Sunday, 24 June 2012

Ι.Ν. Αγ. Νικολάου Γαλαξειδίου

Το Γαλαξείδι, είναι ιστορική παραθαλάσσια κωμόπολη με 1718 κατοίκους. Βρίσκεται στην Βόρεια ακτή του Κορινθιακού κόλπου και έχει χαρακτηρισθεί παραδοσιακός οικισμός από το 1978.


Είναι από τις ελάχιστες πόλεις της Ελλάδος που έχει κρατήσει αναλλοίωτο το παραδοσιακό της χρώμα. Μάρτυρες της παλαιάς ακμής της είναι σήμερα τα αρχοντικά, το τέμπλο του μητροπολιτικού ναού και το ναυτικό μουσείο, που δίνουν μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα και περιέχουν στοιχεία για την ιστορία και την λαμπρή εμπορική δραστηριότητα των κατοίκων της για περισσότερο από δυο αιώνες.


Ο σημερινός ναός του Αγίου Νικολάου είναι χτισμένος πάνω σε ειδωλολατρικό ιερό που πιθανότατα ήταν το ιερό του «Απόλλωνα Νασιώτα».


Τον 7ο αιώνα χτίστηκε ο πρώτος Ναός, αφιερωμένος στον Άγιο Νικόλαο, ενώ το 1800 οι Γαλαξειδιώτες με δικά τους έξοδα άρχισαν τις εργασίες για την κατασκευή μεγαλύτερου Ναού. Η σημερινή εκκλησία χτίστηκε το 1900.


Η εκκλησία είναι τρίκλιτη βασιλική μετά τρούλου και με δύο καμπαναριά, όπου βρίσκεται και το Μέγα Ωρολόγιον της πόλης, το οποίο δωρήθηκε στο Ναό το 1908.


Χαρακτηριστικό δείγμα εξαιρετικής τέχνης και βαθιάς θρησκευτικότητας είναι το ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού, δουλεμένο επί δέκα χρόνια σε ξύλο καρυδιάς. Κατασκευάσθηκε την δεκαετία 1840-1850, σε τεχνοτροπία μπαρόκ, και αποτελεί έργο άγνωστου καλλιτέχνη. Εικάζεται, ότι κατασκευαστής είναι κάποιος ξυλογλύπτης από την Ήπειρο.

Saturday, 23 June 2012

Γενέθλια του Blog

Εορτάζουμε σήμερα τα τέταρτα γενέθλια του blog. Δεν είμαι σίγουρος για το πόσο σημαντικό μπορεί να είναι αυτό. Εκείνο που ξέρω σίγουρα είναι το πραγματικό γεγονός της δημοσίευσης στο παρόν ιστολόγιο 1330 αναρτήσεων, που η κάθε μία από αυτές έχει τη δική της ταυτότητα και σημασία.

Μέχρι χθες το μεσημέρι είχαμε 145 τακτικούς αναγνώστες και 177.911 pageviews. Κι ενώ οι αριθμοί δεν είναι πάντα το σημαντικότερο στοιχείο της ζωής, κρύβουν όμως τη δική τους -κατά κάποιον τρόπο αντικειμενική- αλήθεια!

Η σκέψη, η προετοιμασία, η έρευνα, η συγγραφή, η επανεξέταση, οι διορθώσεις, είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα διαδικασία, που σημαίνει μια ιδιαίτερη άσκηση, η οποία προστιθέμενη στην όλη άσκηση της ζωής αυτής καθ’ αυτής, προσφέρει μια αίσθηση συνεισφοράς στο κοινωνικό γίγνεσθαι, κι αυτό φέρνει ηθική ικανοποίηση και χαρά στον ιστολόγο.

Για να υπάρχουν βέβαια στοιχεία (κείμενα και φωτογραφίες) και να δημοσιεύονται καθημερινά αναρτήσεις, αυτό από μόνο του είναι ένα μεγάλο ζήτημα, το οποίο απαιτεί απόλυτη πειθαρχία και προσήλωση στο σκοπό που έχει αναλάβει ο ιστολόγος να επιτύχει.

Πάντως αυτή η ηλεκτρονική επικοινωνία, αν και μεταλλασσόμενη και οπωσδήποτε εξελισσόμενη καθημερινά, είναι ένα σπουδαίο γεγονός της σύγχρονης ζωής, που εμπνέει και ανανεώνει πολλούς ανθρώπους, κι αυτό είναι ένα βασικό κέρδος της εμπλοκής στη διαδικασία αυτή.

Friday, 22 June 2012

Προσεγγίζοντας τη Νήσο Wight

Ένα ταξίδι σ’ ένα νησί είναι πάντα μια ωραία και δροσερή όαση στην καυτή (από πολλές πλευρές) καθημερινότητα των ανθρώπων.


Η ιστορία του, οι φυσικές ομορφιές του, η θάλασσα, τα πλεούμενα, η αυθεντικότητα των νησιωτών, είναι στοιχεία που κάνουν όλους να ποθούν την επίσκεψή τους σε κάποιο νησί.


Η Νήσος Wight εν προκειμένω είναι η μεγαλύτερη της Αγγλίας, κι έχει ενδιαφέρουσα ιστορία, παράλληλα βέβαια με το ιδιαίτερα γλυκό της κλίμα και τις πανέμορφες παραλίες της.


Είναι γνωστή στην ιστορία από τα ρωμαϊκά χρόνια και κατοικήθηκε συστηματικά από τον 5ο αι. μ.Χ., ενώ εκχριστιανίστηκε στις αρχές του 8ου αι.


Από το 1293 εξαρτήθηκε σταθερά από το Στέμμα της Αγγλίας, που όριζε τους αντιπροσώπους του για τη διοίκηση της Νήσου.


Αργότερα η Νήσος έγινε διοικητικά μια Κομητεία, που αντιστοιχεί με ένα Νομό στην ελληνική πραγματικότητα.


Στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έπαιξε σημαντικό ρόλο στην προετοιμασία για την ιστορική απόβαση στη Νορμανδία.


Σήμερα αποτελεί αγαπητό τόπο παραθερισμού για τους Άγγλους και άλλους.

Thursday, 21 June 2012

Η θάλασσα «Solent»

Μεταξύ της (ας πούμε) «ηπειρωτικής» Αγγλίας και της Νήσου Wight βρίσκεται ένα «κομμάτι» θάλασσας, που ονομάζεται «Solent», ενώ στα μεσαιωνικά χρόνια ονομαζόταν «Soluente».



Πάνω σ’ αυτή τη θάλασσα, και συγκεκριμένα στη λωρίδα που βρίσκεται μεταξύ του Southampton (Αγγλία) και του Cowes (Isle of Wight) βρίσκει κανείς μια αέναη κίνηση πλοίων (κάθε τύπου και μεγέθους), που εκπέμπει διαχρονικά μηνύματα πολιτισμού και επικοινωνίας.
.


Αρκεί κανείς να θυμηθεί πως αυτή τη λωρίδα θαλάσσης διέσχισε και ο «Τιτανικός» πριν από 100 ακριβώς χρόνια, ξεκινώντας από το Southampton για το παρθενικό του ταξίδι, που έμελλε να είναι και το τελευταίο του.



Σήμερα, εκτός από δίοδος πλοίων παντός τύπου, είναι και χώρος στον οποίο πραγματοποιούνται θαλάσσια σπορ, ειδικά για γιωτ.


Στο Solent έχουμε, επίσης, και την καθιερωμένη επιθεώρηση του στόλου της Αγγλίας, από τον εκάστοτε Άγγλο μονάρχη.

Wednesday, 20 June 2012

Επέτειος Charles Dickens

Εορτάζονται φέτος τα 200 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου Άγγλου συγγραφέα και κριτικού Charles Dickens (7 Φεβρουαίου 1812 - 9 Ιουνίου 1870), ο οποίος θεωρείται ο μεγαλύτερος μυθιστοριογράφος της Βικτωριανής εποχής.


Επίσης, ήταν σημαντικός δημοσιογράφος και εξαιρετικά φιλάνθρωπος, και συνέβαλε με τη συγγραφή και τις λοιπές δραστηριότητές του στο να αλλάξει προς το καλύτερο ο κόσμος στον οποίο ζούσε.


Με την ευκαιρία της επετείου αυτής τα Βασιλικά Ταχυδρομεία της Αγγλίας κυκλοφόρησαν χθες  μια πολύ ωραία σειρά 10 γραμματοσήμων. Σ’ αυτά εικονίζονται οι φιγούρες των μυθιστορημάτων του Dickens, μέσω των οποίων εξυμνείται το Βικτωριανό Λονδίνο.


Ο εκπρόσωπος των Βασιλικών Ταχυδρομείων Philip Parker ανέφερε χαρακτηριστικά πως: «Charles Dickens was one of the truly great British novelists. We couldn't think of a more fitting tribute to his life and works than celebrating them on a set of special stamps»! Η Lucinda Dickens Hawksley, σημερινή απόγονός του είπε ότι: «The stamps not only celebrate his life and work, they are testimony to what a unique and extraordinary man Charles Dickens was».

Tuesday, 19 June 2012

Xαιρετίσματα από το Malawi

Το περασμένο Σάββατο (16 Ιουνίου) τιμήθηκε η Διεθνής Ημέρα του Παιδιού της Αφρικής. Αυτή ξεκίνησε να εορτάζεται από το 1991, όταν έλαβε τη σχετική πρωτοβουλία ο Οργανισμός για την Ενότητα της Αφρικής. Η Ημέρα αυτή τιμά κατ’ αρχάς αυτούς τους μαθητές που έλαβαν μέρος στην Εξέγερση του Σοβέτο το 1976, αυτή την ίδια ημέρα, με εκπαιδευτικά αιτήματα. Επίσης, η ημέρα αυτή μας δίνει την ευκαιρία να ασχοληθούμε λίγο και να πληροφορηθούμε για την συνεχή ανάγκη για αναβάθμιση της παιδείας που προσφέρεται στα παιδιά της Αφρικής.

Mε την ευκαιρία της επετείου αυτής, σκέφθηκα να παρουσιάσω αυτή την κάρτα με χαιρετίσματα που μας έστειλε ο Mavuto από το Malawi. Ο Mavuto είναι ένα παιδί το οποίο έχουμε «υιοθετήσει» και το οποίο επιχορηγούμε σε μηνιαία βάση. Η επικοινωνία μας γίνεται βέβαια μέσω ενός Διεθνούς Οργανισμού (EveryChild).

Ο Mavuto στην κάρτα που μας έστειλε έχει ζωγραφίσει μια... αγελάδα! Μια παλιά μου συμμαθήτρια από το Δημοτικό Σχολείο, σήμερα δασκάλα, σχολίασε τη ζωγραφιά ως εξής: «Κατσίκα με ουρά... καραβίδας και κάτι στο πρόσωπο που θυμίζει... προβοσκίδα. Μαζί με τα... 5 πόδια, μάλλον έχει ψυχοπαιδαγωγικό ενδιαφέρον. Αλλά με τόσα προβλήματα που έχουν στο Μαλάουι, τα ψυχολογικά μάλλον είναι τα πιο ασήμαντα. Δυστυχώς!!!»!

Monday, 18 June 2012

Ὁ Βόλος πού γνώρισα...

(Μνῆ­μες καὶ βι­ώ­μα­τα)

Στοὺς  συμμαθητὲς μου στὸ παλιὸ Β΄ Γυμνάσιο, εὐκαιρία συνάντησης...

Τὸ φθι­νο­πω­ρι­νὸ ἐ­κεῖ­νο βρά­δυ τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου τοῦ 1963, ἀ­πομέ­νει στὴ μνή­μη φω­τι­σμέ­νο μὲ τὸ πα­γω­μέ­νο, γα­λα­τέ­νιο φῶς ποὺ κα­τέ­βα­ζαν τὰ με­γά­λα φῶ­τα τῆς προ­κυ­μαί­ας, κα­θὼς τὸ κα­ρά­βι, τὸ «Κύ­κνος», δι­πλά­ρω­νε στὸ μου­ρά­γιο τοῦ Βό­λου κι ἐ­μεῖς δει­λὰ-δει­λὰ ἀ­πο­βι­βα­ζό­μα­σταν στὴ νέ­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: ἐ­κεί­νης τῶν σπου­δῶν, τῆς μά­θη­σης, τῆς καλ­λι­έρ­γειας. Τῶν φώ­των δη­λα­δὴ, ποὺ προ­σπο­ρί­ζουν οἱ γνώ­σεις καὶ τὰ γράμ­μα­τα. (Καμ­μιὰ φο­ρὰ σκέ­φτο­μαι, πὼς τὰ φῶ­τα ἐ­κεῖ­να συγγενεύουν μὲ τὰ δυ­να­τὰ τὰ φῶ­τα τῆς πα­ρα­λί­ας, φῶτα ὡστόσο, ποὺ δέ συγ­κρί­νον­ται μὲ τὸ τρε­μου­λια­στὸ, ταπεινὸ καὶ χαμηλὸ φῶς τῆς λάμ­πας τοῦ πε­τρε­λαί­ου, τὸ ὁ­ποῖ­ο μέ­χρι τό­τε γνώ­ρι­ζα. Γιατὶ τὰ ἡλεκτρικὰ τὰ πρωτοεῖδα στὸ Βόλο καὶ κατάλαβα ὅτι τυ­φλώ­νουν, καὶ κυ­ρί­ως τυ­φλώ­νουν τὰ μά­τια τῆς ψυ­χῆς, ἀ­φοῦ εἰ­σχω­ρεῖ τὸ μι­κρό­βιο τῆς ἀλ­λα­ζο­νεί­ας, ἀν­τί­θε­τα μὲ τὰ ἄλ­λα, ποὺ συν­τη­ροῦν μέ­σα σου τὸν χα­μη­λό καὶ τα­πει­νὸ τρό­πο τῆς προ­σέγ­γι­σης τοῦ κό­σμου, τοῦ συνανθρώπου καὶ φυσικὰ τοῦ Θεοῦ).

Αὐ­τὸ τὸ φῶς, τὸ ὁμολογῶ, πο­τὲ μου δὲν τὸ χά­ρη­κα, ὅ­πως δὲ χαι­ρό­μουν τὴν κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἤ­μουν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νὰ φύ­γω ἀ­πὸ τὸ λι­τὸ καὶ ἀ­πέ­ριτ­το πε­ρι­βάλ­λον τοῦ χω­ριοῦ μου, παρ᾿ ὅ­λο ποὺ ὁ Βό­λος ἐ­κεί­νου τοῦ και­ροῦ ἦ­ταν μιὰ ἄλ­λη προ­έ­κτα­σή του. Για­τὶ εἶ­χε λι­γο­στὰ αὐ­το­κί­νη­τα, κάμ­πο­σα πο­δή­λα­τα καὶ φυ­σι­κὰ ἐ­κεί­νη τὴν ἁ­πλό­τη­τα καὶ τὴ γρα­φι­κό­τη­τα, ὤ­στε νὰ μᾶς φαί­νε­ται πὼς κά­που σι­μὰ μας εἶ­ναι καὶ τὸ μικρὸ κι ἄσημο χω­ριὸ.

Θυ­μᾶ­μαι, λοι­πὸν, πὼς μό­λις κα­τε­βή­κα­με ἀ­πὸ τὸ πλοῖ­ο πή­ρα­με ἕ­να ἀ­πὸ τ᾿ ἀ­μα­ξά­κια ποὺ ἦ­ταν σταθευμένα στὴν πα­ρα­λί­α καὶ πή­γα­με στὸ γνω­στὸ μας ξε­νο­δο­χεῖ­ο: τὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο τῶν Κλη­μα­τια­νῶν «Ἡ Εὐ­ρώ­πη», Ἰ­ἀ­σο­νος καὶ Κο­ρα­ῆ γω­νί­α. Στὰ παι­δι­κὰ μά­τια ἐν­τύ­πω­ση ἔ­κα­ναν τὰ κα­τα­νυ­κτι­κὰ φω­τά­κια ποὺ εἶ­χαν δί­πλα τους τ᾿ ἁ­μα­ξά­κια, κα­θὼς καὶ ἐ­κεῖ­νο τὸ καμ­πά­νι­σμα, ποὺ θύ­μι­ζε τὸν ἦ­χο ἀ­πὸ καμ­πα­νά­κι κά­ποι­ου τα­πει­νοῦ ἐ­ξωκ­κλη­σιοῦ. Μόνο ποὺ αὐτὰ ἦταν τοῦ ὀνείρου, γιατὶ ἡ πραγματικότητα ἦταν διαφορετικὴ καὶ πολὺ σκληρὴ κάποτε…

Τὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο εἶ­χε μιὰ πα­ρά­ξε­νη μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ ἀ­πορ­ρυ­παν­τι­κὸ, σα­πού­νι ἀ­πὸ φτη­νὸ ἄ­ρω­μα, καὶ τσι­γά­ρο. Οἱ σκά­λες ἦ­ταν με­γά­λες καὶ φαρ­δι­ὲς μὲ τὸν Νι­κή­τα, τὸν ὑ­πάλ­λη­λο,  νὰ μᾶς βο­η­θά­ει χα­μο­γε­λα­στὸς, ὥ­στε νὰ τα­κτο­ποι­η­θοῦ­με στὰ ψη­λον­τά­βα­να δω­μά­τια μὲ τὰ λευ­κὰ σεν­τό­νια ποὺ ὅ­ταν τ᾿ ἄγ­γι­ζες, νό­μι­ζες πὼς τσα­λά­κω­νες χαρ­τὶ. Μά­λι­στα αὐ­τὸς ὁ ἦ­χος, ὅ­πως ὁ ἦ­χος τῶν φορ­τη­γῶν ποὺ μέ­σα στὴ βα­θειὰ νύ­χτα περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ κά­τω ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρά μας, μὲ ἀ­κο­λου­θεῖ ἀ­κό­μα μέ­χρι σή­με­ρα. Για­τὶ πρώ­τη φο­ρὰ ἄ­κου­γα με­γά­λα αὐ­το­κί­νη­τα νὰ περ­νοῦν μὲ ὀρ­μὴ καὶ βου­ὴ πά­νω στὸ δρό­μο, βου­ὴ ποὺ σι­γὰ-σι­γὰ χά­νον­ταν γιὰ νἄρ­θει στὴ συ­νέ­χεια κά­ποι᾿ ἄλ­λη. (Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν δι­ά­βα­σα τὸ ποί­η­μα «Σοφοὶ δὲ προσιόντων» τοῦ Κ.Π. Κα­βά­φη, συ­νει­δη­το­ποί­η­σα πλέ­ον, πὼς πολ­λὲς φο­ρὲς στὴ ζω­ὴ μου θὰ ξα­ναν­τή­σω αὐ­τὴ τὴ «μυστικὴ βο­ὴ», ὅ­μως θὰ ἦ­ταν κά­τι τὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἀπ᾿ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­ζη­σα τὴν πρώ­τη μου βρα­δυ­ὰ στὸ Βό­λο. Ἴ­σως καὶ κάτι τὸ τρα­γι­κὸ, για­τὶ πάν­τα μέ­σα στὴ δύ­νη τῶν γε­γο­νό­των ποὺ πλη­σιά­ζουν, πλη­σιά­ζει κι ὁ θά­να­τος, ἤ ἔ­στω καὶ ὁ ὅ­ποι­ος ἀ­κρω­τη­ρια­σμὸς τῆς ψυ­χῆς...).

Ὡστόσο πρέπει νὰ ὁμολογήσω, πὼς αὐτὸ ποὺ μ᾿ ἐ­νό­χλη­σε, καὶ ἀ­πὸ τό­τε δὲν μπό­ρε­σα νὰ τὸ ἀ­πο­βάλ­λω, ἦ­ταν ὁ φω­τι­σμὸς τοῦ δω­μα­τί­ου μ᾿ ἐ­κεῖ­νο τὸ γυ­μνὸ ἡ­λε­κτρι­κὸ γλόμ­πο ποὺ μᾶς ἔ­ρι­χνε ἕ­να ἀρ­ρω­στη­μέ­νο φῶς, ἐ­νῶ εἶ­χε πά­νω του  ἕ­να κί­τρι­νο, γυάλινο κάλυμμα, ποὺ μὲ ἔ­θλι­βε ἀ­φάν­τα­στα. (Τὸν ἴ­διο φω­τι­σμὸ θυ­μᾶ­μαι νὰ τὸν ξα­νά­ζη­σα στὸ Στρα­τὸ καὶ σὲ κά­ποι­ο Νο­σο­κο­μεῖ­ο, μὲ τὴν ἴ­δια ἤ τὴν ἴσως περισσότερο πα­γω­μέ­νη αἴ­σθη­ση καὶ πί­κρα).

Τὸ σπί­τι ποὺ θὰ κα­θό­μουν ἦ­ταν στὴν ὁ­δὸ Δη­μάρ­χου Γε­ωρ­γιά­δου, ποὺ τό­τε ἦ­ταν ἄ­στρω­τη, δί­χως ἄ­σφαλ­το δη­λα­δὴ. Αὐ­τὸ τὸ σπί­τι, λοι­πόν, ἦ­ταν μιὰ μο­νο­κα­τοι­κί­α μὲ μι­κρὰ καὶ λιτὰ δω­μά­τια. Πρέπει δὲ νὰ χτίστηκε μετὰ τοὺς σεισμοὺς, γιατὶ σὲ τίποτε δὲ θύμιζε κάποια παλιὰ, πέτρινα σπίτια τοῦ παλιοῦ τοῦ Βόλου. Φυσικὰ, σὲ τίποτε δὲ θύ­μι­ζε  τὸ σπί­τι μας στὸ χω­ριὸ, για­τὶ ἦ­ταν κά­πως σκο­τει­νὸ καὶ ἀρ­κε­τὰ κρύ­ο. Πάν­τως αὐ­τὸ ποὺ χα­ρά­χτη­κε στὴ μνή­μη μου εἶ­ναι ἡ γει­το­νιὰ ἐ­κεί­νη, ποὺ εἶ­χε ἀρ­κε­τὴ ἡ­συ­χί­α καὶ γρα­φι­κό­τη­τα. Θυ­μᾶ­μαι π.χ. τὸ ἀ­πέ­ναν­τι σπί­τι μὲ τὴ βα­ρειὰ σι­δε­ρέ­νια πόρ­τα τοῦ κή­που, τὰ ὡ­ραῖ­α καὶ πλα­τιὰ σκα­λο­πά­τια ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σαν μέ­σα στὸ σπίτι, ὅ­πως ἐ­πί­σης καὶ τὰ δέν­τρα ποὺ εἶ­χε. Προσπά­θη­σα νὰ τὸ ξα­να­βρῶ με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια αὐ­τὸ τὸ σπί­τι. Δὲν τὰ κα­τά­φε­ρα, για­τὶ εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ, ὅ­πως τό­σα καὶ τό­σα τοῦ Βὀ­λου τῶν ἐ­φη­βι­κῶν μου χρό­νων...

 Κά­θε πρωΐ ποὺ πη­γαί­να­με στὸ Σχο­λεῖ­ο συ­ναν­τού­σα­με στοὺς δρό­μους κά­ρα, μι­κρὰ καὶ με­γά­λα, λι­γο­στὰ αὐ­το­κί­νη­τα καὶ πο­δή­λα­τα, μ᾿ ἐ­κεῖ­να τὰ εὔ­η­χα κου­δού­νια ποὺ εἶχαν προσαρμοσμένα πά­νω στὸ βρα­χί­ο­να τοῦ τι­μο­νιοῦ. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κός, μά­λι­στα, ἦ­ταν ὁ ἦ­χος ποὺ ἄ­φη­ναν οἱ ρό­δες, κα­θὼς περ­νοῦ­σαν πά­νω ἀπ᾿ τούς χω­μα­τό­δρο­μους. Ἦ­ταν κά­τι σὰν τὸ ἄ­λε­σμα τοῦ σι­τα­ριοῦ στοὺς χε­ρό­μυ­λους τοῦ χω­ριοῦ μου, σὰν τὸ ἀρ­γὸ περ­πά­τη­μα πά­νω στὴν ἅμ­μο... Μά­λι­στα αὐ­τὸ ποὺ θυ­μᾶ­μαι εἶ­ναι τὰ πο­δή­λα­τα κά­ποι­ων κα­θη­γη­τῶν μας, πα­λιὰ πο­δή­λα­τα, σκου­ρι­α­σμέ­να μὲ τὴ  σχά­ρα πί­σω τους νὰ κρα­τεῖ τὸ χαρ­το­φύ­λα­κά τους, ἐ­νῶ τὰ παν­τε­λό­νια τους τὰ συγ­κρα­τοῦ­σε ἐ­κεῖ­νο τὸ στρογ­γυ­λὸ με­ταλ­λι­κὸ ἔ­λα­σμα, γιὰ νὰ μὴν μπερ­δεύ­ον­ται στὸ πεν­τά­λι­σμα.

Ὅ­μως τὰ πιὸ συγ­κι­νη­τι­κὰ καὶ τὰ πλέ­ον γρα­φι­κὰ ποὺ κρά­τη­σα μέ­σα μου ἦ­ταν τὰ μι­κρὰ τὰ κά­ρα μὲ τὰ φροῦ­τα καὶ τὰ λα­χα­νι­κὰ, ποὺ τὰ ­σέρ­νανε μι­κρὰ γα­ϊ­δου­ρά­κια, σι­γὰ-σι­γὰ, μέ­σα στοὺς με­γά­λους δρό­μους τῆς πό­λης. Ἀ­κό­μα θυ­μᾶ­μαι πὼς ἦ­ταν γερ­μέ­να πρὸς τὰ πί­σω αὐ­τὰ τὰ κά­ρα μὲ τὰ λα­χα­νι­κὰ νὰ στά­ζουν -νε­ρὸ ἤ νυ­χτε­ρι­νὴ δρο­σιὰ, ἄ­ρα­γε;- στοὺς δρό­μους. Μο­σχο­μύ­ρι­ζε τότε ὁ Βό­λος φρέ­κο στα­φύ­λι καὶ γνή­σια ντο­μά­τα, ποὺ ἔρ­χον­ταν νὰ ἑ­νω­θοῦν μὲ τὴ μυ­ρω­διὰ τῆς θά­λασ­σας, τὴν ὁ­ποί­α κό­μι­ζαν τὰ ψα­ρά­δι­κα τὰ κά­ρα, που γυ­ρό­φερ­ναν τοὺς δρό­μους. Κι ἔ­βλε­πες νὰ περ­νοῦν αὐ­τὰ τὰ τα­πει­νὰ τὰ κά­ρα ἀ­πὸ μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ σπί­τια, ἔ­χον­τας τὶς πα­λάν­τζες κρε­μα­σμέ­νες στὸ πί­σω μέ­ρος τους, ἐ­νῶ ὁ μα­νά­βης, ποὺ κρα­τοῦ­σε συ­νή­θως τὸ ζῶ­ο ἀ­πὸ μπρο­στὰ, ἀ­πό τά γκέ­μια, φώ­να­ζε μὲ βρα­χὴ ἤ ψι­λὴ, ἀλ­λὰ μα­κρό­συρ­τη φω­νὴ, «Ὁ μα­να­α­α­ά­βη­η­ης... ὁ ψα­ρα­α­α­α­α­α­α­ᾶς». Ἀ­κό­μα καὶ τὶς βρο­χε­ρὲς τὶς μέ­ρες τοὺς συ­ναν­τοῦ­σες μὲ τ᾿ ἀ­δι­ά­βρο­χα καὶ τὶς γα­λό­τσες νὰ κυ­νη­γοῦν τὸ με­ρο­κά­μα­το. Κι ἔ­τρε­χε τὸ νε­ρὸ στ᾿ αὐ­λά­κια τῶν παι­δε­μέ­νων τους προ­σώ­πων, ποὺ ἄν τὰ κοι­τοῦ­σες θὰ  δι­έ­κρι­νες τὴ με­λαγ­χο­λί­α τοῦ τί­μιου βι­ο­πα­λαι­στή, ποὺ ἔ­ψα­χνε νὰ βρεῖ τρό­πους νὰ θρέ­ψει φα­μί­λια, νὰ παν­τρέ­ψει κο­ρί­τσια, νὰ σπου­δά­σει παι­διὰ...

Καμμιὰ φορὰ ποὺ σε­ργια­νῶ σ᾿ αὐ­τοὺς τούς δρό­μους, ὅ­ταν βρε­θῶ στὸ Βό­λο, αὐ­τὸ ποὺ νοσταλ­γῶ νὰ ξαναδῶ, μα­ζὶ μὲ πολλὰ  ἄλ­λα, εἶ­ναι αὐ­τὰ τὰ ἐ­ξα­φα­νι­σμέ­να  τα­πει­νὰ κά­ρα μὲ τὰ κου­ρα­σμέ­να γα­ϊ­δου­ρά­κια καὶ τούς παι­δε­μέ­νους τοὺς μα­νά­βη­δες. Δυ­στυ­χῶς, χάθηκαν, ὅ­πως τό­σα ἄλ­λα...

π. Κων. Ν. Καλλιανὸς