Tuesday, 25 March 2014

Οι παρακαταθήκες των αγωνιστών του 1821


          Οι Έλληνες έχουμε πάθει ένα γερό στραπάτσο τα τελευταία χρόνια. Αυτό έχει επηρεάσει κυρίως τις ευαίσθητες ψυχές των νέων μας, οι οποίοι υφίστανται τις βαρύτατες συνέπειες από τα λάθη των μεγαλυτέρων τους. Τα παιδιά και τους νέους μας χωρίς να το θέλουν και χωρίς να το ξέρουν, τους κάναμε σαν ένα ζαλισμένο κοπάδι, που δεν ξέρει από πού έρχεται και πού πηγαίνει... Δεν μαθαίνουν να εκτιμούν αυτό που έχουν, δεν βοηθιούνται  να έχουν ταυτότητα, ιδιοπροσωπία, όραμα ζωής.

          Η μεγάλη ευθύνη μας είναι ότι έχουμε ξεχάσει κι επομένως δεν μεταδίδουμε τις υποθήκες των αγωνιστών του 1821, που μας έδωσαν όχι μόνο την ελευθερία που απολαμβάνουμε, αλλά και ήθος, αρχές, ιδανικά. Να θυμίσουμε κάποιες από τις υποθήκες τους. Ο Γέρος του Μωριά, ο αρχιστράτηγος της απελευθέρωσης μας από τον τουρκικό ζυγό, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, μιλώντας στους νέους του Α΄ Γυμνασίου Αθηνών, στην Πνύκα, είπε, μεταξύ των άλλων:

          «Εγώ παιδιά μου... σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα, και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα, και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποία να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ’ ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ημέρα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε, και για να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία... και την φρόνιμον ελευθερία».

          Ο άλλος μέγας αγωνιστής του 1821, ο Γιάννης Μακρυγιάννης, γράφει στα Απομνημονεύματά του:

          «Κι αφού ο Θεός θέλησε να κάμει νεκρανάστασιν εις την πατρίδα μου, να την λευτερώσει από την τυραγνίαν των Τούρκων, αξίωσε κι εμένα να δουλέψω κατά δύναμη λιγότερον από τον χειρότερον πατριώτη μου Έλληνα... Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί, να την φυλάμε... Και εις το εξής να μάθομεν γνώση, αν θέλομεν να φκιάσομεν χωριόν, να ζήσομε όλοι μαζί. Έγραψα γυμνή την αλήθεια, να ιδούνε όλοι οι Έλληνες να αγωνίζονται δια την πατρίδα τους, δια την θρησκεία τους, να ιδούνε και τα παιδιά μου και να λένε: Έχομεν αγώνες πατρικούς, έχομεν θυσίες, αν είναι αγώνες και θυσίες. Και να μπαίνουν σε φιλοτιμίαν και να εργάζονται εις το καλό της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της κοινωνίας...». 

          Τις υπηρεσίες  που πρόσφεραν στο Ελληνικό Έθνος οι αγωνιστές του 21 εκτίμησε ο σπουδαίος άνθρωπος και δικαστής Γεώργιος Τερτσέτης, που αρνήθηκε να καταδικάσει σε θάνατο τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, εκτίμησε το ήθος και τη γενναιότητά του, τον αγάπησε σαν πατέρα του και και τον  έπεισε  να του υπαγορεύσει τα Απομνημονεύματά του. Ο Τερτσέτης σε λόγο του για την 25η Μαρτίου, το 1869, τονίζει:

«Εγώ, κύριοι ακροαταί, σκεπτόμενος και αναλογιζόμενος τους καιρούς και τα πράγματα τί πρέπει και οι νέες γενεές της Ελλάδος να προσφέρουν στην οικουμένην, ευρίσκω και λέγω, να προσφέρουν πρέπει παραδείγματα αθάνατα αρετής. Μην κλείσωμεν, φίλοι και αδελφοί, τους οφθαλμούς μας εις την λάμψιν του καθήκοντος και της αποστολής μας».

Σήμερα και με την ευκαιρία της πανηγύρεως της 25ης Μαρτίου και μπρος στον γκρεμό που βρισκόμαστε οφείλουμε να αφυπνιστούμε και να δώσουμε το παράδειγμα στη νεολαία ότι ο άνθρωπος και το έθνος δεν υπάρχουν χωρίς ελευθερία. Και ελευθερία δεν είναι μόνο να αποτινάξουμε το ζυγό μας από τους όποιους τυράννους, είναι κυρίως να απαλλαγούμε από τα πάθη μας, να ζήσουμε ως όντα με ρίζες και βάθος και να δείξουμε την έμπρακτη ευγνωμοσύνη μας προς όσους μας έδωσαν την ελευθερία και μας δίδαξαν αξιοπρέπεια και ήθος.

Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Monday, 24 March 2014

Ἀνοιξιάτικοι σταλαγμοί...


Παραμερίζει ὁ χειμώνας καὶ λαμπρύνεται ὁ τόπος ἀπὸ τὴν παρουσία τῆς θείας Ἀνοίξεως. Λαμπρύνεται στολισμένος, τόσο ἀπὸ τὰ εὔοσμα τὰ ἄνθη κι ἀπὸ τὴ μεγαλόπρεπη Γιορτὴ τοῦ θείου Εὐαγγελισμοῦ, ποὺ γίνεται ἀναμφίβολα στὸ γκρίζο τοπίο τῆς Σαρακοστῆς ἡ χειραψία τῆς αἰσιοδοξίας καὶ τῆς έλπίδας: ὅτι σιμώνει ἡ Ἀνάσταση, αὐτὴ ἡ θεία ἔκρηξη Χαρᾶς. Ἁγιασμοῦ καὶ Ἁγίου Φωτός.


«Τὸ γλυκύτατον ἔαρ», λοιπὸν εἰσόδευσε καὶ μὲ ποιητικοὺς ρυθμοὺς διαφοροποεῖ τὴ ζωή μας, καθὼς μέσα τὶς ποικίλες ἀποχρώσεις τῆς ὁλάνθιστης φύσεως, ἀνοίγει ἡ ψυχὴ καὶ συγκινημένη κοιτάζει τὸν Οὐρανὸ «ὅθεν βοήθεια ἥξει» καὶ ξεδιπλώνει τὴ συμμαζεμένη καρδιά, γιὰ νὰ άναφωνήσει:


«Τὸν Κύριον ὑμοῦμεν καὶ δοξολογοῦμεν είς πάντας τοὺς αἰῶνας».


Θεοφύλακτην ἄνοιξη, ἀδελφοὶ καὶ τὸν θεῖο τῆς Παρθένου Μητέρας μας Εὐαγγελισμό, μὲ κάθε ἑόρτιο χαρὰ κι εὐλογία.

π. K.Ν. Καλλιανός

Sunday, 23 March 2014

Η εβδομάδα του «Σ»


Το γράμμα «Σ» είναι ένα από τα δημοφιλέστερα γράμματα της ελληνικής αλφαβήτου. Συγκεκριμένα είναι το τέταρτο πιο δημοφιλές γράμμα, από το οποίο ξεκινούν πάρα πολλές λέξεις της εύηχης γλώσσας μας. Με αυτό τελειώνει, επίσης, ένας μεγάλος αριθμός ελληνικών λέξεων. Για τούτο στη μορφή «ς» έχει την ονομασία «σίγμα τελικό»! Ένα γράμμα, κυριολεκτικά μια ολόκληρη ιστορία!


ΣΟΦΙΑ! Η έννοια αυτή είναι μάλλον κάπως δύσκολο να ορισθεί με ακρίβεια. Για τούτο πρέπει να ανατρέξουμε σε θεσμούς και πρόσωπα που παραμένουν σταθερά και αμετάβλητα, για να δούμε πως αυτά αντιλαμβάνονται τη Σοφία.

Η Εκκλησία μας βλέπει τη Σοφία ως φόβο Κυρίου, ενώ ο Πλάτωνας την θεωρεί ως την ύψιστη αρετή! Ενδιαφέρουσα σκέψη μας παρέχει και ο Ρώσος συγγραφέας Λέων Τολστόι, ο οποίος αναφέρει χαρακτηριστικά: «Τρία πράγματα χαρακτηρίζουν το σοφό άνθρωπο: Πρώτο, κάνει ο ίδιος αυτά που συμβουλεύει τους άλλους να κάνουν. Δεύτερο, δεν κάνει τίποτα που να αντιβαίνει στην αλήθεια. Τρίτον, είναι υπομονετικός με τις αδυναμίες των άλλων».

Πάντως αξίζει να θυμόμαστε πάντα πως, κατά Αισχύλο, «Χρήσιμ’ ειδώς ουχ ο πολλά ειδώς σοφός», δηλαδή, σοφός είναι εκείνος που ξέρει χρήσιμα, όχι πολλά!


ΣΚΟΤΑΔΙ! Έχει πραγματικά χυθεί πολύ μελάνι για το Σκοτάδι, την προέλευση, την ερμηνεία, τη σύσταση και την ουσία του. Γενικά πάντως θα λέγαμε πως ο όρος αυτός έχει κυρίως δύο σημασίες, τη φυσική και την πνευματική.

Αναφορικά με τη φυσική του σημασία, αξίζει να τονισθεί πως το Σκοτάδι όντως δεν έχει υπόσταση, δεν είναι ένα πραγματικό ον και ένα αληθινό φαινόμενο, το οποίο μπορεί κανείς να το αναλύσει και να το μελετήσει. Το Σκοτάδι θα πρέπει να ορισθεί απλά ως απουσία φωτός. Μια και μόνη αχτίδα φωτός αρκεί για να εξαφανίσει το Σκότος και να φέρει τη νέα ζωή.

Σε πνευματικό επίπεδο το Σκοτάδι επισημαίνει την απουσία του Θεού, και ως εκ τούτου ταυτίζεται με τον θάνατο. Συμβολίζει, επίσης, τον σατανά και την πλάνη, αλλά και τον τρόπο της τελικής πνευματικής τιμωρίας των αμαρτωλών, αφού σύμφωνα με το ιερό Ευαγγέλιο: «...ἐκβληθήσονται εἰς τὸ Σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων»!


ΣΙΩΠΗ! Ο πάντα σοφός λαός μας γνωματεύει με ακρίβεια και εγκυρότητα πως, «η Σιωπή είναι χρυσός»! Και όντως!

Πόσες φορές μιλήσαμε και μετανιώσαμε. Ποτέ όμως δεν μετανιώσαμε που σιωπήσαμε, γιατί η Σιωπή είναι θυγατέρα της σοφίας! Για τούτο ο μέγας Ρίτσος αποφαίνεται πως, «Ίσως μόνο η Σιωπή να λέει όλη την αλήθεια»!

Ο γνωστός Γάλλος ποιητής Remy de Gourmont, ομίλησε με αυθεντία για το θέμα αυτό, λέγοντας, «Δεν έχουμε κανένα σίγουρο μέσο, εκτός ίσως από τη Σιωπή, για να εκφράσουμε τις σκέψεις μας». Στην ίδια γραμμή πλεύσης ο δικός μας π. Ευάγγελος Παχυγιαννάκης ανέφερε χαρακτηριστικά: «Όποιος γνωρίζει τη γλώσσα της Σιωπής, συνομιλεί άνετα με όλα τα πλάσματα του κόσμου»!


ΣΚΕΨΗ! Δεν θα μπορούσε βέβαια να δημιουργηθεί οποιοδήποτε λεξικό χωρίς να συμπεριλαμβάνει τον όρο Σκέψη! Αφού αυτή η εμπειρία, αυτό το βίωμα, είναι βασικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης, σύμφωνα με το γνωμικό: «σκέπτομαι άρα υπάρχω»!

Ρώτησαν κάποτε το Νεύτωνα για το πως βρήκε το νόμο της έλξης, κι εκείνος απάντησε πως σκεπτόταν διαρκώς την έλξη! Και πως αλλιώς βέβαια θα μπορούσε να γίνει!

Είναι ιδιαίτερα κολακευτικό για το Γένος μας αυτό που αναφέρει ο Κώστας Αξελός, πως «Η καθαυτό Σκέψη -ως λόγος και νους- εμφανίζεται και ξετυλίγεται στην Ελλάδα»! Ενώ ο Νίτσε επισημαίνει την ευεργετική για τον άνθρωπο χρήση της σκέψης, λέγοντας πως, «Η σκέψη μας πρέπει να ευωδιάζει ισχυρά, όπως ένα σιταροχώραφο το καλοκαιρινό βράδυ»!


ΣΧΟΛΕΙΟ! Έχει σωστά ειπωθεί πως «ανοίγοντας ένα Σχολείο, κλείνει μια φυλακή»! Κι αυτό αποδεικνύει την ευεργετική δύναμη και τη θεραπευτική επίδραση που ασκεί το Σχολείο στην ανθρώπινη κοινωνία.

Ο όρος Σχολείο είναι ελληνικός, κι επισημαίνει το ίδρυμα εκείνο μέσα στο πλαίσιο του οποίου οι μαθητές μαθαίνουν «γράμματα σπουδάγματα», υπό την καθοδήγηση δασκάλων. Η ομαδοποίηση των μαθητών σε συγκεκριμένους χώρους (στα Σχολεία), για να μάθουν γράμματα, υφίσταται από την εποχή των κλασσικών χρόνων της ελληνικής αρχαιότητας.

Εμείς οι Απόδημοι Έλληνες έχουμε την ανεπανάληπτη βιωματική εμπειρία του Ελληνικού Σχολείου της Ομογένειας, το οποίο διασώζει αλλά και καλλιεργεί την ελληνική γλώσσα και τον αθάνατο πολιτισμό μας! Η διδασκαλική έδρα, παράλληλα με την Αγία Τράπεζα του Ιερού Ναού, αποτελούν τους δύο πόλους μεταξύ των οποίων ζει, αναπνέει, κινείται και προοδεύει ο Ελληνισμός της Διασποράς!


ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ! Έχουν επιχειρηθεί και δοθεί πολλές ερμηνείες και εξηγήσεις του όρου Συνείδηση! Αρκετές από αυτές είναι ιδιαίτερα ελκυστικές. Θα πρέπει πάντως να θεωρηθεί αδιαμφισβήτητο ότι η συνείδηση προέρχεται από τον ουρανό και είναι σαφώς η φωνή του Θεού στην ψυχή του ανθρώπου.

«Η Συνείδηση είναι χίλια σπαθιά» αναφέρει ο Σαίξπηρ. Με αφετηρία αυτό το γνωμικό, αλλά και με βοηθό την αθρώπινη και κοινωνική εμπειρία, αξίζει οπωσδήποτε να αναφερθεί πως η παρουσία της Συνείδησης είναι αυτή που δημιουργεί ενοχές, από τις οποίες ξεκινά η ευεργετική μετάνοια και η θεραπευτική αλλαγή νοοτροπίας του ανθρώπου που σφάλλει και αμαρτάνει.

Έχει σωστά ειπωθεί πως η Συνείδηση του Ανθρώπου μοιάζει με πηγή, που όσο βαθύτερα την σκάβεις τόσο περισσότερο  καθαρίζει. Αν όμως την σκεπάσεις με χώματα, σε λίγο καιρό θα χαθεί...


ΣΕΒΑΣΜΟΣ! Ο όρος αυτός επισημαίνει ένα έμφυτο συναίσθημα με πανανθρώπινη αξία κι εμβέλεια. Μιλάμε για τον Σεβασμό, που -όπως σωστά έχει ειπωθεί- κερδίζεται, και δεν επιβάλλεται.

Ο Σεβασμός θεωρείται βασικός παράγοντας στην αγωγή του ανθρώπου και περικλείει τεράστια προωθητική και λυτρωτική δύναμη. Για τούτο κι ο Διογένης ο Λαέρτιος διδάσκει: «Οι νέοι να σέβεστε τους γονείς σας στο σπίτι, τους πολίτες στην αγορά, τους εαυτούς σας στην ερημιά».

Ως βασικό συναίσθημα της ανθρώπινης φύσης πιστεύεται πως είναι συγγενές με την αγάπη. Κατά κανόνα, σεβόμαστε και αγαπούμε κάποιον. Κι αυτό έχει εφαρμογή και σε οριζόντιο αλλά οπωσδήποτε και σε κάθετο επίπεδο. Ας θυμηθούμε και τον σπουδαίο διανοούμενο Pascal, ο οποίος λέγει χαρακτηριστικά: «Το πρώτο αποτέλεσμα της αγάπης, είναι η έμπνευση ενός μεγάλου σεβασμού»!

Saturday, 22 March 2014

Ποιμένας, πένθος και παιδιά


Ο ρόλος του ποιμένα και η διαχείριση του πένθους στα παιδιά

Όλοι οι άνθρωποι άλλος περισσότερο άλλος λιγότερο έχουμε βρεθεί αντιμέτωποι με την ιδέα του θανάτου ή ακόμα χειρότερα με την πραγματικότητα ενός θανάτου.  Συνήθως, «ο άνθρωπος απωθεί την ιδέα αυτή γιατί θέλει να προστατεύσει τις εγκόσμιες αξίες, τις οποίες δεν έχει το θάρρος να εγκαταλείψει, μολονότι η ιδέα του θανάτου έχει ήδη αποκαλύψει τη μηδαμινότητά του»[1]. Η ψυχολογική ανησυχία του ανθρώπου είναι πολύ μεγάλη, όταν βλέπει κάποιο δικό του να χάνεται και συχνά να σβήνει μέσα σε αγωνία και πόνους. Ο θάνατος και κατ’ επέκτασιν ο φόβος του θανάτου εισήλθε στην ζωή μας κατά παραχώρησιν Θεού από την πτώση και μετά. 

Στη σημερινή εποχή όλο και περισσότεροι άνθρωποι αναζητούν τη βοήθεια των ποιμένων, στα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν, και ζητούν από την Εκκλησία να σκύψει επάνω στις ανάγκες τους. Ο σύγχρονος άνθρωπος καταβάλλει προσπάθεια  να αποφύγει επιμελώς κάθε σκέψη ή συζήτηση σχετική με το θάνατο και καλλιεργεί την αντίληψη για αποσιώπηση και όχι για μνήμη του θανάτου. Γι’ αυτό και ο ρόλος που καλείται να διαδραματίσει η Εκκλησία είναι ζωτικής σημασίας. Η κατανόηση της θλίψης, η συμπαράσταση και η παρηγοριά των θλιμμένων ήταν πάντοτε μια από τις κύριες επιδιώξεις των πραγματικών ποιμένων[2]. Επομένως, κρίνεται αναγκαία η ποιμαντική προετοιμασία και υποστήριξη τόσο για τον ίδιο τον άνθρωπο που οδεύει προς το θάνατο όσο  και για τους οικείους του και κυρίως για  τα παιδιά της οικογένειας. Γι’ αυτό ο ποιμένας καλό είναι να είναι ενημερωμένος και να πληροί κάποιες προϋποθέσεις[3]. Πάνω από ικανότητες και επιστημονικές γνώσεις χρειάζεται η αγάπη και η πίστη, που πρέπει να δείξει, για να προσεγγίσει την ψυχή των ανθρώπων και ιδιαίτερα των παιδιών.


Ιδιαίτερα ο χειρισμός των ανθρώπων που πενθούν χρειάζεται μια ξεχωριστή αντιμετώπιση. Ένα πλήθος παραγόντων, όπως η ηλικία του ατόμου, ο ρόλος του, η βιαιότητα του θανάτου, η άδικη πλευρά του χαμού του, καθιστούν τη διεργασία του πένθους λιγότερο ή περισσότερο δύσκολη. Ο κάθε άνθρωπος το βιώνει με διαφορετικό τρόπο και με διαφορετικό τρόπο εκφράζει τον πόνο του[4]. Πολλοί αντιμετωπίζουν το γεγονός του θανάτου με έντονη άρνηση, στη συνέχεια με κλάμα και λυγμούς. Υπάρχουν, βέβαια, οι περιπτώσεις ατόμων που δείχνουν μια στωικότητα και ψυχραιμία στο πένθος, αλλά επειδή η συμπεριφορά τους δεν έχει τα εμφανή στοιχεία δακρύων και λυγμών, δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως περιπτώσεις ψυχρής αδιαφορίας[5].  Ιδιαίτερα οι περισσότεροι γονείς, αν χάσουν το παιδί τους, στο πρώτο στάδιο του πένθους, δεν μπορούν να δεχτούν το γεγονός ότι το παιδί τους πέθανε (άρνηση). Ελπίζουν ότι θα συμβεί κάτι μαγικό, θέλουν απελπισμένα να πιστέψουν ότι όλα είναι μόνο ένας εφιάλτης[6]. Μερικοί άνθρωποι, για παράδειγμα, έχουν ανάγκη να κάνουν μόνοι τους μακρινούς περιπάτους. Το συναίσθημα της μοναξιάς, έρχεται στα συγγενικά πρόσωπα λίγες μέρες ή λίγες εβδομάδες μετά τον θάνατο και ακολουθείται από έντονα συναισθήματα εγκατάλειψης, άγχους, απόρριψης και συχνά απόγνωσης[7].  Άλλοι πάλι θέλουν να έχουν γύρω τους πολύ κόσμο. Ο ρόλος του ποιμένα στη θεραπεία της θλίψης εξαρτάται πάρα πολύ από τη σχέση που είχε με το θλιμμένο πριν από το θάνατο[8].        

Όπως αντιλαμβανόμαστε η παρουσία της Εκκλησίας και ιδιαίτερα του ποιμένα είναι καθοριστική για την ανακούφιση των ταραγμένων ψυχών. Ιδιαίτερα ο κόσμος επιβάλλεται να κατανοήσει πόσο μεγάλη βοήθεια μπορεί να έχει από την επαφή του με τον κατεξοχήν «θεραπευτή των ψυχών και των σωμάτων» τον Ιησού Χριστό, μέσω των ποιμένων. Με την παρουσία του μπορεί να συμβολίζει τη βαθιά ελπίδα που δεν εκφράζεται πάντοτε με λόγια, ότι ο Θεός δεν εγκαταλείπει τα παιδιά του στις κρίσιμες στιγμές της ζωής τους.

Γι’ αυτό ο ποιμένας επιβάλλεται να είναι προετοιμασμένος και να μην καταλαμβάνεται από φόβο καθώς η ζωή του είναι ένας διαρκής αγώνας για τη νίκη κατά του θανάτου. Από τη στιγμή που ο ίδιος ο Κύριος νίκησε το θάνατο με την ανάστασή του οφείλει να περιφρονεί το θάνατο και να τον διακρίνει μια αισιοδοξία[9]. Τούτο αποδεικνύεται και στον Κατηχητικό Λόγο στην αναστάσιμη ακολουθία «που σου, θάνατε, το κέντρον; Που σου, Άδη το νίκος. Ανέστη Χριστός και σύ καταβέβλησαι»[10]. Ο Χριστός αναστάς «συνανέστησε τον Αδάμ παγγενεί»[11] και «ωδοποίησε την ανάστασιν πάση σαρκί»[12]«ώσπερ γάρ εν τω Αδάμ πάντες αποθνήσκουσιν, ούτω και εν τω Χριστώ πάντες ζωοποιηθήσονται»[13]. Ο θάνατος επομένως, δεν συνιστά το τέλος του ανθρώπου, αφού υπάρχει η προοπτική της αιωνιότητας ως δώρο του Θεού[14].

Για τον ποιμένα οι άγιοι της Εκκλησίας μας θα πρέπει να αποτελούν πρότυπα στον επίγειο βίο τους που τους προσφέρουν παραμυθία και ανακουφίζοντάς τους γιατί είναι εκείνοι που «έφτασαν με θάρρος και χαρά στη στιγμή του θανάτου τους. Οι βίοι τους μάς διδάσκουν ότι με τον αγώνα για κάθαρση από τα πάθη και ομοίωση με τον Θεό μπορεί κανείς να περιφρονήσει τον θάνατο και ενωμένος με τον Κύριο της ζωής και του θανάτου να οδεύσει προς την αιωνιότητα, θεωρώντας το τέλος της βιολογικής του ζωής, ως την απαρχή μιας καινούριας, της αιωνίας»[15]. Μέσα στην κοινωνία της αγάπης της εκκλησίας ο λόγος του ποιμένα λειτουργεί θεραπευτικά και ο θάνατος δεν προκαλεί ανησυχία και ταραχή, γιατί η δύναμη και η χαρά της σωτηρίας με την Ανάσταση είναι καταλυτικά. Επομένως η παρουσία του στους πενθούντες είναι καθοριστική για την παραμυθία και την παρηγοριά. Οι πρώτες στιγμές βέβαια δεν είναι κατάλληλες για διδασκαλία.

Συνήθως τα παιδιά αντιδρούν διαφορετικά, ανάλογα με την ηλικία τους, την ψυχοσυναισθηματική τους ωριμότητα, τη σχέση που διατηρούσαν με το άτομο που πέθανε, αλλά και τους χειρισμούς των γονιών τους. Έτσι, άλλα παιδιά απομονώνονται, έχουν κακή διάθεση ή παρουσιάζουν ανορεξία, εφιάλτες, ενούρηση, επιθετικότητα, πόνους στην κοιλιά, κεφαλαλγίες κ.λ.π.[16] Στην ηλικία των 3 έως 5 ετών η έννοια του θανάτου δεν έχει ακόμα αφομοιωθεί από τα παιδιά. Τα παιδιά αυτής της ηλικίας έχουν την αίσθηση ότι ο νεκρός κοιμάται συνέχεια και συχνά ρωτούν αν τρώει ή πονάει. Μπορούν να εκφράσουν τη λύπη τους, αν οι μεγάλοι τους το επιτρέψουν. Αν, δηλαδή, κάνουν το παιδί να νιώσει ότι η λύπη του είναι φυσιολογική και ότι τα συναισθήματα υπάρχουν για να τα εκφράζουμε.  Η λύπη των παιδιών δεν καταργεί το γέλιο και το παιχνίδι τους. Είναι πολύ συχνό μετά από το θάνατο του αγαπημένου τους προσώπου να παίζουν παιχνίδια όπου παριστάνουν τους πεθαμένους. Μπορεί να έχουν περιόδους υπερκινητικότητας ή κατάπτωσης[17].


Ενώ παλαιότερα οι άνθρωποι είχαν εμπειρίες θανάτου βλέποντας συγγενικά πρόσωπα, στην εποχή μας η κοινωνική ζωή οργανώνεται  κατά τέτοιο τρόπο που αποκρύβει το θάνατο. Σήμερα πολλοί ενήλικες θέλουν να προστατεύσουν τα παιδιά τους από  το κεφάλαιο «Λύπη» στη ζωή τους φτάνοντας στο σημείο να μην τα επιτρέπουν να παραστούν  στην κηδεία του παππού ή της γιαγιάς. Με αποτέλεσμα να μην έχουν εμπειρία θανάτου, που ευνοεί την εμπειρία και τη μνήμη του[18].  Αυτή η τακτική όμως είναι λανθασμένη  γιατί  ο θάνατος γίνεται γι’ αυτά ένα θέμα ταμπού[19]. Παραθεωρείται  τελείως η ανάγκη διαπαιδαγώγησης για το θάνατο. Το φαινόμενο αυτό τροφοδοτεί αρρωστημένες καταστάσεις και έχει  ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις δημιουργώντας σοβαρότατα ψυχικά τραύματα στα παιδιά, όταν αποκλείονται από την κηδεία και τη διαδικασία θανάτου προσφιλών τους προσώπων. Η μνήμη θανάτου δεν θα πρέπει να βιώνεται ως «πεισιθάνατη μάθηση θανάτου, αλλά ως πέρασμα σε μία άλλη ζωή»[20]. Γι’ αυτό χρειάζεται σοβαρή προετοιμασία και διαπαιδαγώγηση.

Ο πιστός με την εσωτερική όραση προχωρεί από τα βλεπόμενα στα μη βλεπόμενα. Βλέπει το νεκρό, αλλά βλέπει και την αφθαρσία και την αθανασία που θα ντυθεί το φθαρτό. Πίσω από το θάνατο οραματίζεται την ανάσταση. Ο πόνος και τα δάκρυα είναι ήρεμα γιατί αναμιγνύονται με την ελπίδα[21]. Εξάλλου ο απόστολος Παύλος συμβουλεύει: «Ου θέλομεν υμάς αγνοείν, αδελφοί, περί των κεκοιμημένων, ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα»[22]. Λυπήσου, μας λέει, όχι όμως σαν ειδωλολάτρης, που δεν πιστεύει στην Ανάσταση και δεν ελπίζει στη μέλλουσα ζωή.

Το παιδί για να αφομοιώσει την έννοια του θανάτου πρέπει να φτάσει στην ηλικία των εφτά - οχτώ ετών, όταν δηλαδή θα έχει συνειδητοποιήσει δύο απαραίτητες έννοιες: της ολότητας και της μη αναστρεψιμότητας. Αυτό όμως δε σημαίνει πως μέχρι την ηλικία αυτή το παιδί δεν αντιλαμβάνεται την απουσία οικείων προσώπων ή δεν πρέπει να γνωρίζει τι συμβαίνει, καθώς μέρα με τη μέρα πληθαίνουν τα αναπάντητα ερωτήματα: «Πού είναι;» «Γιατί λείπει;» «Γιατί δε μου τηλεφωνεί;» «Πότε θα γυρίσει;»[23]. Τα παιδιά ηλικίας 7 έως 9 ετών νιώθουν έντονο άγχος. Φοβούνται μήπως πεθάνουν τα ίδια ή άλλα κοντινά τους πρόσωπα.

Για τα παιδιά προσχολικής ηλικίας μέχρι και την ηλικία των 11-12 χρόνων ο θρήνος είναι μικρής διάρκειας, επειδή η αντοχή τους στον ψυχικό πόνο είναι μικρότερη[24]. Έρευνες όμως έχουν δείξει ότι παιδιά ηλικίας 5 έως 12 ετών, που έχουν χάσει έναν από τους γονείς τους, το 40% εμφανίζει κατάθλιψη βαριάς μορφής. Τα αγόρια στην εφηβική ηλικία εκδηλώνουν μια αντικοινωνική συμπεριφορά, που κάποιες φορές συνοδεύεται από επιθετικότητα προς τον ίδιο τους τον εαυτό ή τους άλλους. Μπορεί δηλαδή να αρχίσουν τα ναρκωτικά, να έχουν τάσεις αυτοκτονίας ή απομόνωσης. Πολλές φορές, στην ηλικία των 12 με 13 ετών, το παιδί μπορεί να προσκολληθεί στο γονέα που απέμεινε, από φόβο μη χάσει κι αυτόν[25]. Πολλοί γονείς φτάνουν στο σημείο να μην ανακοινώνουν στο παιδί το θάνατο αγαπημένων του προσώπων.  Έτσι όμως, όχι μόνο δεν προστατεύουμε το παιδί, αλλά το εκθέτουμε στον κίνδυνο της αποκάλυψης από τρίτους, χωρίς καμία προετοιμασία, και εκτός αυτού κλονίζεται η μεταξύ μας εμπιστοσύνη και η ασφάλεια του παιδιού. Τα παιδιά υποφέρουν σε μεγάλο βαθμό όταν αντιλαμβάνονται πως κάτι συμβαίνει και μένουν απέξω. Ούτως ή άλλως δεν μπορούμε να κρυφτούμε από το θάνατο. Είναι ένα μέρος της ζωής[26].

            Το να συμμετέχει το παιδί στο τελετουργικό του πένθους δε βλάπτει, αφού πρώτα εκτιμήσουμε τη σχέση του παιδιού με το άτομο που πέθανε, την ευαισθησία και την ηλικία του. Η συμμετοχή του θα του επιτρέψει να αναπαραστήσει το θάνατο μέσα στη δική του πραγματικότητα, χωρίς να τον φαντάζεται σαν κάτι τρομερό[27]. Σε κάθε περίπτωση, τα παιδιά χρειάζονται τη δυνατότητα να εξοικειωθούν με τα συναισθήματα λύπης και θυμού, να θέσουν ερωτήσεις και να αποκτήσουν τις δικές τους εμπειρίες. Και οι πλέον κατάλληλοι γι’ αυτό το ρόλο είναι τόσο οι γονείς όσο και ο ποιμένας της ενορίας τους[28]. Επειδή οι γονείς δεν έχουν έτοιμες απαντήσεις για πολλά θέματα μια συζήτηση με τον ιερέα είναι μια «θαυμάσια ευκαιρία για μια κοινή αναζήτηση του Σκοπού, του Γιατί και του Πώς του θανάτου, και για την απόκτηση εκατέρωθεν πληροφοριών[29]. Εάν θέλει να βοηθήσει πραγματικά θα πρέπει να δώσει τη δυνατότητα στα παιδιά να πουν την ιστορία τους με δικό τους τρόπο και με τις δικές τους λέξεις, γιατί έτσι θα μπορέσουν να εκφράσουν τα συναισθήματα που τα βαραίνουν και να ξαλαφρώσουν. Δεν υπάρχει λόγος να υποκρίνεται κανείς ότι δεν πονάει ή ότι η απώλεια δεν είναι και τόσο μεγάλη όσο πραγματικά είναι[30]. Κατά τον παπά Φιλόθεο Φάρο πραγματικά ορφανό δεν είναι το παιδί που ο γονιός έχει πεθάνει, αλλά το παιδί που ο γονιός του έχει ολοκληρωτικά εξαφανιστεί και δεν ζει μέσα στις καρδιές των υπόλοιπων μελών της οικογένειας[31].

            Ένα σημείο που δεν μπορούν να κατανοήσουν τα παιδιά είναι η αντίφαση που δημιουργείται ανάμεσα στην τελετουργία της ταφής και στην πίστη για τη μεταθανάτια ζωή. Ο ποιμένας θα εξηγήσει στο παιδί ότι το σώμα μπαίνει μέσα στη γη, επιστρέφει σ’ αυτήν και αποσυντίθεται, η ψυχή όμως πάει στον ουρανό, κοντά στον καλό Θεούλη. Επίσης, επιβάλλεται να πείσει τους ενήλικες να εκφράζουν τα συναισθήματά τους διότι η απόκρυψη ή η υπεκφυγή απλά επιτείνει τη σύγχυσή τους[32]. Αυτό που καταδικάζεται και που το καταδικάζει αυστηρότατα και ο θείος Χρυσόστομος είναι το πένθος το οποίο υπερβαίνει το μέτρο, και μάλιστα τους κοπετούς και τα μοιρολόγια. Τα χαρακτηρίζει «ασχημοσύνην», «επίδειξιν», «κενοδοξία». Ο πιστός καλείται να πενθεί «κατά ψυχήν ηρέμα» στο σπίτι του. Η κόσμια και συγκρατημένη αυτή στάση είναι απόδειξη αληθινής «συμπαθείας» προς τον απερχόμενο∙ ωφελεί δε και αυτόν που πενθεί[33]. Εξάλλου ο θνήσκων μετέβη στην άλλη ζωή, όπου δεν υπάρχει κανείς κόπος. Εκεί «απέδρα οδύνη, λύπη και στεναγμός». Εκεί υπάρχει «ευφροσύνη αιώνιος»[34].

            Ο ποιμένας, επιβάλλεται να δείξει ότι συμπάσχει μαζί τους «σαν ένα δείγμα συμμετοχής και ενδιαφέροντος που πηγάζει από την αγάπη του. Είναι εύλογος και ο πόνος και η θλίψη και τα δάκρυα. Χρειάζεται κατανόηση και παραδοχή ότι ο πόνος είναι φυσικός και μάλιστα θα πρέπει να φαίνεται ότι αγγίζει και τον ίδιο» [35] . Επιβάλλεται να διδάξει στους ενήλικες ότι το νεκροταφείο δεν είναι ένας τόπος στον οποίο ανατριχιάζει κανείς και επιβάλλεται μόνο να ψιθυρίζει και να περνά με προσοχή. Γι’ αυτό καλό είναι να πηγαίνουν κατά διαστήματα στο νεκροταφείο σε μέρες που δεν έχει πολύ κόσμο και να δίνουν στα παιδιά την ευκαιρία να κινηθούν στο χώρο και να αναπτύξουν το δικό τους τρόπο αντιμετώπισης του νεκροταφείου. Σ’ αυτές τις επισκέψεις ο ιερέας μπορεί πρόθυμα να εξηγήσει στα παιδιά τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η ταφή των νεκρών, καθώς και γενικότερα πράγματα για την κουλτούρα του θανάτου[36]. Καλό είναι όταν τα παιδιά επισκέπτονται έναν τάφο, να αφήσουν κάτι πάνω στον τάφο (όπως για παράδειγμα λουλούδια) και να ενθαρρυνθούν  να μιλήσουν με το νεκρό, ώστε να έχουν την ευκαιρία να εκφράσουν τα συναισθήματά τους και να κάνουν ερωτήσεις[37].


            Η ανακούφιση και ο τερματισμός του πένθους έρχονται αργά ή γρήγορα σε συνάρτηση με τις δομές της προσωπικότητας των συγγενών που επιβιώνουν. Κάθε κοινωνία ορίζει συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα για το πένθος. Εάν οι συγγενείς διακόψουν το πένθος πολύ πιο νωρίς από τα προβλεπόμενα, η συμπεριφορά τους θα χαρακτηρισθεί ασεβής, απρεπής και προσβλητική για τη μνήμη του εκλιπόντος. Εάν, πάλι, η περίοδος πένθους επιμηκυνθεί πολύ πιο πέρα από τα προβλεπόμενα, τότε το άτομο που πενθεί με αυτόν τον τρόπο, θα θεωρηθεί ανώριμο, συναισθηματικά ασταθές και ίσως να έχει ανάγκη κάποια έστω βραχύχρονης ψυχοθεραπευτικής παρέμβασης[38].

            Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι οι ποιμένες επιβάλλεται να προετοιμάζουν και να διδάσκουν το μυστήριο του θανάτου στους ανθρώπους και ιδιαίτερα τους νέους σε ανύποπτο χρόνο δίνοντας τους τη δυνατότητα να βιώσουν το γεγονός του θανάτου όχι «ώσπερ οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα». «Η  μνήμη θανάτου δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια προετοιμασία για την όσο το δυνατό ανώδυνη και εύκολη συνάντηση με το σημείο της μεταβάσεώς μας από αυτή στην άλλη ζωή»[39]. Αυτό που έχει σημασία είναι ο ιερέας να περπατήσει μαζί με αυτόν που υποφέρει και να τον βοηθήσει στη διαδικασία διαχείρισης της θλίψης και του πένθους με όποιο τρόπο δύναται.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ασκητή Θ., & Συνεργάτες, Ας μιλήσουμε για τις σχέσεις μας… Εικόνες της ζωής μας, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2007.
Βάντσου Χρ., Θέματα Ποιμαντικής Ψυχολογίας, Θεσσαλονίκη 1990.
Γκίκα, Α., πρωτ. Το μυστήριο του θανάτου. Ποιμαντική προσέγγιση, Θεσσαλονίκη 2001.
Καππάτου, Α., Γνωρίστε το παιδί σας, εκδ. Μοντέρνοι Καιροί, Αθήνα 1999.
 Κεσελόπουλου, Α. Γ.,  Εκ του θανάτου εις την ζωήν, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2003.
Κουτσοσταμάτη, Σ., Ανάλυσέ το μόνος σου, έκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2008.
Μαντζαρίδη, Γ. Ι., Χριστιανική Ηθική ΙΙ, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 643, 644.
Μελέτη, Γ.Β., Τί γίνεται μετά το θάνατο;, εκδ. Ζωής, Αθήναι 1991.
Παππά, Β., Οι Βίοι Αγίων και οι εικονιζόμενες μορφές τους ως πρότυπα πνευματικής ζωής, Θεσσαλονίκη 2009.
Παππά, Β., «Οι εικόνες των Αγίων ως αρχέτυπα ορθοδόξου φρονήματος και πνευματικής ζωής», στο περ. Γρηγόριος Παλαμάς τεύχ. 820  (2008) 103-120.
Πιπερόπουλου, Γ., Καληνύχτα Ελλάδα, έκδ. Δομή, Αθήνα 2008.
π. Φάρου, Φ., Το πένθος. Ορθόδοξη, Λαογραφική και Ψυχολογική Θεώρηση, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1993.
ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ
Baum, H., Η Γ ιαγιά πήγε στον ουρανό;, εκδ. Θυμάρι, Αθήνα 2003.
Olson R., An introduction to existentialism, N. York 1962.

Βασιλική Β. Παππά
Msc, MA Θεολόγου-Δημοσιογράφου
Θεσσαλονίκη 2014



[1]               Βλ. Olson Robert, An introduction to existentialism, N. York 1962,  p. 196.
[2]               Βλ. π. Φιλόθεου Φάρου, Το πένθος. Ορθόδοξη, Λαογραφική και Ψυχολογική Θεώρηση, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1993, σ. 91.
[3]               Ο ποιμένας επιβάλλεται να έχει ικανότητα λόγου, να είναι κοινωνικός, να μην έχει αισθήματα ανωτερότητας ή κατωτερότητας, να έχει αυτοέλεγχο. Βλ. Βάντσου Χρήστου, Θέματα Ποιμαντικής Ψυχολογίας, Θεσσαλονίκη 1990, σσ. 47-55.
[4]               Bλ. Θ. Ασκητή & Συνεργάτες, Ας μιλήσουμε για τις σχέσεις μας… Εικόνες της ζωής μας, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2007, σ. 119.
[5]               Βλ. Γ. Πιπερόπουλου, Καληνύχτα Ελλάδα, έκδ. Δομή, Αθήνα 2008, σ. 71.
[6]               Βλ. Θ. Ασκητή & Συνεργάτες, ό.π. σ. 120.
[7]               Βλ. Γ. Πιπερόπουλου, ό.π. σσ. 71-72.
[8]               Βλ. π. Φιλόθεου Φάρου, ό.π., σ. 281.
[9]               Βλ. Πρωτ. Α. Γκίκα, Το μυστήριο του θανάτου. Ποιμαντική προσέγγιση, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 6, 9.
[10]             Ιωάννου Χρυσοστόμου, Κατηχητικός Λόγος, PG 59, 724.
[11]             Παρακλητική, Ήχος Α΄, Σαββάτω εσπέρας, απόστιχα.
[12]             Μ. Βασιλείου, Θεία Λειτουργία, ευχή αναφοράς.
[13]             Α΄ Κορ. 15, 22.
[14]             Βλ. Α. Γ. Κεσελόπουλου, Εκ του θανάτου εις την ζωήν, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 120.
[15]             Βλ. Πρωτ. Α. Γκίκα, ό.π. σ. 10. Επίσης βλ. Β. Παππά, Οι Βίοι Αγίων και οι εικονιζόμενες μορφές τους ως πρότυπα πνευματικής ζωής, Θεσσαλονίκη 2009, σ.σ. 23, 28. Β. Παππά, «Οι εικόνες των Αγίων ως αρχέτυπα ορθοδόξου φρονήματος και πνευματικής ζωής», περ. Γρηγόριος Παλαμάς (2008), τεύχ. 820.
[16]               Α. Καππάτου, Γνωρίστε το παιδί σας, εκδ. Μοντέρνοι Καιροί, Αθήνα 1999, σ. 324.
[17]             Σ. Κουτσοσταμάτη, Ανάλυσέ το μόνος σου, έκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2008, σ. 341-342.
[18]             Βλ. Γ. Ι. Μαντζαρίδη, Χριστιανική Ηθική ΙΙ, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 643, 644.
[19]             Heike Baum, Η Γ ιαγιά πήγε στον ουρανό;, εκδ. Θυμάρι, Αθήνα 2003, σ. 11.
[20]             Βλ. Α. Γ. Κεσελόπουλου, ό.π., σ. 138, 139-140.
[21]             Βλ. Γ.Β. Μελέτη, Τί γίνεται μετά το θάνατο;, εκδ. Ζωής, Αθήναι 1991, σ. 91.
[22]             Α΄ Θεσ. δ΄ 13.
[23]             Θ. Ασκητή & Συνεργάτες, ό.π. σ. 122. 
[24]             Α. Καππάτου, ό.π. σ. 324.
[25]             Σ. Κουτσοσταμάτη, ό.π. σ. 342.
[26]             Θ. Ασκητή & Συνεργάτες, ό.π. σ. 122.
[27]             Α. Καππάτου, ό.π. σ. 325.
[28]             Heike Baum, Η Γ ιαγιά πήγε στον ουρανό;, εκδ. Θυμάρι, Αθήνα 2003, σ. 11.
[29]             Heike Baum, ό.π. σ. 11.
[30]             Βλ.  π. Φιλόθεου Φάρου, ό.π., σ. 289.
[31]             Βλ.  π. Φιλόθεου Φάρου, ό.π., σ. 369.
[32]             Heike Baum, ό.π. σ. 18.
[33]             Ι. Χρυσοστόμου, Εις τον πλούσιον και τον Λάζαρον Ομ. 5, 2 PG 48, 1019∙ Του Ιδίου, Εις Φιλιπ. Ομ. 3, 4 PG 62, 203.
[34]             Ησ. λε΄ 10.
[35]             Βλ. Πρωτ. Α. Γκίκα, ό.π. σ. 17.
[36]             Heike Baum, ό.π. σ. 38.
[37]             Heike Baum, ό.π. σ. 39.
[38]             Γ. Πιπερόπουλου, ό.π. σ. 72.
[39]             Πρωτ. Α. Γκίκα, ό.π. σ. 45.