ἀ­ξί­ες ἀ­πό κεῖ­νες πού σέ­βον­ταν, δι­α­κο­νοῦ­σαν καί δι­α­κρα­τοῦ­σαν οἱ πα­λιοί του κάτοικοι.
.
Κέντρο τῆς ζω­ῆς τοῦ χω­ριοῦ, λοιπόν, ἦταν ἡ πα­λιά μας ἐκ­κλη­σί­α τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­ναρ­γύ­ρων, πού βρι­σκό­ταν στό πα­λιό, τό Κάτω Χω­ριό, ὅ­που γιά νά πᾶς ἔ­πρε­πε νά πε­ρά­σεις ἀ­πό τό Ρέ­μα, ὅ­που ὑπῆρ­χαν τά πα­λιὰ ἐ­λαι­ο­τρι­βεῖ­α τοῦ χω­ριοῦ, οἱ λε­γό­με­νες «καλ­λι­ά­γρι­ες». Καί πάν­τα θυ­μᾶ­σαι, πώς τίς φθι­νο­πω­ρι­νές καί τίς χει­μω­νι­ά­τι­κες τίς μέ­ρες ὁ τό­πος ἐ­κεῖ μο­σχο­μύ­ρι­ζε φρέ­σκο λά­δι, ποὺ βγάζανε οἱ «καλλιάγριες» καί κομμένο πορ­το­κά­λι, για­τί ἐ­κεῖ ἦ­ταν καί τά πε­ρι­βό­λια τῶν Κλη­μα­τια­νῶν, μέ τίς πορ­το­καλ­ι­ές, τίς λε­μο­νι­ές καί ἄλ­λα ὁ­πω­ρο­φό­ρα δέν­τρα.

Γιά νά φτά­σεις τώρα στήν πα­λιά τήν ἐκ­κλη­σιά, ἔ­πρε­πε ἀ­κό­μα νά περ­πα­τή­σεις στό λι­τό μά τό­σο ὄ­μορ­φα φτι­αγ­μέ­νο καλ­τε­ρί­μι, πά­νω στίς πέ­τρες τοῦ ὁ­πο­ί­ου πά­σχι­ζες νά δι­α­κρί­νεις τά βή­μα­τα τό­σων ἀν­θρώ­πων πού τό περ­πά­τη­σαν σέ δι­ά­φο­ρους και­ρο­ύς καί πε­ρι­στά­σεις, μέ τή χα­ρά ἤ τή θλί­ψη νά το­ύς συν­τρο­φε­ύ­ει. Ὅ­μως ἐ­κεῖ­νο πού ἀ­πο­μέ­νει στή μνή­μη ἦ­ταν τό τρι­ζο­βό­λη­μα πού ἔ­κα­νε τό χῶ­μα, στὸ δρομάκι ποὺ εἶναι ἀ­κρι­βῶς πά­νω ἀ­πό τό Κοι­μη­τή­ριο καί λί­γα μέ­τρα πρίν φτά­σεις τό ναό. Εἶ­χε κά­τι τό ἰδιαίτερο ἐ­κεῖ­νο τὸ περ­πά­τη­μα σ᾿ αὐ­τό τό δρο­μά­κι, πού πάν­τα θύ­μι­ζε τό βου­βό βά­δι­σμα τῶν συγχω­ρια­νῶν σου, ὅ­ταν συ­νό­δευ­αν κά­ποι­ον στή ἔ­σχα­τη κα­τοι­κί­α του. Ἐ­κε­ί­νη ἡ σι­ω­πή πού συ­νο­δε­ύ­ον­ταν ἀ­πό τόν ξε­ρα­κια­νό τόν ἦ­χο τοῦ χώ­μα­τος, ἀ­κο­ύ­γε­ται ἀ­κό­μα μέ­σα σου, ὅ­πως ἀκούγεται κι ὁ ἦ­χος τῆς με­γά­λης τῆς καμ­πά­νας σέ ὧ­ρες πι­κρές, σέ στιγ­μές ἐκ­δη­μί­ας κά­ποι­ου ἀ­πό τή μι­κρή τήν οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ ­χω­ριοῦ.

Ἡ εἴ­σο­δος τῆς ἐκ­κλη­σί­ας ἦ­ταν ἀ­πό τή με­ριά τῆς πλα­τε­ί­ας. Μάλιστα, γιά εἰ­σο­δε­ύ­σεις ἔ­πρε­πε νά κα­τε­βεῖς δυό σκα­λά­κια καί νά βρε­θεῖς σ᾿ ἕ­να κα­τα­νυ­χτι­κό χῶ­ρο, πάν­τα λει­ψά φω­τι­σμέ­νο, ὡ­στό­σο τό­σο οἰ­κεῖ­ο, ποὺ εὐ­ω­δίαζε καμ­μέ­νο λά­δι, με­λισ­σο­κέ­ρι καί λι­βά­νι. Καὶ μαζὶ μὲ ὅλ᾿ αὐτὰ ἔφτανε μέσα σου καί ἡ ἀ­νά­σα πού ἀ­νάδι­ναν τά πα­λιά τά ξύ­λα, ἴ­σως δέ καί οἱ κλει­σμέ­νες, αἰ­ῶ­νες τώ­ρα, ἀ­νά­σες τῶν προ­γόνων, προ­σδίδοντας στόν ἱ­ε­ρό τό χῶ­ρο μιά πρώ­τη γε­ύ­ση μυ­στη­ρί­ου καί θε­ϊ­κῆς πα­ρου­σί­ας, ἡ ὁ­πο­ί­α καί ἀ­πο­κα­λύ­πτει τό με­γα­λεῖ­ο Της μέ­σω αὐ­τῶν τῶν μι­κρῶν πραγ­μά­των, γιά σοῦ δώ­σει νά κα­τα­λά­βεις ὅ­τι ὁ τό­πος στόν ὁ­ποῖ­ο εἰ­σῆλ­θες "ἅ­γιος ἐ­στί" (πρβλ. Λευ­ιτ. 3, 6). Καί πράγ­μα­τι· σέ ὑ­πέ­βαλ­λε ὁ χῶ­ρος αὐ­τός. Για­τί ὅ­λα μέ­σα του εἶ­χαν μιά βα­θύ­τα­τη γνη­σι­ό­τη­τα, πού ἐν­τυ­πω­σίαζε, ἐπειδὴ ὅ­λα ἦ­ταν, βλέ­πεις, λι­τά καί πε­νι­χρά. Ὅ­πως ἐ­πί­σης δέν ὑ­πῆρ­χε δυ­να­τό­τη­τα νά μή συγκινηθεῖς, ὅταν εἰ­σόδευες στόν ἄ­χραν­το ἐκεῖνο χῶ­ρο τῆς ὄντως κα­τα­νύ­ξε­ως κά­ποι­ες βρο­χε­ρές χει­μω­νι­άτι­κες Κυ­ρια­κές ἤ γι­ορ­τές καὶ στή μο­σο­φω­τι­σμε­νη ἐκ­κλη­σιά ἄ­κου­γες τό Χε­ρου­βι­κό ἤ τό Κοι­νω­νι­κό νά τά ψάλ­λει ὁ μα­κα­ρι­στός ὁ μπάρμ᾿-Ἀ­λέ­κος ὁ Ξαν­θο­ύ­λης πάντα σέ τέ­ταρ­το ἦ­χο, "λέ­γε­τος", σέρ­νον­τας τή φω­νή του κα­τά τέ­τοι­ο τρό­πο, ὥ­στε νά ται­ρι­ά­ξει ἀ­πό­λυ­τα μέ τη μι­σο­σκό­τει­νη ἀ­τμό­σφαι­ρα τοῦ να­οῦ... Νόμιζες τό­τε, πώς μέ­σω αὐ­τοῦ τοῦ πα­ρα­πο­νι­ά­ρι­κου ψαλ­σί­μα­τος ἔ­βγαι­ναν στήν ἐ­πι­φά­νεια οἱ κα­ϋ­μοί, τά φαρ­μά­κια, ὁ πό­νος καί οἱ ἀ­γω­νί­ες τῶν ἁ­πλῶν καί φτω­χῶν χω­ρι­κῶν κι ἀ­νέ­βαι­ναν, ὡς κοι­νή προ­σευ­χή στήν θύ­ρα τοῦ Θε­οῦ... Καί σά νά μήν ἔ­φτα­νε αὐ­τό, ὅ­λα τοῦ­τα τά συμ­πλή­ρω­νε ἡ βι­βλι­κή Μορφή τοῦ γνή­σιου πα­πᾶ τῆς πα­λιᾶς ἀ­γρο­τι­κῆς κοι­νω­νί­ας, για­τί τέ­τοι­ος ἦ­ταν ὁ κα­λός πα­πα-Βαγ­γέ­λης Δι­ο­μῆς, χρό­νια ἐ­φη­μέ­ριος στό ναό ἐ­κεῖ­νο. Λι­τές οἱ κι­νή­σεις του, κά­πο­τε ἀ­δέ­ξι­ες, ἀλ­λά πάν­τα αὐ­θεν­τι­κές, μέ φω­νή νά πάλ­λε­ται ἀ­πό τή συγ­κί­νη­ση, μέ τά κε­νὰ χρο­νι­κά δι­α­στή­μα­τα, ὅ­ταν δι­ά­βα­ζε μέ­σα στό ἱ­ε­ρό τίς εὐ­χές τῆς Θε­ί­ας Λει­τουρ­γί­ας, μέ ἐ­γνω­σμέ­νη πάν­τα εὐ­λά­βεια, ὥ­στε νά μήν πα­ρα­λε­ί­ψει τί­πο­τε.

Ἡ μνή­μη, πού ξα­πο­στα­ί­νει στά το­πί­α τοῦ αἰ­ω­νί­ου, ὅπως λέει κι ὁ ποιητὴς, ψά­χνει μέ­σα στίς στοι­βά­δες τοῦ χρό­νου καί ἀ­να­κα­λύ­πτει κά­ποι­ες Με­γα­λο­βδο­μα­δι­ά­τι­κες βρα­δυ­ές τῶν Νυμ­φί­ων ἤ τῆς Μ. Πέμπτης (τῶν Δώδεκα Εὐ­αγ­γε­λί­ων) καί ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται ἐ­κε­ί­νη τήν ἀ­παγ­γε­λί­α τῶν Εὐ­αγ­γε­λι­κῶν πε­ρι­κο­πῶν, ἰ­δι­α­ί­τε­ρα ὅ­σων φόρ­τι­ζαν τήν ψυ­χή, δη­λα­δή τῶν ση­μα­δε­μέ­νων μέ τό Πάθος καί τή Στα­ύ­ρω­ση τοῦ Χριστοῦ. Καί τό­τε ἀ­ναρ­ρι­γᾶς, κα­θώς φτά­νει ὡς τὰ σήμερα ἡ ρα­γι­σμέ­νη ἀ­πό τή συγ­κί­νη­ση καί τήν κα­τά­νυ­ξη φω­νή τοῦ πα­πα-Βαγ­γέ­λη, ἀ­πό τήν Ὡ­ρα­ί­α Πύλη, ἡ ὁποία δί­χως τό πα­ρα­μι­κρό ἴ­χνος ἡ­θο­ποι­ί­ας καί θε­α­τρι­νι­σμοῦ κα­θή­λω­νε τό Ἐκ­κλη­σί­α­σμα, ἀ­νο­ί­γον­τας δρόμους προσευχῆς καὶ μεταφυσικοῦ ρίγους, ὅταν λ.χ. ἔλεγε ἐκεῖ­νο τό συγ­κλο­νι­στι­κό "Τε­τέ­λε­σται· καί κλί­νας τήν κε­φα­λήν πα­ρέ­δω­κε τό πνεῦ­μα" (Ἰ­ω. 19, 30).

Ἡ Μορφή τοῦ πα­πα-Βαγ­γέ­λη ἔ­χει ὑ­ψω­θεῖ μέ­σα σου σέ πε­ρί­ο­πτη θέ­ση, για­τί ἐ­κεῖ­νες, οἱ πρῶ­τες ἐμ­πει­ρί­ες λει­τουρ­γι­κῆς ζω­ῆς πού σοῦ πρό­σφε­ρε, πα­ρα­μέ­νουν δεῖ­κτες ἁ­γνῆς καί ἀ­ψε­γά­δια­στης δι­δα­χῆς, κα­θώς μέ τά χρό­νια πού περ­νοῦν εἶ­ναι πιά πο­λύ εὔ­κο­λο νά κα­τα­λά­βεις ποιό εἶ­ναι τό γνή­σιο ὕ­φος τῆς λει­τουρ­γι­κῆς δι­α­κο­νί­ας καί ποιό τό θε­α­τρι­νί­στι­κο, τό δί­χως ρί­ζες δη­λα­δή, προ­ο­πτι­κή καί πε­ρι­ε­χό­με­νο "ἔρ­γο μας".

Ὡ­στό­σο, στό βά­θος τῆς μνή­μης, στά ἑρ­μά­ρια τά τί­μια καί πο­λύ­τι­μα τῆς ψυ­χῆς εἶ­ναι φυ­λαγ­μέ­νη κι ἡ Μορφή τῆς νε­ω­κό­ρου, πού ἔ­με­νε στό ἀ­πέ­ναν­τι τό κελ­λί -ἐ­ρε­ί­πιο σή­με­ρα- κα­θώς ἔ­βγαι­νες ἀ­πό τή νό­τια θύ­ρα τοῦ ἱ­ε­ροῦ γιά τόν πα­λιό τό Νάρθηκα.

Τή γε­ρα­σμέ­νη καί κου­ρα­σμέ­νη αὐ­τή νε­ω­κό­ρο τήν ἐ­πι­σκε­πτό­μα­στε ἐ­μεῖς, τά παι­διά τοῦ ἱ­ε­ροῦ, γιά τήν προ­μή­θεια τοῦ κάρ­βου­νου, τό ὁ­ποῖ­ο χρη­σί­μευ­ε γιά τό ἄ­να­μα τοῦ θυ­μια­τοῦ, ἀλ­λά καί γιά τήν ἑ­τοι­μα­σί­α τοῦ ζε­στοῦ νε­ροῦ γιά τή Θε­ί­α Κοι­νω­νί­α, γιά τό "ζέ­ον" δη­λα­δή. Μάλιστα οἱ ἐ­πι­σκέ­ψεις μας στό κελ­λί, ἀ­πό τίς ὀ­χτώ πε­ρί­που τό πρωΐ, μέ­χρι τίς δέ­κα καί μι­σή πε­ρί­που πού τέ­λει­ω­νε ἡ ἐκ­κλη­σί­α, ἦ­σαν ἀρ­κε­τές, για­τί μᾶς ἄ­ρε­σε πο­λύ νά βγα­ί­νου­με καί νά πη­γα­ί­νου­με ἔ­ξω, δυό-δυό -ἔ­τσι κρα­το­ύ­σα­με τό πα­λιό τό μαγ­κά­λι: ἕ­νας ἀ­πό δῶ κι ἄλ­λος ἀ­πό κεῖ. Πολ­λές φο­ρές πού τά καρ­βου­να δέν ἦ­ταν ἕ­τοι­μα κα­θό­μα­σταν στό μι­κρό κελ­λί κι ἡ θειά ἐκείνη μᾶς ἔ­λε­γε δι­ά­φο­ρα, ἐ­νῶ ἐ­μεῖς κοι­το­ύ­σα­με ἕ­να γύ­ρω τό φτω­χι­κό νοι­κο­κυ­ριό τοῦ κελ­λιοῦ.

(Σήμερα πού ἀ­γναν­τε­ύ­εις ξα­νά, μέσ᾿ ἀ­πό τό βά­θος τοῦ χρό­νου, πού τό πα­σπα­λί­ζει τό χνῶ­το τοῦ μι­σοῦ αἰ­ῶ­να ὁ ὁ­ποῖ­ος πέ­ρα­σε, ἐ­κεῖ­να τά λι­τά καί πε­νι­χρά ἀν­τι­κε­ί­με­να τοῦ κελ­λιοῦ, τή μι­σο­μαυ­ρι­σμέ­νη λάμ­πα, τό χα­μη­λό τό τρα­πέ­ζι, τό ἀ­σκη­τι­κό τό γι­α­τά­κι, σκέ­φτε­σαι πό­ση πα­ρη­γο­ριά ἔ­βρι­σκε ἡ ψυ­χή ἐ­κε­ί­νης τῆς θειᾶς, κα­θώς γει­τό­νευ­ε μέ το­ύς Ἁ­γί­ους της, ἀλ­λά καί το­ύς προ­γό­νους της, πού ἡ­σύ­χα­ζαν σι­μά της, για­τί λί­γα μέ­τρα πιό πέ­ρα, ἀ­κρι­βῶς κά­τω ἀ­πό τό ἱ­ε­ρό τῆς ἐκ­κλη­σί­ας, ἦ­ταν τό Κοι­μη­τή­ριο τοῦ χω­ριοῦ. Ἐ­το­ύ­τη ἡ συν­τρο­φιά μέ το­ύς Ἅ­γί­ους καί το­ύς κε­κοι­μη­μέ­νους μέ δί­δα­ξε ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ξα­νά­ζη­σα στό Ὄ­ρος, καί ἰ­δι­α­ί­τε­ρα στά Κελ­λιά τοῦ Ὄ­ρους, τό κο­ρυ­φαῖ­ο αὐ­τό ζή­τη­μα πού σέ ἐ­ξοι­κει­ώ­νει ἀ­πό­λυ­τα μέ τή μνή­μη καί τή βί­ω­ση τοῦ θα­νά­του...).

Κρα­τᾶς ἀ­κό­μα στήν ψυ­χή σου τά πρό­σω­πα τῶν ὅ­σων γυ­ναι­κῶν δι­α­κο­νοῦ­σαν στήν πα­λιά τήν ἐκ­κλη­σιά, ὅ­πως τῆς θειᾶς τῆς Λε­νι­ῶς τῆς Ράπαινας, τίς ἀ­δελ­φές Ἀ­να­στα­σί­α καί Μα­γδα­λη­νή Κων­σταν­τά­κη, τή θειά τό Ἀ­ναρ­γυ­ρώ τοῦ κα­πε­τάν-Χρή­στου κ.ἄ. Αὐ­τές στό­λι­ζαν τήν ἐκ­κλη­σιά τίς κα­λές τίς μέ­ρες καί πιό πο­λύ τή Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα, ὅ­που καί μᾶς χά­ρι­ζαν ἐ­κεῖ­νον τόν ἀ­θά­να­το καί μυ­ρο­βό­λο Ἐ­πι­τά­φιο, τόν στο­λι­σμέ­νο ὄ­χι μέ τά λου­λο­ύ­δια τοῦ ἐμ­πο­ρί­ου, ὅ­πως γί­νε­ται σή­με­ρα, ἀλ­λὰ μέ τὰ ἄν­θη πού προ­έρ­χον­ταν ἀ­πό το­ύς κή­πους τῶν Κλη­μα­τια­νῶν.

Τή θειά τό Λε­νιώ τή Ράπαινα τή θυ­μᾶ­σαι καί στό ψαλ­τή­ρι νά ξε­λει­τουρ­γᾶ τόν πα­πά-Βαγ­γέ­λη, κά­ποι­ες μι­κρο­γι­ορ­τές, ἀ­φοῦ ὁ ψάλ­της ἔ­πρε­πε νά πά­ει στό με­ρο­κά­μα­το, γιά νά ζή­σει, ἐ­πει­δή ἡ ἐ­νο­ρί­α τοῦ χω­ριοῦ ἦ­ταν καί μι­κρή καί πο­λύ φτω­χή. Μα­ζί μέ τή θειά τό Λε­νιώ θυ­μᾶ­σαι καί τήν ἀ­δελφή της τή Μα­γδα­λι­νί­τσα, πού ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πι­τρό­πισ­σα στήν ἐκ­κλη­σί­α καί, μά­λι­στα, στή μνή­μη ἔρ­χε­ται ἡ Μορφή της κά­θε ἑ­σπε­ρι­νό τοῦ Πάσχα, στή Ἀ­γά­πη, ὅ­πως λέ­γε­ται, για­τί κά­τι τέ­τοι­ες ὧ­ρες τή βρί­σκεις κά­που ἐ­κεῖ κοντά στό ἀ­ρι­στε­ρό τό ψαλ­τή­ρι νά σα­ρώ­νει μα­ζί μέ τά κε­ριά καί τά τσό­φλια ἀ­πό τά κόκ­κι­να ἀ­βγά πού πέ­τα­ξαν τά παι­διά τή νύ­χτα τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως, ὅ­ταν ἄ­κου­σαν τό "Χρι­στός Ἀ­νέ­στη". Πρό­σω­πα, λοι­πὸν καὶ Μνῆ­μες ποὺ τὶς ἀ­να­σύ­ρει τὸ ἀ­γνάν­τε­μα ἤ ἡ θύ­μη­ση τῆς πα­λιᾶς ἐ­κεί­νης, σι­ω­πη­λῆς σή­με­ρα, ἐκ­κλη­σιᾶς...

π. Κ. Κληματιανὸς

Wednesday, 11 April 2012

To Α-Ω του Ην. Βασιλείου

Τα νέα βρετανικά γραμματόσημα που εκδόθηκαν χθες παρουσιάζουν τη δεύτερη σειρά του γνωστού Α-Ω του Ην. Βασιλείου. Η πρώτη ανάλογη σειρά είχε εκδοθεί πέρσι τον Οκτώβρη.

Είναι 14 πανέμορφα γραμματόσημα, τα οποία απεικονίζουν βασικά (τα 13 από αυτά) σημαντικά έργα ανθρώπων, όπως Δημαρχεία, κάστρα, Πανεπιστήμια, μουσεία, γέφυρες, Ναούς κ.ά., ενώ ένα απεικονίζει τη βραχώδη ακτή του Ντόβερ.

Τα σημαντικά αυτά κτίσματα, ή γεωγραφικά σημεία, τα οποία θα τα αποκαλούσαμε και ορόσημα ή αξιοθέατα, βρίσκονται κυριολεκτικά σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του Ην. Βασιλείου.

Ο Philip Parker, εκπρόσωπος των Royal Mail Stamps, ανέφερε για τη σειρά αυτή: «Our two-part journey around the UK has proved a wonderful reminder of the fantastic number of landmarks we are fortunate to enjoy in the UK. From Manchester Town Hall to the ZSL London Zoo, these landmarks represent some of the most important places in the UK's history and form a huge part of our heritage».

Tuesday, 10 April 2012

Μέγα Απόδειπνο [Β΄]

Σε συνέχεια της προχθεσινής ανάρτησης δημοσιεύουμε σήμερα ένα άλλο βίντεο με θέμα το Μέγα Απόδειπνο.



Ο Θεολόγος και Ιεροψάλτης Δημήτρης Σαλαπάτας ερμηνεύει με ωραίο τρόπο την ευχή «Και δος ημίν, Δέσποτα, προς ύπνον απιούσιν, ανάπαυσιν σώματος και ψυχής...».

Monday, 9 April 2012

Σταυροαναστάσιμοι Βηματισμοί

Μὲ κορυφαῖες θέσεις ποιμαντικοῦ, σωτηριολογικοῦ καὶ άνθρωπολογικοῦ ἐνδιαφέροντος ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἀνοίγει καὶ ἐφέτος τὴν Ὡραία Πύλη τῆς Ἁγίας Μεγάλης Ἑβδομάδος, γιὰ νὰ μᾶς εἰσοδεύσει στὰ εὐκατάνυκτα ἱερὰ Γεγονότα, τῶν Ἀχράντων Παθῶν, τῆς Ἀμώμου Ταφῆς καὶ τῆς φωτεινῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Μακάριοι, ὅσοι αὐτὲς τὶς Ὧρες τῶν ἱερῶν Δρωμένων κατορθώνουν νὰ ἐμβιώνουν τοὺς ρυθμοὺς τους, ἀλλὰ καὶ νὰ φωτίζουν τὸ δρόμο τους μὲ τὶς λαμπάδες τῶν φρονίμων Παρθένων, ποὺ δὲν καθεύδουν, ἀλλὰ ἀναμένουν τὸν Νυμφίο (πρβλ. Μτθ. 24), μεταποιώντας τὴν ὅλη τους βιοτὴ σὲ μία μεγάλη ἀναμονὴ (Ἀπ. 22, 20).

Ἀπὸ τοὺς στρωμένους δρόμους μὲ φοινικόκλαδα καὶ μὲ τὰ ἰμάτια τοῦ ἐνθουσιασμένου λαοῦ τῆς ἐαρινῆς Ἰερουσαλὴμ, ἀρχίζουν οἱ βηματισμοὶ οἱ σταυροναστάσιμοι, καθὼς ἀκολουθοῦμε τὸ ὀνάριο μὲ τὸν σιωπηλὸ, προβληματισμένο καὶ κατὰ πάντα περίλυπο Ἰησοῦ ποὺ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἁγίαν Πόλιν. Κι εἶναι περίλυπος, γιατὶ συνειδητοποιεῖ πὼς δὲν τὸν κατάλαβαν, δὲν τὸν πρόσεξαν, δὲν τὸν εἶδαν ὡς σωτῆρα καὶ ἰατρὸ, ἀλλ᾿ ὡς ἕνα ἀκόμα ἐπίγειο ἄρχοντα μὲ πεπερασμένες δυνατότητες καὶ ἀνησυχίες. Γιὰ νὰ συνεχιστοῦν οἱ βηματισμοὶ σ᾿ ἐκεῖνο τὸ λιτὸ, ἀπέριττο καὶ μισοφωτισμένο τὸ Ὑπερῶο τῆς Ἰερουσαλὴμ, ὅπου τελεῖται ὁ Δεῖπνος ὁ Μυστικὸς καὶ συντελεῖται ἡ πρώτη Εὐχαριστιακὴ Σύναξη, γιὰ νὰ συνεχιστεῖ ἀπὸ τότε, μέχρι σήμερα καὶ ἕως τῆς συντελείας.

Τὸ Ὑπερῶο, λοιπὸν, τὸ Μέγα Ἀνώγαιον, ποὺ ἐνῶ καταυγάζεται ἀπὸ τὸ θεῖο φῶς τῆς παρουσίας Του, ἔχει ἀνάμεσά του καὶ τοὺς σκοτεινοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι, ἄν καὶ μετέχουν τῆς Εὐχαριστίας, δὲν τὴν καταννοοῦν καὶ περισσότερο δὲν τὴν ἀποδέχονται ὠς κοινωνία ἀγάπης, ἀλλὰ τὴν παραμερίζουν καὶ εἰσοδεύουν στὸ σκοτάδι τῆς δολιότητος καὶ τῆς μισανθρωπίας. Μὲ κορυφαῖο ἐκπρόσωπο τὸν Ἰούδα, ὁ ὁποῖος, ἀκόμα καὶ τὴν ὥρα τῆς μεταμέλλειάς του δὲν κατόρθωσε νὰ ἀποβάλλει τὸ τραγικὸ του προσωπεῖο καὶ νὰ σκεφτεῖ ψύχραιμα καὶ μὲ γνώμονα τὰ ὅσα εἶχε διδαχτεῖ κοντὰ στὸν Διδάσκαλο: τὴν ἐπιστροφὴ δηλαδὴ τοῦ Ἀσώτου, τὴ σώφρονα μεταστροφὴ τοῦ Ζακχαίου, τὴ δικαίωση τῆς πόρνης καὶ τόσα ἄλλα... Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν κράτησε μέσα του, παρὰ μονάχα τὴ ντροπὴ καὶ τὴν αὐτοδικαίωση...

Ὡστόσο αὐτὸ ποὺ σημασιοδοτεῖ περισσότερο τὴ Μεγαλοβδομαδιάτικη εὐκατάνυκτη περίοδο εἶναι ἡ θλίψη τοῦ Κυρίου μας, ἡ ὁποία καὶ ἐκφράζεται μὲ τὰ σημαδιακὰ Του λόγια "Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου" (Μτθ. 26, 38). Τὶ νὰ σημαίνουν, ἄραγε γιὰ μᾶς τὰ θεῖα αὐτὰ ρήματα;

Συνήθως, ὅταν ἀκοῦμε τίς εὐαγγελικές περικοπές τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἤ τά λεγόμενα Δώδεκα Εὐαγγέλια, ἐπικεντρώνουμε τό ἐνδιαφέρον μας στά ὅσα διαδραματίζονται στό ναό μέ τήν ἔξοδο καί τή λιτανεία τοῦ Ἐσταυρωμένου. Ἔτσι, πολλά ἀπό αὐτά πού προηγοῦνται αὐτῆς τῆς ἱερῆς στιγμῆς, ἀπομένουν στήν ἀφάνεια καί πολύ περισσότερο δέν τά λαμβάνουμε ὑπόψιν μας, μέ ἀποτέλεσμα νά χάνουμε μιάν ἀκόμη εὐκαιρία στὸ νά παρατηρήσουμε καί νά καταννοήσουμε τίς τελευταῖες γήινες στιγμές τοῦ Χριστοῦ καί, φυσικά, νά συνειδητοποιήσουμε καί νά ἐμβιώσουμε τό κορυφαῖο γεγονός τῆς μοναξιᾶς Του. Γι᾿ αὐτό καί οἱ Πασχαλιές μέ τά Μεγαλοβδόμαδά τους μᾶς φαίνονται, χρόνο μέ τό χρόνο, ὅλο καί πιό άνούσιες, τυπολατρικές καί συνηθισμένες.

Ἄν ὅμως παρακολουθήσουμε μέ τή δέουσα εύλάβεια τήν ὅλη πορεία τῶν γεγονότων, ἀπό τό Δεῖπνο μέχρι τήν ὥρα τῆς Προδοσίας καί τῆς συλλήψεως Του, θά διαπιστώσουμε πώς παράλληλα μέ τήν Ἀγωνία τοῦ Κυρίου συμπορεύεται καί ἡ τέλεια μοναξιά Του· αὐτή δηλαδή πού ἐκφράζεται μέ ἐκεῖνον τόν καθαρά ἀνθρώπινο λόγο, λόγο πού διατρέχει τούς αἰῶνες μέ τήν ἴδια δυναμική καί βαρύτητα καί γίνεται ὁ κοινός λόγος ὅλων ἐκείνων πού ζοῦν ὁριακές στιγμές ἀγωνίας, ἀνησυχίας καί πόνου: "Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου". Τί ἄλλο, στ᾿ ἀλήθεια περιμένουμε ν᾿ ἀκούσουμε ἀπό Κάποιον πού ροκανίζεται τό εἶναι Του ἀπό μύρια ἐρωτήματα καί πικρία; Πικρία καί ἀπόγνωση πού διερμηνεύεται ἀπό τόν ὑμνογράφο μέ τό, "Λαός μου τί ἐποίησάς σοι καί τί μοί ἀνταπέδωκας...;"

Στήν Ὀρθόδοξη Εἰκονογραφία καί μάλιστα ἄν σταθοῦμε στήν εἰκόνα/παράσταση τῆς εἰσόδου τοῦ Κυρίου στά Ἱεροσόλυμα (πρβλ. Ἰω. 12, 12-18), τότε εὐκρινῶς θά παρατηρήσουμε ὅτι τό Πρόσωπο Του ἔχει μιά περίσκεψη, ἕνα ἴχνος πικρίας καί μιά σοβαρότητα, πού φανερώνει προβληματισμό, ἀλλά καί ἀποχή ἀπό τά ὅσα συμβαίνουν γύρω του. Γι᾿ αὐτό καί σωπαίνει· γι᾿ αὐτό καί δέν χαιρετᾶ, δέν εὐλογεῖ, δέν θαυματουργεῖ, δέν προσέχει τά ὠσσανά... Ὅλ᾿ αὐτά ξέρει πώς ἀποτελοῦν καί εἶναι τά σημάδια μιᾶς πορείας πού μέλλει νά διανύσει. Ὅπως, ἄλλωστε, τό εἶχε προειπεῖ: "Ἰδού ἀναβαίνωμεν εἰς Ἱεροσόλυμα καί ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καί τοῖς γραμματεῦσι, καί κατακρινοῦσιν αὐτόν θανάτῳ καί παραδώσουσιν αὐτόν τοῖς ἔθνεσι, καί ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καί μαστιγώσουσιν αὐτόν καί ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καί ἀποκτενοῦσι αὐτόν, καί τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται"(Μρκ. 10, 32-34).

Σέ παράλληλο δρόμο, μέ αὐτό τοῦ Ἰησοῦ, πορεύεται καί ὁ κάθε ποιμένας, ἀλλὰ καὶ ὁ κάθε πιστὸς. Μόνο πού αὐτός δέν ἔχει τὸν ἀπαραίτητο πνευματικὸ ὁπλισμὸ, γι᾿ αὐτό καί ἀρέσκεται στό νά δέχεται τίς ἐπευφημεῖες τοῦ κόσμου, ν᾿ ἀκούει κολακεῖες, νά ἀριθμεῖ τούς περί αύτόν ἐπώνυμους καί ἀνώνυμους, γιά νά αἰσθάνεται μιά σιγουριά καί μιάν ἀσφάλεια. Προσωρινή ὅπως πάντα καί μικρῆς, ἕως ἐλάχιστης χρονικῆς διάρκειας μόνο. Γιατί ὅταν πάψουν τά ὠσσανά, αὐτό τό διαχρονικό, δηλαδὴ, χειροκρότημα, ὅταν ὁ καθένας πάρει τό δρόμο γιά τό σπίτι του καί ἀπομείνουν στούς νυχτωμένους δρόμους μονάχα τά σημάδια μιᾶς πορείας, τότε ἀρχίζει κι ἡ ἀντίστροφη μέτρηση, ἀφοῦ σέ λίγο διάστημα -πόσο ἄραγε;- θ᾿ ἀρχίσουν τά "πονηρά συμβούλια", θ᾿ ἀναζητοῦνται οἱ δόλιοι καί οἱ φιλάργυροι -πάντα μέσ᾿ ἀπό τόν κύκλο τό στενό τοῦ ποιμένα- κι ὕστερα θὰ σχεδιάζεται ὁ τρόπος τῆς προδοσίας. Τῆς ὅποια προδοσίας...

Ὄχι, δέν θά ὑπάρξει κανένας κῆπος μέ ἐλιές πού τό φύλλωμά τους θ᾿ ἀσημίζει στό νυχτωμένο ἀνοιξιάτικο λυκόφως· οὔτε κάποια σπεῖρα "μετά φανῶν λαμπάδων καί ὅπλων" (Ἰω. 18,4) θά φανεῖ. Ἀρκεῖ μιά ἐπίσκεψη, ἕνα τηλεφώνημα, μιά ἐπιστολή, ἕνα δημοσίευμα, κάποια συνάντηση, γιά νά ξεδιπλωθεῖ τό μεγαλεῖο τῆς ἀγωνίας, νά ὑφανθεῖ ὁ χιτώνας τῆς ἀπελπισίας καί νά στραγγίσει ἡ ψυχή ἀπό τήν δίψα τῆς ἀπουσίας ἀδελφῶν καί φίλων. Τότε ἀσφαλῶς ἐκεῖνα τά λόγια, "οὐκ ἰσχύσατε μίαν ὥραν γρηγορῆσαι μετ᾿ ἐμοῦ" (Μτθ. 26, 40), θά γίνουν ἡ μόνη του βακτηρία, ἀφοῦ θά φέρει σιμά του Ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος "περίλυπος" ἔζησε τή μαρτυρική τή μοναξιά καί ἄφησε τόν ἱδρῶτα Του νά ποτίσει τό χῶμα τῆς Ἱερουσαλήμ, γιά ν᾿ ἀνθίσει ἐκεῖ ἡ ἐλπιδοφόρος προτροπή: "γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε, ἵνα μή εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν" (Μτθ. 26, 41-42).

Αἰῶνες τώρα ἀκούγεται στίς ἐκκλησιές, στίς ἀνθρώπινες συνάξεις δηλαδή, ὁ Κυριακός λογος "περίλυπός ἔστιν ἡ ψυχή μου..." καί ἐλάχιστοι, μετρημένοι στά δάχτυλα συνειδητοποιοῦν τήν Ἀγωνία Του καί Τόν συντρέχουν. Τὸν συντρέχουν δηλαδὴ, μέ τήν κατάθεση τῆς ψυχῆς τους στά τίμια χέρια Του. Δέν περιμένουν τά τετελεσμένα, ὅπως εἶναι ὁ Σταυρός καί ὁ θάνατος, ἀλλ᾿ ἀγρυπνοῦν μαζί Του, τὸν περιμένουν νά φανεῖ στήν ὅποια πλατεῖα τοῦ κάθε ἄτολμου Πιλάτου, γιὰ νὰ τὸν συντρέξουν, ὅσο τοὺς εἶναι βολετὸ, καί καρτεροῦν "ἰδεῖν τό τέλος"(Μτθ. 26, 59). Γιατί μονάχα αὐτοὶ ξέρουν τί σημαίνει νά περιμένεις τό «Ὀψέ Σαββάτῳ τῇ ἐπιφωσκούσῃ..."(Μτθ. 28, 1), ὅπως τό προεῖπε ἄλλωστε καί ὁ Ἴδιος, ἐνῶ μιὰ μεγάλη μερίδα δὲν τὸ εἶχε τότε πάρει στά σοβαρά·, ὅπως καί σήμερα... Δυστυχῶς.

π. Κων. Ν. Καλλιανὸς

Sunday, 8 April 2012

Μέγα Απόδειπνο [A΄]

Το Μεγάλο Απόδειπνο, που τελείται στη διάρκεια της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, έχει πολύ όμορφες, κατανυκτικές, αλλά και ιδιαίτερα εύηχες ευχές και προσευχές.



Μία από αυτές, την ευχή «Άσπιλε, αμόλυντε, άφθορε, άχραντε, αγνή Παρθένε, Θεόνυμφε Δέσποινα...» την ερμηνεύει εξαιρετικά ο πολυτάλαντος Ζωγράφος - Αγιογράφος Ελευθέριος Φουλίδης, ο οποίος ασκεί την ιερή τέχνη του στο Λονδίνο.

Saturday, 7 April 2012

Πασχαλινά κουλουράκια

Η Μπουμπουλίνα μας ετοίμασε χθες βράδυ τα Πασχαλινά κουλουράκια. Τα έφτιαξε μόνη της. Εμείς βοηθούσαμε... φωτογραφίζοντας!

Το σπίτι γέμισε υπέροχες μυρωδιές, που σπάζουν τη μύτη, τη δική μας και των γειτόνων μας.

Βέβαια, λόγω νηστείας, δεν γευθήκαμε ακόμα, αλλά επιφυλασσόμεθα.

Είμαστε πάντως απόλυτα βέβαιοι για την ωραία όψη και την εξαιρετική μυρωδιά.

Μια από τις παιδικές μου θύμησες ήταν ότι η μητέρα μου έψηνε κι εκείνη τα Πασχαλινά κουλουράκια ενωρίς και τα τοποθετούσε σε περίοπτη θέση στο πατρικό σπιτικό μας, αλλά δεν μας επέτρεπε να αγγίξουμε μέχρι το Πάσχα. Το ίδιο θα κάνουμε και φέτος. Αυτό κι αν είναι άσκηση...!!!

Ιδού και η συνταγή:

Υλικά:

1 πακέτο βούτυρο ανάλατο των 250 γραμμαρίων
3 αυγά μεσαίου μεγέθους ή 2 μεγάλα
1 φλυτζάνι τσαγιού χλιαρό γάλα
2 φλυτζάνια τσαγιού ζάχαρη
½ φλυτζάνι τσαγιού ανθόνερο
Ξύσμα από 2 μεγάλα πορτοκάλια
½ φλυτζάνι τσαγιού χυμό πορτοκαλιού από φρέσκα πορτοκάλια
1 κουτάλι σούπας φρέσκια μαγιά
1 κιλό αλεύρι μαλακό

Τρόπος παρασκευής

Σ ένα μεγάλο μπολ χτυπάμε μ’ ένα μίξερ τα αυγά την ζάχαρη και το βούτυρο έως ότου διαλυθεί καλά η ζάχαρη και το βούτυρο. Προσθέτουμε το χλιαρό γάλα, (μέσα στο οποίο έχουμε διαλύσει την μαγιά) και το πορτοκάλι και τα αναμειγνύουμε με τα υπόλοιπα υλικά. Τέλος προσθέτουμε το αλεύρι και το ανθόνερο. Τ’ ανακατεύουμε όλα καλά και δουλεύουμε το μείγμα για περίπου 5 λεπτά. Η ζύμη μας πρέπει να είναι μαλακή.

Σκεπάζουμε το μείγμα με μία μεμβράνη και το τοποθετούμε στο ψυγείο για μία ώρα.

Όταν βγάλουμε τη ζύμη από το ψυγείο ανάβουμε τον φούρνο σε μέτρια θερμοκρασία ώστε να είναι έτοιμος (προθερμαινόμενος) έως ότου πλάσουμε τα κουλουράκια.

Υπάρχει περίπτωση η ζύμη να κολλά στα δάχτυλά σας και να μην μπορείτε να τα πλάσετε δίνοντας ένα όμορφο σχήμα.

Τότε καλό είναι να προσθέσετε λίγο αλεύρι και να τα ζυμώσετε και επίσης σ ένα μικρό μπολάκι να έχετε βάλει λίγο λάδι καλαμποκήσιο και να βουτάτε τα δάχτυλά σας πριν να πιάνετε το ζυμάρι. Τα λαδωμένα δάχτυλα θα σας βοηθήσουν να τα πλάσετε πιο εύκολα.

Τα τοποθετείτε σε λαδωμένο ταψί ή έχετε βάλει λαδόκολλα και αφού τα έχετε εναποθέσει στο ταψί τα περνάτε με ένα βουρτσάκι (που το έχετε βουτήξει σε αυγό και γάλα) ώστε να γυαλίσουν. Αν θέλετε πριν τα βάλετε στο φούρνο μπορείτε να τους ρίξετε και τρίμμα ξηρών καρπών.

Ψήνονται σε μέτριο φούρνο γύρω στα 20 λεπτά. Όσο λιγότερο τα ψήσετε τόσο πιο αφράτα γίνονται.

Καλή επιτυχία!

Thursday, 5 April 2012

Συναυλία Βυζ. Μουσικής

Χθες παρουσιάσαμε φωτογραφίες από την προχθεσινή Συναυλία Βυζαντινής Μουσικής, με Ύμνους του Τριωδίου, που έψαλλε η Χορωδία της Σχολής Βυζαντινής Μουσικής της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Θυατείρων και Μεγ. Βρετανίας, στο νεόδμητο Ι.Ν. Αγ. Παντελεήμονος & Αγ. Παρασκευής ΒΔ Λονδίνου.


Σήμερα έχουμε ετοιμάσει μερικά χαρακτηριστικά βιντεο-στιγμιότυπα από την ίδια αυτή Συναυλία.


Την πολυμελή Χορωδία διευθύνει ο μουσικολογιώτατος Πρωτοπρ. Ιωσήφ Παλιούρας και σ’ αυτήν μετέχουν πολλοί έμπειροι Ιεροψάλτες αλλά και νεώτεροι μαθητές της Σχολής.


Στη διάρκεια της Συναυλίας έδωσε σύντομη ομιλία ο νέος Θεολόγος Δημήτρης Σαλαπάτας, με θέμα: «Η Βυζαντινή Μουσική κατά την περίοδο του Τριωδίου».


Στο τέλος της εκδήλωσης ο Πρωτοπρ. Αναστάσιος Δ. Σαλαπάτας διάβασε το ποίημά του: «Ώρα Αποδείπνου».