Monday 4 November 2013

Πουθενὰ μὴν τὸ πεῖς


Μαρίας Ἀγάλλου Φωτοπούλου, Πουθενὰ μὴν τὸ πεῖς, i Write.gr, Θεσσαλονίκη 2013, σσ. 79

 Δὲ γνωρίζω ἄν θὰ καταφέρω νὰ πῶ αὐτὰ ποὺ αἰσθάνθηκα, αὐτὰ δηλαδὴ ποὺ ἡ ἀνάγνωση, ἡ πρώτη μὲ λίγα λόγια προσέγγιση τοῦ γραπτοῦ τῆς Μαρίας, μοῦ πρόσφερε. Γιατὶ δὲν εἶναι ἕνα τυχαῖο ἀνάγνωσμα αὐτὸ ποὺ μᾶς ἔδωσε ἡ Μαρία, μιὰ ἱστορία παναπεῖ τῆς καθημερινότητας -ἄν καὶ ἁπλώνεται μέσα στὸ χῶρο της- ἀλλὰ μιὰ πρωτότυπη ἀνάγνωση τῆς καθημερινότητας ἀπό τὴν ἄλλη της ὅμως πλευρά: αὐτῆς ποὺ δὲ φαίνεται. Ποὺ δὲν τὴν καλοπροσέχεις. Π.χ., πῶς κρατᾶς ἔνα νόμισμα καὶ τὸ κοιτᾶς μονάχα ἀπὸ τὴ μιά του ὄψη...

Αὐτὴ τὴν ἄλλη ὄψη προσπάθησε νὰ ἐρευνήσει μὲ μιὰ περίεργη αἰσιοδοξία ὁ Ἀλέξης μὲ τὴν κάμερά του, αὐτὸ τὸ φωτογραφικὸ ἐργαλεῖο ποὺ ἐπιλέγει νὰ διασώσει ἀνθρώπινες στιγμές, ὅπως ὁ καθένας μας,  ποὺ θυμᾶται ἐναργέστατα καὶ μὲ φωτεινὰ πάντα χρώματα τοὺς δικούς του, ἀλλὰ καὶ τοὺς γύρω του καὶ τοὺς διασώζει στὴ μνήμη του, κρυσταλλωμένους ὅμως μέσα στὸ δικό τους χρόνο, ὅπως στὶς φωτογραφίες...


Τὸ βιβλίο, ἄν καὶ λιγοσέλιδο, ἔχει πυκνὸ καὶ συγκροτημένο λόγο, ὤριμο θὰ τὸν ἔλεγα γιὰ ἕνα νέο κορίτσι ποὺ γράφει μὲ τέτοια φαντασία καὶ συνάμα μέ τόση πεῖρα. Ἴσως σ᾿ αὐτὸ νὰ συντείνει καὶ ἡ ἐνασχόλησή της μὲ τὴ Λογοτεχνία τῆς γείτονος Ἰταλίας καὶ γενικότερα τὴν Παγκόσμια.

Ἀρχίζει μὲ μιὰ σκηνὴ σ᾿ ἕνα καφέ, μιὰν Αὐγουστιάτικη μέρα, καὶ τὸν ἐντοπισμὸ μιᾶς ἀσημένιας κάμερας μὲ δυὸ φτεροῦγες πάνω της ζωγραφισμένες ( σελ.7). Μιὰ κάμερα ποὺ ἀνακάλεσε στὴ μνήμη του «τὸ ἄσπρο κουτὶ μὲ τὸ δῶρο ποὺ τοῦ χάρισαν οἱ γονεῖς του ὅταν ἔκλεισε τὰ δεκατρία...» (σελ. 8). Μιὰν ἴδια κάμερα...

Μὲ τὴν κάμερα αὐτή, λοιπόν, παρατηρεῖ, ὄχι μονάχα τὸν κόσμο γύρω του ἀλλὰ καὶ τὴ ζωή στὸ σπίτι του, μιὰ ζωὴ ραγισμένη ἀπὸ περιπέτειες, ὅπως ἀπωθημένα ὄνειρα ποὺ δὲν πραγματοποιήθηκαν, βλ. τὴν περίπτωση τοῦ πατέρα του ποὺ δὲν κατάφερε νὰ τελειοποιήσει τὶς μουσικές του σπουδές (σελ. 36-37), ἤ τῆς μητέρας του, ποὺ ἔζησε μέσα σὲ αὐστηρὸ οἰκογενειακὸ περιβάλλον (σελ. 26-27).  Μόνο ποὺ οἱ παρατηρήσεις τοῦ μικροῦ Ἀλέξη δὲν ἀπομένουν στὸ χῶρο τῆς διαπίστωσης, ἀλλὰ προχωροῦν παραπέρα: στὸ νὰ κλείσει κάποιες αἱμάσσουσες κρυφὲς πληγὲς,  πληγὲς ποὺ συντηροῦν τὴ θλίψη καὶ τὴν ἀπόγνωση. Βλέπε π.χ. τὴ γεφύρωση ποὺ ἐπιτυγχάνει στὸν πληγωμένο ψυχισμὸ τοῦ πατέρα του μὲ τὸ νὰ τοῦ ἀγοράσει πιάνο καὶ μάλιστα τὸ πιάνο τῆς δασκάλας τῶν παιδικῶν του χρόνων, ὅταν μαθήτευε σ᾿ αὐτὸ (σελ. 39).

Τὸ βιβλίο συνεχίζεται μὲ παρόμοιες ἀποκαλυπτικὲς εἰκόνες, ποὺ δημιουργοῦν ἐνδιαφέρον, γιατὶ ἡ κάθε μιὰ ἀφορίζει τὸ κακό, τὴ μοναξιὰ τὴν ἀπόγνωση καὶ ἐμφανίζει ἕνα κλίμα αἰσιοδοξίας καὶ ἀνθρωπιᾶς. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ ἐρώτημα ποὺ ἀπευθύνει ὁ Ἀλέξης στὴ Μητέρα του, «Εἶναι δύσκολο ν᾿ ἀγαπᾶς, μαμά;», γίνεται διαχρονικὸ καὶ πανανθρώπινο, ἀφοῦ ἀπευθύνεται στὸν καθένα καὶ τοῦ χαρίζει, μέσω τῆς προσπάθειας, νὰ «τὰ βρεῖ κανεὶς μὲ τὸν ἑαυτό του» -κατὰ τὴν κοινότυπη φράση- τὴ συνάντηση, τὴ συναδέλφωση, τὴ συννενόηση.  Γιατὶ ὅπως  λέει ή ἴδια ἡ μάνα στὸ γιό της -παναπεῖ ἡ ὑγιὴς συνείδηση στὸν καθένα μας, «Ὄχι ἀγάπη μου, εἶναι ἁπλό, ἀρκεῖ νὰ ἔχεις τὴν καρδιά σου ἀνοιχτὴ καὶ κάποιον νὰ σοῦ τό δείξει...» (σ. 75).

Τὸ βιβλίο ἀφιερώνει ἡ Μαρία στὸν Παναγιώτη ποὺ ἔφυγε νωρὶς γιὰ νὰ πάει μὲ τὴ δικιά του τὴν κάμερα νὰ «κεντράρει» τὰ τοπία τοῦ Ουρανοῦ, σ᾿ ἕνα ἀπό τὰ ὁποῖα εἶναι κι ὁ καλός του ὁ παπποῦς, ὁ παπα-Γρηγόρης καὶ τὸν συντροφεύει... Ἔτσι δὲν εἶναι, Μαρία;

π. Κων. Ν. Καλλιανός

No comments: