Πέμπτη
της Τυρινής και ο μπάρμπα-Τάσης ξύπνησε νωρίς, ήπιε το καφεδάκι που του
ετοίμασε η νύφη του η Ελένη, έφαγε κι ένα από τα κουλουράκια πορτοκαλιού που
είχε φτιάξει η κοπέλα την προηγούμενη μέρα και κατηφόρισε για την πλατεία του
χωριού.
Εκεί
θα επισκεπτόταν το παντοπωλείο του Βαγγέλα και θα αγόραζε τα απαραίτητα για το
σπίτι, αυτά που είχε σημειώσει η Ελένη αποβραδίς σε κόλλα χαρτί και στη
συνέχεια θα περνούσε από το καφενείο του Πλατούτσα για την προβλεπόμενη
συνάντηση και συζήτηση με τους συγχωριανούς. Οι γηραιότεροι άντρες του χωριού
μαζεύονταν στο καφενείο, μιλούσαν για πολιτική και για τα κουτσομπολιά του
χωριού. Έπιναν ένα κρασάκι και επέστρεφαν στο σπίτι για το μεσημεριανό φαγητό.
Στην
επιστροφή από το καφενείο ο μπάρμπα Τάσης, κουρασμένος από το περπάτημα, έκανε
μια στάση στο σπίτι προσφιλούς του νοικοκυράς. Την καλημέρισε ευδιάθετος και
της ευχήθηκε ‘Καλές Απόκριες’. Η κοπέλα τον κάλεσε μέσα στο σπίτι και προσέφερε
στον γέροντα ένα ποτήρι δροσερό νερό. Εκείνη την ώρα άνοιξε τον φούρνο και
ξεφούρνισε ένα λαχταριστό γαλακτομπούρεκο. Του έσπασε τα ρουθούνια η μυρωδιά
του μπάρμπα-Τάση. Το γαλακτομπούρεκο ήταν το αγαπημένο του γλυκό! Η κοπέλα
βάλθηκε με γρήγορες αλλά σταθερές κινήσεις να περιχύνει το γλυκό με το χρυσαφί
σιρόπι. Τον ζάλισε τον γέροντα η μυρωδιά από φρέσκια κρέμα, κανέλα και το ξύσμα
πορτοκαλιού, άλλωστε οι νοικοκυρές στο χωριό του πάντα φρόντιζαν να
συμπεριλαμβάνουν πορτοκάλια του εύφορου αργολικού κάμπου σε πολλές μαγειρικές
συνταγές και γλυκά εδέσματα.
Έμεινε
ακούνητος ο γέροντας μπροστά στην ιεροτελεστία του σιροπιάσματος. Η κοπέλα
ευγενική τον ρώτησε για τη νύφη του, το γιό του και τον μικρό εγγονό του που
μόλις είχε αρχίσει να κάνει τα πρώτα του βήματα. Ο μπάρμπα-Τάσης απαντούσε
ευδιάθετος και... περίμενε.
Η
νεαρή γυναίκα πήρε το σιροπιασμένο γαλακτομπούρεκο και το μετέφερε στη σάλα. Θα
το έκοβαν το βράδυ όταν θα επέστρεφε ο άντρας της από τη δουλειά και τα
πεθερικά της από το χωράφι όπου είχαν πάει για να μαζέψουν λίγα από τα
τελευταία πορτοκάλια για να τα πουλήσουν στο μανάβη, όπως εξήγησε στον
επισκέπτη της.
Ο
μπάρμπα-Τάσης απογοητευμένος και με σκυμμένο το κεφάλι σηκώθηκε, χαιρέτισε
ευγενικά την κοπέλα και κίνησε για το σπίτι του. Όταν έφτασε στην αυλή πήγε και
κάθισε κάτω από το πεύκο δίπλα στην εξώπορτα του σπιτιού. Άφησε τα ψώνια στο
έδαφος και έπιασε να σιγοτραγουδά έναν αμανέ. Στο δρόμο φάνηκε σιγά σιγά η
γειτόνισσά του η Κατινάρα.
‘Καλημέρα
μπάρμπα-Τάση, τί κάνεις; Γιατί έπιασες μελαγχολικό σκοπό μέρες αποκριάς;’
‘Άσε
ζουμωρό, επισκέφθηκα την αγαπητή μου Μάρω κι ενώ ξεφούρνισε γαλακτομπούρεκο δεν
με φίλεψε ένα κομμάτι.’
‘Και
γι’ αυτό σκας μπάρμπα-Τάση; Σήμερα έφτιαξα κι εγώ γαλακτομπούρεκο λόγω των
ημερών. Τρέχω τώρα να σου φέρω ένα κομμάτι όσο είναι ακόμη ζεστό.’
Η
νεαρή Κατινάρα με τα στρουμπουλά, ροδαλά της μάγουλα, το γλυκό χαμόγελο και τη
ζεστή της καρδιά κατάφερε με την προθυμία της εκείνη την αποκριά και γέμισε την
ψυχή του γέροντα μπάρμπα-Τάση με γλύκα, αγάπη και νοιάξιμο.
Σημείωση:
Αφιερώνω το παραπάνω κείμενο στον παππού μου και στην αγαπητή μας γειτόνισσα
Κατινάρα.


No comments:
Post a Comment